Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ένιωσα πως παρακολουθώ μια παράσταση που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά με μεταφέρει ολοκληρωτικά σε έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο παράλογο, σουρεαλιστικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο.
Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ένιωσα πως παρακολουθώ μια παράσταση που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά με μεταφέρει ολοκληρωτικά σε έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο παράλογο, σουρεαλιστικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο.
Ο Khan προσφέρει πολύ υλικό από το “The Black Halo”, όπως όλοι γνωρίζαμε άλλωστε και επισκέπτεται και άλλες στιγμές των Kamelot. Όταν μας πετάνε στα μούτρα το “Karma”… Εκεί πλέον νομίζουμε ότι είμαστε για πάντα είκοσι χρονών. Έχουν περάσει είκοσι πέντε, είπατε; Αριθμοί και τίποτα περισσότερο.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία υπογράμμισε πως το θέατρο δεν είναι μόνο η σκηνή, αλλά το σύνολο του χώρου. Η δράση επεκτάθηκε πέρα από τα όριά της, αγκαλιάζοντας το κοινό, ακόμη και τον δρόμο έξω από το θέατρο, μετατρέποντας κάθε σημείο σε εν δυνάμει σκηνή.
Τα πράγματα είναι αρκετά απλά. Πάτε, βλέπετε το έργο – δεν το συζητώ καν ότι θα ξαναπήγαινα – και στη συνέχεια αρχίζετε να αναρωτιέστε. Για το κακό, που χαρακτηρίζει τη φάρα μας. Και για το καλό. Αυτό που υπομένει καρτερικά τις ορέξεις του κακού. Πληρώνοντας το ανίερο στοίχημα που επιμένει να χάνει εδώ και χιλιετίες…
Οι Schmetterling τώρα… Ρε μεγάλε, τι με βάζετε να κάνω, τι με βάνετε να γράψω… Λες και προσγειώθηκα σε συναυλία των Yes ή των Saga, καμιά σαρανταριά χρόνια πριν.
Τύμπανα καταιγιστικά, κιθάρα που σκοτώνει και φωνή πολύ κοντά σε εκείνη του Fraser. Το διασκεδάζουμε, το φχαριστιόμαστε, το βρέχουμε και σκουντρίζουμε στην υγειά όλων. Και κάπου εκεί…
Θα νιώσετε ένα τσίμπημα στις αισθήσεις και το μυαλό σας. Θα θυμώσετε, θα θελήσετε να φωνάξετε. Δεν θα το κάνετε. Θα προτιμήσετε να πάρετε όλο αυτό και να το κάνετε κουβέντα. Να απευθυνθείτε στη συντροφιά σας. Να νιώσετε το έντονο αντιπολεμικό μήνυμα της παράστασης.
Ο πρωταγωνιστής κι αρχισφαγέας Ράντοβαν Κάραζιτς υπήρξε στα αλήθεια, το αιματοκύλισμα στη Σρεμπρένιτσα ήταν δική του υπαιτιότητα, και η μεταμόρφωσή του σε γενειοφόρο εναλλακτικό θεραπευτή που μεθοκοπά στο καπηλειό «Τρελάδικο» δεν αποτελεί επινόηση.
Οι Deus Culpa, οι οποίοι πρόσφατα πραγματοποίησαν δύο μίνι περιοδείες στην Ευρώπη, επέλεξαν έναν πολύ όμορφο τρόπο για να μας εισαγάγουν στον κόσμο των θεϊκών λαθών και να μας παρουσιάσουν το άλμπουμ “Precarious”. Με μουσικό καμβά το “Go The Distance” (από την ταινία “Hercules” της Disney”) και ένα μαυρόασπρο βίντεο μερικών λεπτών, μας έβαλαν στο τελετουργικό της περιοδείας και της ιδιοσυγκρασίας τους, του κλίματος εν μέσω μετακινήσεων και συναυλιών και την ουσία της μουσικής, που μεταφράζεται σε αγάπη και φιλία μεταξύ των μελών.
Η κυρία Κατσαμένη κρατά την ουσία του έργου του Πόε. Με συνειδητή επιλογή μία παράσταση βασισμένη σε κείμενο καθαρευούσης και αγάπη στον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα και ποιητή, η σκηνοθέτις παραθέτει αυτό ακριβώς που διέπει, διατρέχει και διακατέχει το έργο. Πραγματικότητα και φαντασία και πλήρη αρμονία.
Ποτέ άλλοτε ένα τόσο – κατά τα άλλα πάντα – «μαύρο» μιούζικαλ δεν κατάφερε να κάνει όλα γύρω μας πιο λευκά, πιο φωτεινά, πιο ανθρώπινα. Η Μαρσέλλου είναι ό,τι καλύτερο έχει τύχει στο μιούζικαλ τα τελευταία είκοσι-φεύγα χρόνια.
