Η ταινία Ballad of a Small Player συγκαταλέγεται, δυστυχώς, ανάμεσα στις πιο απογοητευτικές κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων ετών. Το 5,8 στο IMDb μοιάζει υπερβολικά επιεικές για ένα φιλμ που πασχίζει να βρει τα πατήματά του και τελικά βυθίζεται σε έναν αφηγηματικό παραλογισμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Η υπόθεση ακολουθεί τον Lord Doyle (Colin Farrell), έναν “Λόρδο” μόνο κατ’ όνομα, ο οποίος βρίσκεται στο Μακάο, παγιδευμένος στον φαύλο κύκλο του τζόγου. Έχοντας υπεξαιρέσει χρήματα πελάτισσας στην Αγγλία, τα οποία όχι μόνο τα έπαιξε αλλά κατάφερε και αν χρωστάει κιόλας. Ανάμεσα σε κρίσεις πανικού, επεισόδια υπερφαγίας, ατυχήματα, καρδιακά επεισόδια και αλλοπρόσαλλες μεταπτώσεις, η αφήγηση δεν καταφέρνει να αποκτήσει συνοχή ούτε σαφή δραματουργική κατεύθυνση.
Η παρουσία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που εμφανίζεται επανειλημμένα στο τραπέζι του μπακαρά και κερδίζει αδιάκοπα αφήνει υπαινιγμούς για κάποιον κρυφό συμβολισμό, ο οποίος ωστόσο παραμένει αδιευκρίνιστος. Ακόμη και αν υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα, αυτό χάνεται μέσα στην αδυναμία της ταινίας να δημιουργήσει συναισθηματική εμπλοκή ή στοιχειώδη αγωνία.

Η κορύφωση, με τον Doyle να καίει τα κέρδη του σε έναν ναό και να αγναντεύει τον ορίζοντα με ύφος εξιλέωσης, θυμίζει έντονα ελληνικό μελόδραμα παλαιότερων δεκαετιών, περισσότερο παρά σύγχρονο υπαρξιακό σινεμά. Και για να το κάνω και συγκεκριμένο, Κούρκουλος στην ταινία «Ορατότης Μηδέν». Μόλις δείτε την εν λόγω σκηνή θα με θυμηθείτε.
Πρόκειται άραγε για λύτρωση από την εξάρτηση ή για έναν ακόμη αινιγματικό συμβολισμό; Ο σκηνοθέτης Edward Berger φαίνεται να αφήνει το ερώτημα μετέωρο, χωρίς να προσφέρει πειστικές απαντήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία δίχως αφηγηματική πυξίδα και εσωτερικό ρυθμό, ένα δίωρο κινηματογραφικού κενού που διαλύει κάθε προσδοκία.
Για τον εξαιρετικό Colin Farrell, το “Ballad of a Small Player” μοιάζει περισσότερο με μια ατυχή επιλογή στο βιογραφικό του, παρά με μια ουσιαστική καλλιτεχνική κατάθεση. Ένα στοίχημα που χάθηκε και που ίσως να άξιζε περισσότερο να είχε επενδυθεί… σε σουβλάκια.
Μαίρη Ζαρακοβίτη


0 Comments