Το άκουσα και το ξανάκουσα. Πολλές φορές. «Είμαστε η αρχή. Θα λάμπουμε για πάντα. Είμαστε Αστέρια»!
Το άκουσα και το ξανάκουσα. Πολλές φορές. «Είμαστε η αρχή. Θα λάμπουμε για πάντα. Είμαστε Αστέρια»!
Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ένιωσα πως παρακολουθώ μια παράσταση που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά με μεταφέρει ολοκληρωτικά σε έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο παράλογο, σουρεαλιστικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο.
Ο Khan προσφέρει πολύ υλικό από το “The Black Halo”, όπως όλοι γνωρίζαμε άλλωστε και επισκέπτεται και άλλες στιγμές των Kamelot. Όταν μας πετάνε στα μούτρα το “Karma”… Εκεί πλέον νομίζουμε ότι είμαστε για πάντα είκοσι χρονών. Έχουν περάσει είκοσι πέντε, είπατε; Αριθμοί και τίποτα περισσότερο.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία υπογράμμισε πως το θέατρο δεν είναι μόνο η σκηνή, αλλά το σύνολο του χώρου. Η δράση επεκτάθηκε πέρα από τα όριά της, αγκαλιάζοντας το κοινό, ακόμη και τον δρόμο έξω από το θέατρο, μετατρέποντας κάθε σημείο σε εν δυνάμει σκηνή.
Ίσως οι Triumpher να είναι το επόμενο ΚΑΛΟ στοίχημα για την ελληνική Heavy Metal σκηνή.
Στις 17 Απριλίου, ο Roy θα ανέβει τη σκηνή του Gagarin, για να παίξει το “The Black Halo”, ίσως και ολόκληρο… Μμμ, κρατήστε μία σημείωση για αυτό το τελευταίο. Πρόσφατα, στη Δανία, ο μεγάλος τραγουδιστής και οι Seven Spires, βάσισαν το συντριπτικό ποσοστό του setlist τους στο εν λόγω άλμπουμ. Κάτι ανάλογο θα γευτούμε και εδώ και εννοείται ότι δεν κάνω spoiler, αφού κι εγώ θα παριστάνω ότι δεν έχω διαβάσει τίποτα και μάλιστα δύο φορές!
Τα πράγματα είναι αρκετά απλά. Πάτε, βλέπετε το έργο – δεν το συζητώ καν ότι θα ξαναπήγαινα – και στη συνέχεια αρχίζετε να αναρωτιέστε. Για το κακό, που χαρακτηρίζει τη φάρα μας. Και για το καλό. Αυτό που υπομένει καρτερικά τις ορέξεις του κακού. Πληρώνοντας το ανίερο στοίχημα που επιμένει να χάνει εδώ και χιλιετίες…
Οι Schmetterling τώρα… Ρε μεγάλε, τι με βάζετε να κάνω, τι με βάνετε να γράψω… Λες και προσγειώθηκα σε συναυλία των Yes ή των Saga, καμιά σαρανταριά χρόνια πριν.
Οι Sanctum Pyre δημιουργήθηκαν το 2025 από τον Νίκο Τζουάννη και τον Mike G. Με τον Rob Lundgren στα φωνητικά η μπάντα ήρθε και έδεσε και μας έδωσε την πρώτη της δουλειά. Το άλμπουμ “He Who Remains” περιέχει τραγούδια που θα σας ταξιδέψουν μακριά και θα ταράξουν το μουσικό σας κόσμο.
Τύμπανα καταιγιστικά, κιθάρα που σκοτώνει και φωνή πολύ κοντά σε εκείνη του Fraser. Το διασκεδάζουμε, το φχαριστιόμαστε, το βρέχουμε και σκουντρίζουμε στην υγειά όλων. Και κάπου εκεί…
Θα νιώσετε ένα τσίμπημα στις αισθήσεις και το μυαλό σας. Θα θυμώσετε, θα θελήσετε να φωνάξετε. Δεν θα το κάνετε. Θα προτιμήσετε να πάρετε όλο αυτό και να το κάνετε κουβέντα. Να απευθυνθείτε στη συντροφιά σας. Να νιώσετε το έντονο αντιπολεμικό μήνυμα της παράστασης.