Μιλάμε για έναν θίασο που λειτουργεί χωρίς ψεγάδια, που κερδίζει το στοίχημα χάρη στις πολλαπλές διανομές και την οξυδέρκεια των συντελεστών και που καταφέρνει να συγκινήσει το κοινό. Ένα μιούζικαλ με δομημένη ιστορία και μήνυμα.
Οι Nightrage είναι μπάντα παντός καιρού! Μπορεί να παίξουν σε αυτό το μαγαζί, μπορεί αύριο να βρίσκονται στην Ινδονησία και μπορεί μεθαύριο να έχουν να πάνε στο τρίτο φεγγάρι του Κρόνου. Ε, θα το κάνουν με τον ίδιο επαγγελματισμό και την ίδια άνεση και θα τα σπάσουν όλα.
Το αθάνατο έργο του μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα, το πιο πολύ-ανεβασμένο του. Και μία σκελίδα Γκαίτε. Ο Μεφιστοφελής και η Νόρα, ο Τόρβαλντ και ο Κρόγκσταντ… Ανίερες συμφωνίες για την πραγματοποίηση ενός ιερού σκοπού. Η Νόρα βάζει την υπογραφή της. Όχι με αίμα, αλλά για το αίμα της. Ο σύζυγος εξίσταται και ξεσπά επί δικαίων και αδίκων. Και ο τρίτος της παρέας… απολαμβάνει μία κατάσταση που εξισορροπεί το παράλογο με την ίδια τη ζωή.
Οι κυρίες Αφροδίτη Βραχοπούλου, Δανάη Γοργομύτη, Βίκυ Λέκκα, Άννα Λιανοπούλου βρίσκονται μπροστά μας. Οι πρωταγωνίστριες. Οι θήτες και τα θύματα. Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για την εν χορώ αναπαράσταση μίας αντίστροφης εκτέλεσης.
Μία παράσταση που δεν εμπεριέχει την κάθαρση αυτή καθαυτή, αλλά κάνει κάτι κινηματογραφικό, το οποίο μου αρέσει ιδιαίτερα. Αφήνει όλους τους ήρωες και όλες τις ηρωίδες σε ένα χωροχρονικό σημείο. Αυτά που έχουν συμβεί, καλώς ή κακώς έχουν συντελεστεί. Η επόμενη ώρα, η επόμενη μέρα, είναι και το επόμενο θέμα για συζήτηση, από τη στιγμή που θα βγούμε από την αίθουσα.
Οι δύο ηθοποιοί μας έκαναν αποδέκτες και κοινωνούς την ίδια στιγμή. Ο θεατής αισθάνθηκε σταθμός αυτής της διαδρομής. Δεν παρακολουθήσαμε απλά μία ιστορία. Τη ζήσαμε.
Οκτώ ηθοποιοί νέοι, δυναμικοί και πολύ καλά ρυθμισμένοι σαν ομάδα. Το κείμενο είναι πολύ και τρέχει ταχύτατα, εκείνοι όμως έχουν προβάρει πολύ, έχουν εξετάσει τις λεπτομέρειες και αποδίδουν σχεδόν κινηματογραφικά.
Οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί αποδεικνύονται βασικοί συντελεστές αυτής της επιτυχίας. Δεν ερμηνεύουν απλώς ρόλους· βυθίζονται μέσα τους. Έχουν προσεγγίσει το έργο με κατανόηση και εσωτερικότητα, καταφέρνοντας να μεταφέρουν το συναίσθημα με αλήθεια και ωριμότητα που εντυπωσιάζει.
Η σκηνοθετική ματιά των Μιχαέλας Αντωνίου και Βάσιας Σκιαδά κινείται με συνέπεια προς μια ποιητική αφαίρεση, βυθίζοντας τη σκηνή σε ένα σχεδόν τελετουργικό μαύρο, όπου οι καθρέφτες δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικά ευρήματα αλλά ως πολλαπλά βλέμματα πάνω στην εύθραυστη ταυτότητα του ήρωα.
Τέτοιο σκηνικό στο Άβατον δεν έχω ξαναδεί. Ο κύριος Γιάννης Βουρουτζής ξεπέρασε κάθε φαντασία και έφτιαξε μία αμμουδιά και μία παραλία. Εκεί. Στη σκηνή. Ακούγεται εξωφρενικό, ίσως και να είναι, αλλά πρέπει να πάτε και να το δείτε. Και τότε θα καταλάβετε ότι η μαεστρία κάποιων ανθρώπων δεν χαμπαριάζει ούτε από χώρους ούτε από περιορισμούς.
Θαμπώθηκα πρώτα από όλα με το φωνητικό επίπεδο όλων των ηθοποιών της παράστασης. Τραγουδούσαν τόσο όμορφα, τόσο μοναδικά. Με άριστα το δέκα έφτασαν στο εκατό και δεν είναι υπερβολή, θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας παρακολουθώντας την παράσταση.
