Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάμγουερ in ‘80sland

Ελιξίριο σε ultra high quality

Εκδόσεις Ιωλκός

Σκέφτηκα να βάλω να παίζει ένα τραγούδι καθώς θα γράφω γι’ αυτό εδώ το βιβλίο. Το πιο ταξιδιάρικο του Joe Satriani, το πανάγιο “Crystal Planet”, απορρίφθηκε λόγω ημερομηνίας κυκλοφορίας. Απόψε έχει μόνο εϊτίλες. Έτσι έβαλα να παίξουν τα τραγούδια που αναφέρονται στο δημιούργημα του Παναγιώτη. Ελπίζω να μου επιτρέψει ο συγγραφέας την αναφορά στον ενικό, μια και έχουμε ήδη συναντηθεί, έχουμε ήδη μιλήσει, πριν καν γνωριστούμε μάλιστα! Και εκείνη η κουβέντα ήταν σχεδόν λυτρωτική. Δύο άνθρωποι μιλάνε για μουσική και συμβάντα γύρω από αυτή. Δεν έχω καλύτερο.

Ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος, επιστήμονας, σύντροφος και πατέρας, ένας εραστής της μουσικής και δη του «δικού μας» υβριδίου, ένας ρομαντικός που αντί για DeLorean έχει τα τραγούδια του. Και το πιο ωραίο; Μεγαλώσαμε την ίδια περίοδο. Όταν διάβασα πως η πρώτη λυκείου για εκείνον συνέπιπτε με τη χρονιά 1985-86… Ώστε λοιπόν είσαι κι εσύ «Τάξη ‘88», φίλε; Ένας έβδομος γιος, ενός έβδομου γιου, σε μια χρονιά γεμάτη οχτάρια…

80sland2314

Ο Παναγιώτης υπερέχει εμού σε πολλά, θα εστιάσω όμως σε δύο βασικούς άξονες, τους εξής τρεις (ατυχής stand up προσπάθεια, σε ένα, κατά τα άλλα, μη παρεμφερές κείμενο). Ξεκίνησε να ακούει μουσική ΠΟΛΥ νωρίτερα από μένα, μπήκε στο Μέταλ ΠΟΛΥ πιο γρήγορα και γύρισε τη ΡοκοΜεταλλική Αθήνα ΠΟΛΥ πιο πολύ και ΠΟΛΥ πιο νωρίς από μένα. Άρα, κάπου εδώ, το βουλώνω (sic), αναφέρω και απλά συγκινούμαι.

Τα πρώτα μουσικά σκιρτήματα, παρέα με τα ερωτικά. Τα συναισθήματα που ζύγιζαν το καθένα τόνους. Η βόλτα από το δημοτικό στο γυμνάσιο και από κει στο λύκειο. Οι καθηγητές, οι συμμαθητές, οι συμμαθήτριες,  οι απ’ έξω, οι παρατρεχάμενοι. Οι πρώτες γραμμένες κασέτες, το ραδιόφωνο και τα περιοδικά. Οι κουβέντες οι ατελείωτες, το συνεχές διάβασμα, η τηλεόραση και οι μελωδίες. Οι Chicago, η πανέμορφη Pop μουσική – σήμα κατατεθέν της εν λόγω δεκαετίας – και οι Journey, παρέα με τους Bon Jovi – τους απεχθανόταν στην αρχή – και τους Dire Straits, η λατρεία για τους #ΜΟΝΟ, η αγάπη για τους Deep Purple, τους Scorpions, τουςVan Halen. Τα ποδοσφαιρικά στην Ελλάδα, το μουντιάλ, το Ευρωμπάσκετ, ο Γκάλης, οι ολυμπιακοί αγώνες, το Live Aid, τα Ροκ κλαμπ, οι διακοπές το καλοκαίρι, οι συναναστροφές… To “Back to the future” αλά ελληνικά και ένα κάρο βουτιές. Ο κύριος Παπαϊωάννου ζει κάθε σελίδα του. Κι αυτό επειδή, πολύ απλά, την έχει ήδη βιώσει. Περιγράφει κομμάτια της ζωής του, μαζί και της δικής μας. Όσα παιδιά έχετε γεννηθεί εκείνη την περίοδο – 1970 με 1976 – θα ταυτιστείτε απόλυτα, ενώ πολύ κοντά μας είναι και όλα εκείνα τα πλάσματα που γεννήθηκαν τα επόμενα οκτώ χρόνια.

Με πολύ καλά ελληνικά, με συνεχείς εικόνες που απαρτίζονται από λέξεις, με τραγούδια που έχουμε ακούσει άπειρες φορές, που έχουμε να ακούσουμε πολύ καιρό, που δεν είχαμε ποτέ προσέξει και με στιγμές που έχουμε ζήσει κι εμείς, έτσι ή αλλιώς, ξεδιπλώνεται μπροστά μας το πιο νόστιμο κουβάρι του κόσμου. Είναι ένα βιβλίο που μυρίζει σπιτική κουζίνα, καθώς και εκείνη ταβέρνας, είναι ένα βιβλίο που ρουφιέται μέσα σε ώρες. Μέσα σε εννιά ώρες, όσο κράτησε το ταξίδι για τον Πειραιά, «το έκανα να», όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα μου. Διαβάζοντας, απορροφώντας, βρέθηκα να θυμάμαι το πολύ κοντό παιδάκι με τα γυαλιά, που είχε το καλύτερο σκορ στο Ms Pac-man στη Σαλαμίνα και που απέφευγε τις κόντρες με άλλους “hi-scorer”, γιατί δεν ήξερε τι μπορεί να έκανε ο καθένας εκείνο το βράδυ. Μέχρι που ήλθε ο πατέρας του Ρομπέν και μας έδειξε πως τα δικά μας σκορ ήταν ένα τίποτα μπροστά του. Άλλη ιστορία αυτή…