Ο πρωταγωνιστής κι αρχισφαγέας Ράντοβαν Κάραζιτς υπήρξε στα αλήθεια, το αιματοκύλισμα στη Σρεμπρένιτσα ήταν δική του υπαιτιότητα, και η μεταμόρφωσή του σε γενειοφόρο εναλλακτικό θεραπευτή που μεθοκοπά στο καπηλειό «Τρελάδικο» δεν αποτελεί επινόηση.
Να ευχηθούμε κάθε επιτυχία; Είναι δεδομένη, αλλά θα το πάμε ένα βήμα πιο πέρα. Να ευχηθούμε να γίνεται αυτό το φεστιβάλ κάθε χρόνο, σε ολοένα μεγαλύτερο χώρο και με ακόμα πιο πολλές συμμετοχές, είτε ζυθοποιών είτε καλλιτεχνών. Γεωργία και υπέροχη ομαδάρα, πολλά μπράβο!
Οι Deus Culpa, οι οποίοι πρόσφατα πραγματοποίησαν δύο μίνι περιοδείες στην Ευρώπη, επέλεξαν έναν πολύ όμορφο τρόπο για να μας εισαγάγουν στον κόσμο των θεϊκών λαθών και να μας παρουσιάσουν το άλμπουμ “Precarious”. Με μουσικό καμβά το “Go The Distance” (από την ταινία “Hercules” της Disney”) και ένα μαυρόασπρο βίντεο μερικών λεπτών, μας έβαλαν στο τελετουργικό της περιοδείας και της ιδιοσυγκρασίας τους, του κλίματος εν μέσω μετακινήσεων και συναυλιών και την ουσία της μουσικής, που μεταφράζεται σε αγάπη και φιλία μεταξύ των μελών.
Η κυρία Κατσαμένη κρατά την ουσία του έργου του Πόε. Με συνειδητή επιλογή μία παράσταση βασισμένη σε κείμενο καθαρευούσης και αγάπη στον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα και ποιητή, η σκηνοθέτις παραθέτει αυτό ακριβώς που διέπει, διατρέχει και διακατέχει το έργο. Πραγματικότητα και φαντασία και πλήρη αρμονία.
Ποτέ άλλοτε ένα τόσο – κατά τα άλλα πάντα – «μαύρο» μιούζικαλ δεν κατάφερε να κάνει όλα γύρω μας πιο λευκά, πιο φωτεινά, πιο ανθρώπινα. Η Μαρσέλλου είναι ό,τι καλύτερο έχει τύχει στο μιούζικαλ τα τελευταία είκοσι-φεύγα χρόνια.
Μιλάμε για έναν θίασο που λειτουργεί χωρίς ψεγάδια, που κερδίζει το στοίχημα χάρη στις πολλαπλές διανομές και την οξυδέρκεια των συντελεστών και που καταφέρνει να συγκινήσει το κοινό. Ένα μιούζικαλ με δομημένη ιστορία και μήνυμα.
Οι Nightrage είναι μπάντα παντός καιρού! Μπορεί να παίξουν σε αυτό το μαγαζί, μπορεί αύριο να βρίσκονται στην Ινδονησία και μπορεί μεθαύριο να έχουν να πάνε στο τρίτο φεγγάρι του Κρόνου. Ε, θα το κάνουν με τον ίδιο επαγγελματισμό και την ίδια άνεση και θα τα σπάσουν όλα.
Το αθάνατο έργο του μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα, το πιο πολύ-ανεβασμένο του. Και μία σκελίδα Γκαίτε. Ο Μεφιστοφελής και η Νόρα, ο Τόρβαλντ και ο Κρόγκσταντ… Ανίερες συμφωνίες για την πραγματοποίηση ενός ιερού σκοπού. Η Νόρα βάζει την υπογραφή της. Όχι με αίμα, αλλά για το αίμα της. Ο σύζυγος εξίσταται και ξεσπά επί δικαίων και αδίκων. Και ο τρίτος της παρέας… απολαμβάνει μία κατάσταση που εξισορροπεί το παράλογο με την ίδια τη ζωή.
Με ένα εξώφυλλο για βραβείο και παραγωγή που αναπνέει, οι BattleroaR βρυχώνται μέσω της πλέον πρόσφατης δουλειάς τους, η οποία αποτελεί πάτημα για όλα τα καλά που προγραμματίζονται για τους μήνες που έρχονται. Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου από τη No Remorse Records. Ευχαριστούμε θερμά για τη φιλοξενία και θα τα πούμε ξανά πολύ σύντομα.