Και μετά… ο θίασος! Πολλά θαυμαστικά για τους θαυμαστούς και τις θαυμαστές που μας έκαναν να χειροκροτούμε μέχρι να σπάσουν τα χέρια μας. Με καπετάνιο τον συνήθη ύποπτο Νικορέστη Χανιωτάκη, οι συντελεστές έλαμψαν και λάμπουν κάθε φορά που ανεβαίνουν στη σκηνή. Ο κύριος Χανιωτάκης στήνει το έργο με τέτοιο τρόπο, ώστε να στάζει εκείνο κλιμακωτά στο μυαλό και την καρδιά μας. Είναι τέτοια η αμεσότητα και είναι τέτοιο το μοτίβο, που δεν γίνεται να μην εγκλιματιστείς από τις πρώτες στιγμές.
Ένα μιούζικαλ μεταδιδακτορικού επιπέδου, με τους ηθοποιούς να στέκονται πολύ υψηλά ερμηνευτικά, με μουσική που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής και με στήριξη ισάξια του τάλαντου και της δουλειάς των συντελεστών.
Στο θέατρο Ροές, η Νάνα και ο Βαγγέλης δεν αφηγήθηκαν απλώς μια ιστορία. Την ξεδίπλωσαν μπροστά μας σαν ένα σκοτεινό κουβάρι συναισθημάτων, καλώντας τον θεατή να χαθεί μέσα του και να αναζητήσει τα δικά του νήματα. Είναι συνάνθρωποι μιας πλαστικής κοινωνίας, που τους βουλιάζει κάθε στιγμή, ενώ παράλληλα τους τραβάει σε μια μακρινή δίνη φόβου και ανασφάλειας.
Ένα θαυμάσιο κείμενο γίνεται παράσταση. Μία ιστορία που κατανοούμε από την αρχή. Ο κύριος Παναγιώτης Καστρίτσης, ο οποίος το σκέφτηκε όλο αυτό, έγραψε το κείμενο μαζί με την κυρία Δανάη Ντέμου και υπογράφει τη σκηνοθεσία, έκανε το αυτονόητο τέχνη. Μαζί με την καλλιτεχνική συνοδοιπόρο του πήραν τρεις χαρακτήρες ανθρώπινους, εντελώς καθημερινούς και τους ταξίδεψαν από μία χρονική περίοδο σε μια άλλη.
Η συγκίνηση είναι δεδομένη, όπως και ο θαυμασμός. Για όσους αγαπούν το θέατρο, εδώ, σε αυτό το έργο, βρίσκεται το ορμητήριο, το ησυχαστήριο και η σκήτη τους.
Ανοιχτή συζήτηση για τις πρακτικές του type casting, την πρόσβαση σε ρόλους και ευκαιρίες και το ποιος «χωράει» στη σκηνή σήμερα – από το σύγχρονο ρεπερτόριο έως το κλασικό.
Τελικά, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι να μας δουν, να μας ακούσουν και να μας αποδεχθούν.
Ένα έργο που σε καθηλώνει για πολλούς λόγους, ξεκινώντας από το κείμενο, το οποίο θίγει και αναδεικνύει σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από τον έγγαμο βίο και τις δυναμικές εξουσίας που μπορεί να αναπτυχθούν μέσα σε αυτόν, οδηγώντας τελικά στην απόλυτη μοναξιά ακόμη και μέσα στον γάμο.
Ο Σίμος Στυλιανού αποδίδει συγκλονιστικά τη σωματική – αλλά και ψυχική – αναπηρία του Πάβελ, ενώ η Λίλλυ Μελεμέ κεντάει πάνω στη σκηνή με τους μικρομανιερισμούς της. Ως πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις, είναι η αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη της παράστασης.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία καταφέρνει κάτι σχεδόν αδιανόητο. Ενσαρκώνει είκοσι έξι διαφορετικές φωνές και χαρακτήρες, τους δίνει σάρκα και οστά και τους συνδέει αρμονικά σε ένα ενιαίο, σφιχτοδεμένο θεατρικό σύμπαν.
Η εξέλιξη επί σκηνής. Οι Acid Death εφορμούν και το “Evolution” πρόκειται να σερβιριστεί ζωντανά για πρώτη φορά στην Αθήνα.
Η κυρία Κυριακή Σπανού έχει κάνει τη θεατρική προσαρμογή, βασισμένη στη μετάφραση του κυρίου Γιάννη Στρίγκου και έχει στήσει και δουλέψει με τρόπο που τιμά την τέχνη της και το βιβλίο. Διατηρεί και την «αυτονομία» στη διαδρομή των ηρωίδων και των ιστοριών, διατηρεί όμως και την «ένωση» στο τελείωμα, όπως προστάζουν και οι σελίδες της Κολομπανί.