papaioannou2314

To καταπληκτικό εξώφυλλο του βιβλίου, όπως και το οπισθόφυλλο, παραπέμπει στις βιντεοκασέτες της χρυσής εκείνης εποχής. Όταν γράφαμε ταινίες, όταν γράφαμε βίντεο κλιπ – λίγο αργότερα – και όταν θέλαμε να κρατήσουμε για πάντα κοντά μας ονόματα και πράγματα που μας είχαν αιχμαλωτίσει την προσοχή. Ο συγγραφέας μας μιλά για πολλά από αυτά. Ταινίες, συναυλίες, δίσκοι, εκπομπές. Ο Γιώργος Γκούτης, με ένα δερμάτινο που μπορεί να κόστιζε όσο όλα τα χαρτζιλίκια ενός γυμνασιολύκειου, να λέει ότι οι Scorps είναι «Το καλύτερο Heavy Metal συγκρότημα» και μάλλον να μην το πιστεύει ούτε εκείνος. Ο Παπαϊωάννου γνωρίζει πολλά και είναι απίστευτα διαβασμένος. Έχει κάνε τις έρευνές του, έχει στήσει άψογα το bandcamp του και έχει δημιουργήσει ένα βιβλίο που θα μπορούσε να γίνει ταινία ή/και σειρά.

Για μας, που τη ζήσαμε από την αρχή ως το τέλος, η ογδονταχώρα δεν έχει αντίπαλο. Είναι πάντα πρώτη στις προτιμήσεις μας, βρίσκεται σε πολύ ξεχωριστό χώρο στην καρδούλα μας. Υπάρχουν μυριάδες αντίθετες απόψεις, αλλά μην σας νοιάζει. Πάντα θα υπάρχουν. Εμείς πάλι… Για χίλιους εννιακόσιους ογδόντα λόγους, θα διαλέξουμε ό,τι μας έκανε να ταξιδέψουμε έξω από το σώμα μας, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα.

Η συνταγή είναι απλή. Το αγοράζετε, το διαβάζετε, το μεταδίδετε και βάζετε να δείτε και μια ταινία της εποχής. Θα πρότεινα μάλιστα όχι μία από τις πολύ πολύ γνωστές. Τι θα λέγατε για το «Αμέρικαν Τσάμπιον»; Πρωτότυπος τίτλος “No retreat, No surrender”. Έτσι, για να θυμηθούμε και τον ύμνο του Αφεντικού. Ξέρετε τι; Δεν έχω ιδέα αν μαθαίναμε πιο πολλά από ένα δισκάκι τριών λεπτών, από αυτά που μαθαίναμε στο σχολείο. Ξέρω όμως ότι υπάρχουν εκεί έξω άνθρωποι, όπως ο Παναγιώτης, που δεν θα σταματήσουν να κουβεντιάζουν με τους συνανθρώπους τους. Που δεν θα σταματήσουν να ονειρεύονται. Σ’ ευχαριστώ πολύ, φίλε! Καλοτάξιδο!

Κώστας Κούλης

Buy the book HERE!

Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου γεννήθηκε το Μάρτιο του ’71. Πήγε στο πρώτο του πάρτι το Δεκέμβριο του ’80, πήρε στα χέρια του την πρώτη συλλογή γραμμένη σε 60άρα ΤDK το Φθινόπωρο του ’83 και βρέθηκε στην πρώτη του συναυλία το Μάιο του ’86, έχοντας φάει κατακέφαλα ολίγη από τη ραδιενεργή βροχή του Τσερνόμπιλ. Έζησε μέρες Σισμίκ, ήταν μέσα στον τελικό του Ευρωμπάσκετ, είδε τις πανελλήνιες να γίνονται πανελλαδικές και παρακολούθησε με ιερή ευλάβεια κινηματογράφο, το LiveAid (σε κονσέρβα), Κύπελλα Εθνών Ευρώπης και Μουντιάλ. Ακολούθησαν κι άλλα πάρτι, κασέτες, δίσκοι, εξετάσεις, καλοκαίρια, ταινίες, συναυλίες, ραδιοφωνικές εκπομπές και μεταπτυχιακές σπουδές, πριν αρχίσει από το ’97 να παρεπιδημεί για τα προς το ζην στις δικαστικές αίθουσες. Τα τελευταία είκοσι και κάτι χρόνια έχει δημοσιεύσει βιβλία, έρευνες και άρθρα σχετικά με ζητήματα Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας, συμμετέχει σε ημερίδες, συνέδρια και σεμινάρια, ενώ συνεχίζει να αρθρογραφεί τοποθετούμενος δημόσια σε θέματα αιχμής που αφορούν τη λειτουργία του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, στο οποίο δεν παραλείπει να συλλειτουργεί βιοποριζόμενος ως μαχόμενος δικηγόρος. Εξακολουθεί ν’ ακούει μουσική και να γράφει γι’ αυτήν, καθώς και να συχνάζει σε μέρη όπου το ροκ λαμβάνει χώρα δυνατά και καθαρά. Στην ερώτηση που συχνά του απευθύνουν: «Πώς κι εσείς, ένας δικηγόρος, διδάκτωρ εγκληματολογίας…», προλαβαίνει κι απαντά: «Για τις δικές μας γενιές, δεν είναι πουθενά γραμμένο ότι πρέπει να εγκαταλείπεις τις πολιτισμικές αποσκευές σου με αντάλλαγμα την ομογενοποίηση και τη σοβαροφάνεια».

One Response