Εννοείται ότι με το που τελειώνει το άλμπουμ, πατάμε το κουμπάκι και βάζουμε να ξαναπαίξει. «Πού είναι το κόμμα σου τώρα, που πολεμάς σε ξένη χώρα; Για πες μου πόσες γραβάτες μετράς»… Η μουσική είναι ΚΑΙ επανάσταση και ευτυχώς υπάρχουν συγκροτήματα σαν κι αυτό εδώ, που δεν επιθυμούν να είναι απόντα παρόντα και φροντίζουν να τσιγκλάνε, να τσιμπάνε, να ενοχλούν. Καλοτάξιδο, μάγκες! Με το καλό το βινύλιο και τα LiVE!
To ομώνυμο τραγούδι, που έπεται, έχει κάτι από Priest, από τους Ryche του ’83 και από την αγνή πόζα της δεκαετίας του ’80, ιδίως έτσι όπως έσκασαν τα πλήκτρα. Πολυφωνητικό ρεφρέν, το οποίο δείχνει ότι η δύναμη του άλμπουμ εστιάζεται ΚΑΙ εκεί. Καψούρικα τα σόλο και άνετο το rhythm section. E, με αυτούς που παίζουν…
Οι κυρίες Αφροδίτη Βραχοπούλου, Δανάη Γοργομύτη, Βίκυ Λέκκα, Άννα Λιανοπούλου βρίσκονται μπροστά μας. Οι πρωταγωνίστριες. Οι θήτες και τα θύματα. Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για την εν χορώ αναπαράσταση μίας αντίστροφης εκτέλεσης.
Μία παράσταση που δεν εμπεριέχει την κάθαρση αυτή καθαυτή, αλλά κάνει κάτι κινηματογραφικό, το οποίο μου αρέσει ιδιαίτερα. Αφήνει όλους τους ήρωες και όλες τις ηρωίδες σε ένα χωροχρονικό σημείο. Αυτά που έχουν συμβεί, καλώς ή κακώς έχουν συντελεστεί. Η επόμενη ώρα, η επόμενη μέρα, είναι και το επόμενο θέμα για συζήτηση, από τη στιγμή που θα βγούμε από την αίθουσα.
Είναι ένας δίσκος που δεν περιορίζεται σε ένα μόνο ύφος, αντίθετα, κινείται ελεύθερα μέσα σε ένα gothic-industrial σύμπαν γεμάτο ενέργεια, μυστήριο και σκοτεινή γοητεία.
Το “The Poppy War” είναι ένα αριστούργημα που επαναπροσδιορίζει το σκοτεινό (Grimdark) Fantasy. Είναι μια σειρά που σε στοιχειώνει για καιρό μετά την τελευταία σελίδα. Αν αναζητάτε ένα ανάγνωσμα βαθύ, έντονα πολιτικοποιημένο και συναισθηματικά φορτισμένο, η τριλογία της Kuang είναι η ιδανική επιλογή, αρκεί να έχετε το στομάχι να αντέξετε την αλήθεια της.
Οι δύο ηθοποιοί μας έκαναν αποδέκτες και κοινωνούς την ίδια στιγμή. Ο θεατής αισθάνθηκε σταθμός αυτής της διαδρομής. Δεν παρακολουθήσαμε απλά μία ιστορία. Τη ζήσαμε.
Αγαπητό μου ημερολόγιο, τι αλμπουμάρα είναι ετούτη εδώ! Το “Bye Bye Beautiful Lie” έχει πιο αργή αλλά παθιάρικη κίνηση. Συνεχίζει η βαριά ατμόσφαιρα, αλλά διανθίζεται σποραδικά με πινελιές αγριάδας, αλλά και ξύλινες φθινοπωρινές νότες.
Οκτώ ηθοποιοί νέοι, δυναμικοί και πολύ καλά ρυθμισμένοι σαν ομάδα. Το κείμενο είναι πολύ και τρέχει ταχύτατα, εκείνοι όμως έχουν προβάρει πολύ, έχουν εξετάσει τις λεπτομέρειες και αποδίδουν σχεδόν κινηματογραφικά.
Οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί αποδεικνύονται βασικοί συντελεστές αυτής της επιτυχίας. Δεν ερμηνεύουν απλώς ρόλους· βυθίζονται μέσα τους. Έχουν προσεγγίσει το έργο με κατανόηση και εσωτερικότητα, καταφέρνοντας να μεταφέρουν το συναίσθημα με αλήθεια και ωριμότητα που εντυπωσιάζει.