Οι Cyanide 4 επιβιβάζονται στη σκηνή του Academy. Εξαιρετική εμφάνιση και ύφος «Εδώ που ήλθαμε, να τα μαΓήσουμε όλα, θα σας αρέσει πολύ και θα παρακαλάτε να μην τελειώσουμε». Ξεκίνημα και μπόλικη μελωδία, πολύ ταρακούνημα και ανάλογη και αντίστοιχη κίνηση των γοφών.
Τα tutti είναι εκτός πραγματικότητας, η συνεννόηση γίνεται μάλλον με λέιζερ και μιγαδικούς αλγόριθμους και η γενικότερη performance… Υπεράνω σχολίων και δεξαμενή όλων των σχολίων του κόσμου.
Η κυρία Σοφία Λιάκου είναι απίστευτα γλυκιά! Είναι σκέτη καραμέλα, είναι η σικάτη κυρία που μένει στο απέναντι διαμέρισμα και κάθε μέρα λαμβάνει ένα μπουκέτο λουλούδια. Η εκφορά της είναι ιδανική, το ηχόχρωμά της εξαιρετικό και ο τρόπος που κοιτάζει και κινείται, αγγίζουν την τέλεια φυσικότητα.
Το σκηνικό της παράστασης είναι ό,τι πιο ωραίο έχω δει στο secret room του Αλκμήνη και μία πραγματική δήλωση οξύνοιας στη μοντέρνα σκηνογραφία, με την υπογραφή του κυρίου Δημήτρη Μέλλου.
Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε και ένιωσα τιμή να παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση αντίστοιχου υψηλού επιπέδου. Η τεχνική αρτιότητα των χορευτριών φανερώνεται στην σεκάνς όπου η μητέρα διδάσκει στο παιδί την όρθια στάση. Ήταν ένα μάθημα ανατομίας και εμπιστοσύνης.
Η Βανέσσα Βαϊτση, υπό τη λιτή αλλά ουσιώδη σκηνοθετική ματιά και καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, μετουσιώνει σε λόγο όλα εκείνα που βιώνει ένας άνθρωπος ηττημένος – αυτή την ανεξέλεγκτη δίψα για υπέρβαση της ίδιας μας της φύσης.
Μετά από πολλές παραστάσεις που έχουμε παρακολουθήσει, μπορώ να πω με ειλικρίνεια ότι όποιος επιλέξει να τη δει θα περάσει όμορφα, είτε για να απολαύσει αγαπημένους ηθοποιούς σε πολύ καλές ερμηνείες, είτε γιατί θα αναγνωρίσει μέσα στην ιστορία κομμάτια της ελληνικής πραγματικότητας που, με χιούμορ και ευαισθησία, ανεβαίνουν στη σκηνή.
Μπροστά σε αυτό το εφιαλτικό παιχνίδι, ο θεατής αρχικά συνοφρυώνεται, ειδικά αν δεν είναι εξοικειωμένος με την υπερρεαλιστική παράδοση. Αλλά ακόμα και τότε, η γλώσσα του κειμένου είναι τόσο έξοχη, που σε συμπαρασύρει σαν χείμαρρος.
Στη συζήτηση, που ακολουθεί, με τους ηθοποιούς, τη δημιουργό αλλά και τον σκηνοθέτη και συνεργάτη της, Γιάννη Σκουρλέτη, η Μάμα απογυμνώνεται και αναδεικνύεται ως μια ωμή ανατομία του περιθωρίου. Αν, με όρους ρομαντικούς, το έργο μιλάει για την πείνα και την ηθική, με όρους πολιτικούς παραπέμπει σε ένα ανελέητο μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στο σύμβολο του Ζητιάνου και τον αδηφάγο μηχανισμό του καπιταλισμού.
Αυτή η διασκευή δεν επιδιώκει ούτε τη δικαίωση ούτε την καταδίκη της ηρωίδας. Αντίθετα, ανοίγει χώρο για ερωτήματα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευθύνη; Πόσο βαριά είναι η κοινωνική πίεση; Και τελικά, πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για το φως χωρίς να κοιτάξουμε κατάματα το σκοτάδι;
Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν και μια κρίσιμη αποκάλυψη για τον έναν από τους δύο λειτουργεί καταλυτικά. Εκεί το έργο παύει να είναι θεωρητικό και γίνεται βαθιά προσωπικό, σχεδόν ενοχλητικό.
Συνολικά, η θεατρική μεταφορά του έργου «Λόλα» είναι μια προσεγμένη, δυναμική και συναισθηματικά φορτισμένη παράσταση, που τιμά τόσο την κινηματογραφική της προέλευση όσο και το σύγχρονο θέατρο, προσφέροντας στο κοινό μια εμπειρία έντονα ανθρώπινη και βαθιά συγκινητική.
Οι Destiny Calls είναι απλά αγαπημένοι. Είναι καταπληκτικά παιδιά, είναι πολύ καλοί μουσικοί, έχουν να επιδείξουν πολλές συμμετοχές σε έτερες μπάντες και ένα σωρό δισκογραφικές δουλειές και το “Alive”, το ντεμπούτο τους, έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό από όλα τα παιδιά που αρέσκονται να ακούνε μελωδικό και βαρβάτο Hard/Heavy Rock και όχι μόνο.
Ένας μαγικά δοσμένος μονόλογος, ο οποίος στην ουσία είναι ραφή επιμέρους μονολόγων, όλων διαμέσου ενός προσώπου, που μεταμορφώνεται άμα τη βουλήσει. Συνιστάται χωρίς δεύτερη σκέψη και δεύτερη κουβέντα.
Οι κυρίες Θεανώ Κλάδη και Βιβιάννα Γιαννούτσου και οι κύριοι Χάρης Τραχανίδης, Ηρακλής Τσουζίνοβ και Γιάννης Κούλπερ, δουλεύουν και φαίνονται σαν ομάδα. Δεν υπάρχει ο πρωταγωνιστής που θα διαφανεί περισσότερο. Υπάρχουν οι πέντε πρωταγωνιστές, που ξεχωρίζουν το ίδιο, γιατί, πολύ απλά, ξεχωρίζει η ίδια η παράσταση.
Οι Just A Pinch Of Glory θα έπρεπε να μετονομαστούν σε Just Ten Megatons Of Rock, γιατί κάπως έτσι μας πυροβόλησαν με το που κατέλαβαν τη σκηνή. Φωνή αλά wildcat, με κάτι από Janis και μουσική που έμπλεκε το Ροκ με τις ιριδίζουσες περιοχές προηγούμενων δεκαετιών και τωρινής/μελλοντικής μελωδιοθεσίας.
Οι δύο πρωταγωνιστές διαθέτουν τόση άνεση, που πραγματικά διερωτάσαι, σαν θεατής, αν όλο αυτό βγαίνει από την εμπειρία τους, από το δέσιμο με την τέχνη τους, από τη διαρκή ενασχόληση ή πρόκειται «απλά» για μία συνομωσία των αρχαίων δαιμόνων του θεάτρου.
Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησα να παρατηρώ. Και μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα συναισθήματά μου, τα οποία εναλλάσσονταν. Συγκίνηση, χαμόγελο, μια εσωτερική σιωπή, μια μικρή ταραχή.
Ο κύριος Κακάλας παραδίδει μαθήματα στον τρόπο μετάδοσης. Δεν θα κάνει ούτε μισό σαρδάμ, ο ρυθμός του είναι σταθερός και η έκφανση του εξαιρετική. Η χροιά της φωνής βοηθά, ώστε η εξιστόρηση να μπαίνει στο πετσί μας και ο ιδιάζων λόγος του δημιουργού δεν προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση.
Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο με κέρδισε αμέσως. Το σκηνικό, λιτό αλλά εξαιρετικά ζωντανό, λειτουργούσε ως ενεργός αφηγητής της ιστορίας, χωρίς περιττές υπερβολές. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν συγκλονιστικές. Παραστατικές, σωματικές, βαθιά ρεαλιστικές.
Οι Reflection έχουν αναγάγει το έπος και την αφήγηση αυτού σε κάτι δικό τους. Και ακριβώς αυτό ακούσαμε και είδαμε το βράδυ της Κυριακής. Τέσσερα άτομα που ακούγονταν για χίλια πεντακόσια και ένα γεμάτο Κύτταρο, να τραγουδάει τους στίχους και να ουρλιάζει σε κάθε νεύμα, σε κάθε πρόσταγμα.
O Diman μίλησε κάμποσες φορές, καλώς ορίζοντας και ευχαριστώντας, προλογίζοντας και ορίζοντας το μοτίβο της βραδιάς. Το πνευματικό παιδί του έγινε είκοσι ετών και – καθώς φαίνεται – ανυπομονεί να γίνει και τριάντα. Και η μουσική ήταν εκείνη που καθόρισε τις νόρμες, τον ρυθμό και το χειροκρότημα. Πρόκειται για ένα μουσικό σύνολο προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τουλάχιστον για πολύ μεγάλα πράγματα.
Σάββατο βράδυ στο Gagarin και ο ενθουσιασμός γειτνιάζει με την ουσία της προηγούμενης παραγράφου. Το σεξτέτο των Iron Beast, η δεδομένη λατρεία του για τους αυτοκράτορες του Μέταλ, η δεδομένη εμμονή του κόσμου με το τσούρμο των μικροκαμωμένων Εγγλέζων και ένα setlist που θα έντυνε απ’ άκρη σ’ άκρη το Μπεν Χουρ. Τρεις ώρες έπαιξαν τα παιδιά, χαρίζοντάς μας δυόμισι ντουζίνες τραγούδια.