Η σκηνοθετική ματιά των Μιχαέλας Αντωνίου και Βάσιας Σκιαδά κινείται με συνέπεια προς μια ποιητική αφαίρεση, βυθίζοντας τη σκηνή σε ένα σχεδόν τελετουργικό μαύρο, όπου οι καθρέφτες δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικά ευρήματα αλλά ως πολλαπλά βλέμματα πάνω στην εύθραυστη ταυτότητα του ήρωα.
Τέτοιο σκηνικό στο Άβατον δεν έχω ξαναδεί. Ο κύριος Γιάννης Βουρουτζής ξεπέρασε κάθε φαντασία και έφτιαξε μία αμμουδιά και μία παραλία. Εκεί. Στη σκηνή. Ακούγεται εξωφρενικό, ίσως και να είναι, αλλά πρέπει να πάτε και να το δείτε. Και τότε θα καταλάβετε ότι η μαεστρία κάποιων ανθρώπων δεν χαμπαριάζει ούτε από χώρους ούτε από περιορισμούς.
Θαμπώθηκα πρώτα από όλα με το φωνητικό επίπεδο όλων των ηθοποιών της παράστασης. Τραγουδούσαν τόσο όμορφα, τόσο μοναδικά. Με άριστα το δέκα έφτασαν στο εκατό και δεν είναι υπερβολή, θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας παρακολουθώντας την παράσταση.
Και μετά… ο θίασος! Πολλά θαυμαστικά για τους θαυμαστούς και τις θαυμαστές που μας έκαναν να χειροκροτούμε μέχρι να σπάσουν τα χέρια μας. Με καπετάνιο τον συνήθη ύποπτο Νικορέστη Χανιωτάκη, οι συντελεστές έλαμψαν και λάμπουν κάθε φορά που ανεβαίνουν στη σκηνή. Ο κύριος Χανιωτάκης στήνει το έργο με τέτοιο τρόπο, ώστε να στάζει εκείνο κλιμακωτά στο μυαλό και την καρδιά μας. Είναι τέτοια η αμεσότητα και είναι τέτοιο το μοτίβο, που δεν γίνεται να μην εγκλιματιστείς από τις πρώτες στιγμές.
Ένα μιούζικαλ μεταδιδακτορικού επιπέδου, με τους ηθοποιούς να στέκονται πολύ υψηλά ερμηνευτικά, με μουσική που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής και με στήριξη ισάξια του τάλαντου και της δουλειάς των συντελεστών.
Είχα ρίξει έναν απίστευτο τσακωμό με τον κουμπάρο μου για το θέμα Zep/Who. Υποστήριζα ότι οι Led Zeppelin ήταν «απλά» μία μπάντα που το πήγαινε να γίνει τόσο καλή όσο οι Who, αλλά δεν τα κατάφερε και πολύ καλά. Το τι βρισίδι είχα ακούσει… Η κουβέντα κράτησε κάνα τρίωρο, το λήξαμε κατά τη μία το πρωί, η παρέα μας κυριολεκτικά μας βαρέθηκε από την πρώτη μισή ώρα και ο διάλογος έληξε με την ατάκα του. «Θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο. Για να σε βρίσω»…
Στο θέατρο Ροές, η Νάνα και ο Βαγγέλης δεν αφηγήθηκαν απλώς μια ιστορία. Την ξεδίπλωσαν μπροστά μας σαν ένα σκοτεινό κουβάρι συναισθημάτων, καλώντας τον θεατή να χαθεί μέσα του και να αναζητήσει τα δικά του νήματα. Είναι συνάνθρωποι μιας πλαστικής κοινωνίας, που τους βουλιάζει κάθε στιγμή, ενώ παράλληλα τους τραβάει σε μια μακρινή δίνη φόβου και ανασφάλειας.
Από τη μια μεριά ένας Έλληνας διεθνής. Γιώργος Φακανάς. Ένας μουσικός με πάνω από επτακόσιους δίσκους πορτφόλιο, με δεκατρείς προσωπικές κυκλοφορίες, ένας μαέστρος με δεκαεπτά βιβλία, με μουσική για θέατρο και κινηματογράφο, με συναυλίες σε κάθε γωνιά της Γης. Από την άλλη ένας Αμερικανός υπέρ-μουσικός, που έχει κερδίσει τρία Grammy και έχει παίξει με τον Chick Corea, μεταξύ πολλών άλλων και έχει αποκτήσει τον τίτλο ενός από τους νονούς της Jazz-Fusion. Lenny White, κυρίες και κύριοι και θεωρώ ότι ήταν απλά θέμα χρόνου η σύμπραξη με τον μπασίστα των ονείρων μας.