Το «Μόνο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» στον Μικρό Κεραμικό είναι ένα έργο που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Η ερμηνεία της Νικολέτας Βλαβιανού είναι ο βασικός λόγος. Με χιούμορ, συγκίνηση και αμεσότητα, καταφέρνει να μετατρέψει έναν μονόλογο σε ζωντανή εμπειρία.
Έχετε σκεφτεί αν ταιριάζει η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τους Clash; Ο Σωκράτης Μάλαμας με τον Γιώργο Ζαμπέτα; Οι Nirvana με τον Κώστα Μπίγαλη; Τέτοια mash up, συνοδευόμενα από λογοπαίγνια και αστεία ενδιάμεσα από τη μουσική, είναι βέβαιο ότι θα σε κάνουν να γελάσεις και να χειροκροτήσεις. Εμείς πάντως το ευχαριστηθήκαμε πολύ!
Ο τελευταίος Γιάνκης, το έργο που αναφέρεται στον Λιρόι Χάμιλτον, αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, γραμμένο το 1993 και το οποίο καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Την επίδραση του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας στον άνθρωπο, τις αξίες και τις σχέσεις του. Ίσως, στο τέλος της παράστασης, μπορεί ακόμα και να τσαντιστείς που δεν παρακολούθησες νωρίτερα έργα του τεράστιου αυτού θεατρικού συγγραφέα, ο οποίος έχει θίξει όλα τα επίκαιρα θέματα αρκετά χρόνια πριν να αρχίσουν οι δικές σου αγωνίες.
Ο Καλυβάτσης, εκτός του ότι είναι υπερταλαντούχος – νομίζω οι υπερθετικοί βαθμοί επιθέτων αρμόζουν να περιγράψουν τη πληθωρική του προσωπικότητα – έχει ένα δικό του προσωπικό χαρακτήρα πάνω στη σκηνή, την οποία γεμίζει μόνος του πολύ άνετα.
Ήταν κλειδωμένη στον ρόλο της. Ήταν διπλοκλειδωμένη στον χαρακτήρα της. Η κυρία Κορίνα Χρυσάιδου, στον ρόλο της κυρίας Μαργαρίτας, μας έπεισε εντελώς. Ήταν τόσο καλή σε αυτό που έκανε, που πολλές φορές θεώρησα ότι όντως ήμουν μαθητής και όχι θεατής και άλλες τόσες φορές ήθελα να εγκαταλείψω την αίθουσα, αφού αισθανόμουν όλη τούτη την κλειστοφοβία που προκαλούσαν οι φράσεις της.
Από την έξοδο μέχρι τον σταθμό είναι περίπου οκτώ λεπτά περπάτημα. Χρονικό διάστημα το οποίο παραδόθηκε άνευ όρων σε καταιγισμό πρόσφατων αναμνήσεων. Ευχαριστούμε, David! Ευχαριστούμε πολύ!
Καλοί μουσικοί, καλές προτάσεις, ωραίο δέσιμο και μία μπροστάρισσα, η οποία λατρεύει να βρίσκεται εκεί πάνω και να μας κάνει να περνάμε καλά.
Ένας ακόμη χρόνος φτάνει στο τέλος του, σηματοδοτώντας μια νέα αρχή. Το Keysmash γιόρτασε τα τρίτα του γενέθλια δυναμικά, κουβαλώντας πλέον στις σελίδες του περίπου 210 θεατρικές ανταποκρίσεις, 137 συνεντεύξεις, 59 μουσικές ανταποκρίσεις και μια σειρά από παρουσιάσεις άλμπουμ — όχι όσες θα θέλαμε, αφού η μέρα εξακολουθεί πεισματικά να έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες και δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει, ούτε τώρα ούτε στο κοντινό μέλλον.
Είναι η τέταρτη χρονιά που υποδύεται τη Ρόζα η κυρία Καλοπήτα. Και πρόκειται για ένα από τα πιο άνετα και εντυπωσιακά δεσίματα και κουμπώματα ηθοποιού και ρόλου. Είναι η θνησιγένεια του θεάτρου στα καλύτερά της. Είναι η τέχνη των ηθοποιών, όπως την έχουμε ονειρευτεί.
Οι συντελεστές της παράστασης έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό άμεσο στους θεατές, που πετυχαίνει τον στόχο του και αισθάνεσαι την πίεση και τον αγώνα των συμμετεχόντων στον μαραθώνιο. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη, σε μετάφραση και διασκευή δική τους, θα δώσει έμφαση στους ανθρώπινους χαρακτήρες και στο πώς οι φιλοδοξίες και τα όνειρα μπορούν να σε επηρεάσουν.