Ένα θαυμάσιο κείμενο γίνεται παράσταση. Μία ιστορία που κατανοούμε από την αρχή. Ο κύριος Παναγιώτης Καστρίτσης, ο οποίος το σκέφτηκε όλο αυτό, έγραψε το κείμενο μαζί με την κυρία Δανάη Ντέμου και υπογράφει τη σκηνοθεσία, έκανε το αυτονόητο τέχνη. Μαζί με την καλλιτεχνική συνοδοιπόρο του πήραν τρεις χαρακτήρες ανθρώπινους, εντελώς καθημερινούς και τους ταξίδεψαν από μία χρονική περίοδο σε μια άλλη.
Φωνή γλυκιά και κοντινή μας. Τραγουδά ο φίλος στο δίπλα διαμέρισμα, τραγουδά ο γνωστός στη διπλανή αίθουσα στο ωδείο, τραγουδά ο κιθαρίστας που μέχρι πρότινος μόνο έπαιζε. Και εκείνο το κλασσικίζον στο τελείωμα… Ο Θέμος είναι μανούλα στις ενορχηστρώσεις, συν το γεγονός ότι έχουν συνδράμει όλοι οι μουσικοί σύντροφοί του.
Η συγκίνηση είναι δεδομένη, όπως και ο θαυμασμός. Για όσους αγαπούν το θέατρο, εδώ, σε αυτό το έργο, βρίσκεται το ορμητήριο, το ησυχαστήριο και η σκήτη τους.
Ανοιχτή συζήτηση για τις πρακτικές του type casting, την πρόσβαση σε ρόλους και ευκαιρίες και το ποιος «χωράει» στη σκηνή σήμερα – από το σύγχρονο ρεπερτόριο έως το κλασικό.
Μπορεί το G.O.T. να έκανε θραύση, αλλά έχω την αίσθηση πως αυτή η σειρά θα αγαπηθεί πολύ βαθύτερα από τους αληθινούς φαν της φανταστικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος ο Martin αναφέρει ότι η σειρά τιμά την πηγή της με σεβασμό και χαρακτήρα.
Τελικά, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι να μας δουν, να μας ακούσουν και να μας αποδεχθούν.
Ένα έργο που σε καθηλώνει για πολλούς λόγους, ξεκινώντας από το κείμενο, το οποίο θίγει και αναδεικνύει σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από τον έγγαμο βίο και τις δυναμικές εξουσίας που μπορεί να αναπτυχθούν μέσα σε αυτόν, οδηγώντας τελικά στην απόλυτη μοναξιά ακόμη και μέσα στον γάμο.
Ο Σίμος Στυλιανού αποδίδει συγκλονιστικά τη σωματική – αλλά και ψυχική – αναπηρία του Πάβελ, ενώ η Λίλλυ Μελεμέ κεντάει πάνω στη σκηνή με τους μικρομανιερισμούς της. Ως πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις, είναι η αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη της παράστασης.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία καταφέρνει κάτι σχεδόν αδιανόητο. Ενσαρκώνει είκοσι έξι διαφορετικές φωνές και χαρακτήρες, τους δίνει σάρκα και οστά και τους συνδέει αρμονικά σε ένα ενιαίο, σφιχτοδεμένο θεατρικό σύμπαν.
Η εξέλιξη επί σκηνής. Οι Acid Death εφορμούν και το “Evolution” πρόκειται να σερβιριστεί ζωντανά για πρώτη φορά στην Αθήνα.
Η κυρία Κυριακή Σπανού έχει κάνει τη θεατρική προσαρμογή, βασισμένη στη μετάφραση του κυρίου Γιάννη Στρίγκου και έχει στήσει και δουλέψει με τρόπο που τιμά την τέχνη της και το βιβλίο. Διατηρεί και την «αυτονομία» στη διαδρομή των ηρωίδων και των ιστοριών, διατηρεί όμως και την «ένωση» στο τελείωμα, όπως προστάζουν και οι σελίδες της Κολομπανί.