Οι δύο ηθοποιοί έδειξαν, με αυτή τους την παρουσία και αυτή τους την απόδοση, ότι το θέατρο είναι η τέχνη των ηθοποιών.
Το «Στην Εξοχή» αγγίζει πολλά και καίρια θέματα. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η θέση της γυναίκας και οι δυναμικές εξουσίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η γενικότερη φύση των ανθρώπινων δεσμών. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και την απειλή, την οικειότητα και την απόσταση, την ανάγκη για ασφάλεια και την αναπόφευκτη σύγκρουση.
ΚΑΛΟ το billing, ΚΑΛΟ το venue, ΚΑΛΗ η βραδιά, από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσοι ήλθατε, ζήσατε και ξέρατε. Όσοι δεν ήλθατε, σας περιμένουμε την επόμενη φορά. Και όσοι επιλέξατε να μην έλθετε «γιατί έτσι», προσέξτε μην δαγκώσετε κατά λάθος τη γλώσσα σας και πεθάνετε από το δηλητήριο. Καλή και πολλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που έπαιξαν!
Δείτε αυτή την παράσταση. Εστιάστε στις ερμηνείες, στους διαλόγους, σε όλα αυτά που αναδύονται από τις στιχομυθίες. Σκύψτε πάνω από τα χιουμοριστικά ιντερμέδια και τις παύσεις, τις μουσικές σιωπές του έργου. Και εμπνευστείτε από τη λίστα.
Μια ακόμη εξαιρετική θεατρική βραδιά μας επεφύλασσε η παράσταση «Το Δώρο της Παπλωματούς» στο θέατρο Βασιλάκου-Μαριάννας Τόλη, στο κέντρο της πόλης. Ένα παιδικό έργο που φυσικά απευθύνεται και σε ενήλικους, το οποίο σου αφήνει στο τέλος μια γλυκιά μελαγχολία μέσα από την πλοκή του.
Όταν υπάρχει ένα τόσο δυνατό κείμενο, όταν βρίσκεσαι στην αίθουσα και θεωρείς ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο πέρα από αυτό που βλέπεις μπροστά σου… Όταν οι ηθοποιοί κάνουν το παν για να δείξουν πόσο μαγικό είναι το θέατρο…
Αν δεν έχετε δει ακόμη την παράσταση, πραγματικά μην τη χάσετε. Είναι από εκείνες τις θεατρικές εμπειρίες που συνδυάζουν μυστήριο, χιούμορ, ρυθμό και υπέροχες ερμηνείες, αφήνοντάς σας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά.
Το ατμοσφαιρικό Θέατρο Εμπορικόν σε αγκαλιάζει. Σου θυμίζει ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να μαλακώνει τις μέρες. Οι ηθοποιοί — ταλαντούχοι, αφοσιωμένοι — παίζουν κάθε δευτερόλεπτο με ακρίβεια και ψυχή. Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχασα ούτε ανάσα τους.
Είναι μία παράσταση που προβληματίζει ιδιαίτερα. Η δυστοπία είναι μέρος του κόσμου μας. Είναι το μέλλον μας. Το ζοφερό του πράγματος τείνει να γίνει συνοδοιπόρος μας, καθώς το τέρας αρνείται να πεθάνει και εμείς οι άνθρωποι δεν κάνουμε κάτι για να το ξεφορτωθούμε.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ξεπροβάλλει μια μεγάλη αλήθεια. Ό,τι μας φαίνεται σοβαρό μπορεί να είναι τελικά αστείο. Και ό,τι θεωρούμε ασήμαντο, μπορεί να κουβαλάει ολόκληρο το βάρος της ζωής. Το θέατρο, άλλωστε, πάντα είχε αυτή τη δύναμη – να μας κάνει κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι δική μας, αλλά θα μπορούσε να είναι.
Τριάντα χρόνια InnerWish! Η εσώτερη επιθυμία για μουσική δημιουργία έκλεισε τριακόσιους εξήντα μήνες ύπαρξης και το γιορτάζει, εννοείται! Αρχικά και τελικά… οι έξι τους. Οι άνθρωποι που απαρτίζουν τη μπάντα εδώ και χρόνια. Εκείνοι που αποφάσισαν να είναι παρέα και συγκρότημα και ό,τι θέλουν.
Και τέλος, οι αγαπημένοι Mother! Πάντα θα λέω ότι η φωνή του Προκοπίου με γοητεύει. Με μαγεύει, ρε παιδί μου, πώς το λένε; Ακόμα κι όταν τον άκουγα με τους Poem – δεν θυμάμαι χρονιά, παιδιά, είπαμε η ηλικία φταίει – το ίδιο έλεγα.
H Παπαθωμά υψώνει το βλέμμα της. Περήφανη Ελληνίδα. Αναπνέει… μιλά… συνδιαλέγεται… Είναι λευκή και γαλάζια, είναι γραμμές και σταυρός… ουρανός και κύμα. H ίδια υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία και διαπιστεύει εαυτόν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Ίσως μία ερμηνεία της, η οποία θα λάμπει συνεχώς, δείχνοντας τον δρόμο προς την καλλιτεχνική αρτιότητα.
Η ερμηνεία της Δανάης Επιθυμιάδη ως Χριστίνα αποτελεί αναμφίβολα τον πυρήνα της παράστασης, μια ερμηνευτική κατάθεση υψηλής ακρίβειας και συναισθηματικής διαφάνειας. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, χτίζει έναν χαρακτήρα εύθραυστο αλλά ποτέ ανίσχυρο, αποτυπώνοντας το ψυχικό της ταξίδι μέσα από υποδόριες μετατοπίσεις, λεπτές σιωπές και στιγμές όπου η εσωτερική της πάλη γίνεται σχεδόν χειροπιαστή.
Ένα έξοχο κείμενο, ήδη βραβευμένο μάλιστα, μας προσφέρει η κυρία Νατάσα Σίδερη. Καλογραμμένο, γλαφυρό στην έλιξή του και άψογο στη σκιαγράφηση χαρακτήρων. Θα μπορούσε άνετα να γίνει μία καταπληκτική ταινία και είμαι σίγουρος πως κάποιος ή κάποιοι θα κρούσουν την πόρτα του συγγραφέα σύντομα.
Ο Σαίξπηρ εδώ απομακρύνεται από τον μύθο της εθνικής δόξας και μετατρέπεται σε πολιτικό σχόλιο για τη φύση της ηγεσίας, την ευθύνη του πολέμου και τη σχεδόν τραγική μοίρα όσων βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Είναι πολύ καλή η χημεία ανάμεσα στου δύο πρωταγωνιστές, κάτι που έρχεται σαν επιστέγασμα της μεταξύ τους επαφής, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.
Η κυρία Θέμις Μπαζάκα είναι τόσο άνετη και τόσο χαλαρή, που είχα την εντύπωση ότι απλά εκείνη ήταν όντως ο χαρακτήρας της, ο οποίος είπε στην ηθοποιό «Άσε να πάω εγώ στο θέατρο. Άσε να τα πω εγώ». Θα πρέπει να δείτε το όλο στήσιμό της και θα συμφωνήσετε απόλυτα μαζί μου.
Οι ηθοποιοί ήταν πραγματικά εξαιρετικοί. Δεν έπαιζαν απλώς ρόλους· σου παρέδιδαν κομμάτια του εαυτού τους. Σε έβαζαν στον κόσμο τους με τέτοια αμεσότητα, που χωρίς να το καταλάβεις γινόσουν και εσύ ένας ακόμη χαρακτήρας. Έπαιρνες τον ρόλο που σου έδιναν, τον ζούσες, τον κουβαλούσες. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της παράστασης. Ότι σε κάνει μέρος της.
Ο Θεοδόσης Τανής έχει χτυπήσει τριπλοβελονιά σε όλο αυτό, αφήνοντας την παράσταση, τις ατάκες και τους χαρακτήρες να ανοίξουν τις πύλες τους στο κοινό. Οι δραματικές στιγμές κεντιόνται με απίστευτα κωμικές ατάκες και φτάνεις να γελάς με κάτι, που κανονικά θα έπρεπε να σου κόβει την ανάσα.
Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης αποδίδει με αξιοπρέπεια τον θυμικό παλμό του Μισανθρώπου, ενώ η Σωτηρία Τσαμή φωτίζει με λεπτότητα την υπολογιστική φύση της Σελιμέν. Μαζί με την Ανθία Μπαλή, τον Δημήτρη Κατσίκα, τη Μιχαέλα Δεληγιαννάκη, τον Άγγελο Λιάγκο, τον Ηλία Μαυροειδή και τη Θεοδώρα Τσαμή – η οποία υπογράφει και τη μετάφραση – συγκροτούν μια ομάδα που δείχνει πως διαθέτει το πάθος για ένα ακόμη πιο στέρεο μέλλον στις επόμενες παραγωγές της.
Η παράσταση κινείται με ρυθμούς που θυμίζουν αριθμητική πρόοδο. Είναι γλυκιά και τρυφερή και στη συνέχεια βάζει μπρος τις μηχανές και μετατρέπεται σε μία κωμωδία με κορυφαίο ατακαριό, με το κοινό να γελάει χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, με τις ιστορίες να εκτυλίσσονται με χάρη, χωρίς φτηνά κατασκευάσματα, χωρίς περιττούρες.