Οι Cyanide 4 επιβιβάζονται στη σκηνή του Academy. Εξαιρετική εμφάνιση και ύφος «Εδώ που ήλθαμε, να τα μαΓήσουμε όλα, θα σας αρέσει πολύ και θα παρακαλάτε να μην τελειώσουμε». Ξεκίνημα και μπόλικη μελωδία, πολύ ταρακούνημα και ανάλογη και αντίστοιχη κίνηση των γοφών.
Συνολικά, το Vengeance είναι μια από τις πιο ουσιαστικές επιστροφές της βρετανικής
metalcore σκηνής των τελευταίων ετών. Δεν βασίζεται στη νοσταλγία, ούτε προσπαθεί
να αναπαράγει μια εποχή που έχει περάσει. Είναι μία κυκλοφορία που δικαιολογεί την
ύπαρξή της με κάθε riff, κάθε ρεφρέν και κάθε κραυγή.
Οι Ov Sulfur απέφυγαν με επιτυχία την "παγίδα του δεύτερου δίσκου" αγκαλιάζοντας τις
αντιφάσεις τους. Είναι ταυτόχρονα αντι-θρησκευτικοί και βαθιά πνευματικοί, βάναυσοι και
μελωδικοί, παραδοσιακοί και πρωτοποριακοί. Το Endless είναι ένα σημείο αναφοράς για
το είδος το 2026, ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι το deathcore μπορεί να έχει καρδιά,
ακόμα κι αν αυτή είναι μαύρη και ποτισμένη με θειάφι.
Στο τέλος της ημέρας, το Icon είναι ένας δίσκος που θα ικανοποιήσει όσους θέλουν 40
λεπτά στιβαρού, παραδοσιακού death metal χωρίς εκπλήξεις, για να περάσει η ώρα τους
μέχρι να ακούσουν κάτι άλλο, νεό και πιο ενδιαφέρον.
Για τους φίλους του underground ακραίου metal, ο
δίσκος αυτός αξίζει σίγουρα μια ακρόαση. Για τους υπόλοιπους, λειτουργεί ως μια
υπόσχεση για κάτι μεγαλύτερο που μπορεί να έρθει.
Το βιρτουοζιτέ δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Η ομάδα διαθέτει κορυφαίους παίχτες. Thanos, Alex Flouros, Scott Naylor…
Συγγνώμη… Όλα αυτά δηλαδή έχουν δημιουργηθεί από παιδιά; Πέρα από Μέταλ πρωτεύουσα της Ευρώπης, γίναμε τώρα και νέο Bay Area;
To “Burning Roads” είναι κολλητικό τραγούδι, το ρεφρέν θα σας βρει να το μουρμουρίζετε και να το τραγουδάτε και το σόλο είναι τίγκα στο wah και την τάβλα με πολλά κάπα.
Οι Ponte del Diavolo αποδεικνύουν ότι αποτελούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες δυνάμεις της ευρωπαϊκής dark‑arts σκηνής και ότι το μέλλον τους προμηνύεται ακόμη πιο τολμηρό.
Μια κυκλοφορία που
απευθύνεται σε όσους αγαπούν το death metal όχι μόνο για την τεχνική του, αλλά για την αισθητική του. Για όσους μεγάλωσαν με VHS τρόμου, με αφίσες που έσταζαν αίμα και με riffs που μύριζαν βενζίνη και υγρασία.
Τα tutti είναι εκτός πραγματικότητας, η συνεννόηση γίνεται μάλλον με λέιζερ και μιγαδικούς αλγόριθμους και η γενικότερη performance… Υπεράνω σχολίων και δεξαμενή όλων των σχολίων του κόσμου.
Η κυρία Σοφία Λιάκου είναι απίστευτα γλυκιά! Είναι σκέτη καραμέλα, είναι η σικάτη κυρία που μένει στο απέναντι διαμέρισμα και κάθε μέρα λαμβάνει ένα μπουκέτο λουλούδια. Η εκφορά της είναι ιδανική, το ηχόχρωμά της εξαιρετικό και ο τρόπος που κοιτάζει και κινείται, αγγίζουν την τέλεια φυσικότητα.
Το σκηνικό της παράστασης είναι ό,τι πιο ωραίο έχω δει στο secret room του Αλκμήνη και μία πραγματική δήλωση οξύνοιας στη μοντέρνα σκηνογραφία, με την υπογραφή του κυρίου Δημήτρη Μέλλου.
Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε και ένιωσα τιμή να παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση αντίστοιχου υψηλού επιπέδου. Η τεχνική αρτιότητα των χορευτριών φανερώνεται στην σεκάνς όπου η μητέρα διδάσκει στο παιδί την όρθια στάση. Ήταν ένα μάθημα ανατομίας και εμπιστοσύνης.
Η Βανέσσα Βαϊτση, υπό τη λιτή αλλά ουσιώδη σκηνοθετική ματιά και καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, μετουσιώνει σε λόγο όλα εκείνα που βιώνει ένας άνθρωπος ηττημένος – αυτή την ανεξέλεγκτη δίψα για υπέρβαση της ίδιας μας της φύσης.
“Trivial” και… πώς ξεκινάει έτσι τούτο εδώ; Πόσο κινηματογραφικό και κρυστάλλινο; Όταν σκάνε τα μπασοτύμπανα και χρωματίζουν οι κιθάρες… Και για ακούστε εκείνο το θεματάκι, μόλις τεσσάρων νοτών, που παίζουν ανά τακτά τα πλήκτρα. Ξετρελαθήκατε και σεις; Σας πειράζει να είναι και μένα το αγαπημένο μου;
“Orkizome” αιώνια ζωή τραγουδά και η σπονδυλική σου στήλη τραντάζεται ολόκληρη. Ανατριχιαστικό ξεκίνημα για το νέο προσωπικό άλμπουμ του Σάκη Τόλη. Θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ενός βαθύ προσωπικού απολογισμού
Το 5,8 στο IMDb μοιάζει υπερβολικά επιεικές για ένα φιλμ που πασχίζει να βρει τα πατήματά του και τελικά βυθίζεται σε έναν αφηγηματικό παραλογισμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Το Descending είναι η στιγμή όπου οι Elwood Stray δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν δίπλα σε μπάντες που ορίζουν το σύγχρονο ευρωπαϊκό metalcore.
Μετά από πολλές παραστάσεις που έχουμε παρακολουθήσει, μπορώ να πω με ειλικρίνεια ότι όποιος επιλέξει να τη δει θα περάσει όμορφα, είτε για να απολαύσει αγαπημένους ηθοποιούς σε πολύ καλές ερμηνείες, είτε γιατί θα αναγνωρίσει μέσα στην ιστορία κομμάτια της ελληνικής πραγματικότητας που, με χιούμορ και ευαισθησία, ανεβαίνουν στη σκηνή.
Μπροστά σε αυτό το εφιαλτικό παιχνίδι, ο θεατής αρχικά συνοφρυώνεται, ειδικά αν δεν είναι εξοικειωμένος με την υπερρεαλιστική παράδοση. Αλλά ακόμα και τότε, η γλώσσα του κειμένου είναι τόσο έξοχη, που σε συμπαρασύρει σαν χείμαρρος.
Γκρούβα στα τύμπανα; Χαμηλότερο κούρδισμα και αβάν γκαρντ αισθητική; Μήπως νουάρ ντιρεκτίβες σε κατάμαυρους πίνακες; Και ένα βίντεο, το οποίο τα παίρνει όλα αυτά και κάνει το “The Unforgiven” να τρώει τα λυσσακά του από τη ζήλια του; Έχει πολλές εκπλήξεις το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος. Και θα τις ξεδιπλώσει όλες μία-μία. ΚΑΙ σε βινύλιο.
Η κυρία Χαλίλι, φιλόλογος και γλωσσολόγος, υπογράφει ένα βιβλίο για παιδιά και για όλα τα παιδιά αυτών των παιδιών. Μας δείχνει το αυτονόητο. Κάτι που είναι διαφορετικό, δεν είναι ξένο. Δεν “απαιτεί” ή “προϋποθέτει” να του φερόμαστε διαφορετικά. Κάτι που είναι διαφορετικό, κάθε τι που είναι διαφορετικό, δεν παύει να αποζητά την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας.
Στη συζήτηση, που ακολουθεί, με τους ηθοποιούς, τη δημιουργό αλλά και τον σκηνοθέτη και συνεργάτη της, Γιάννη Σκουρλέτη, η Μάμα απογυμνώνεται και αναδεικνύεται ως μια ωμή ανατομία του περιθωρίου. Αν, με όρους ρομαντικούς, το έργο μιλάει για την πείνα και την ηθική, με όρους πολιτικούς παραπέμπει σε ένα ανελέητο μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στο σύμβολο του Ζητιάνου και τον αδηφάγο μηχανισμό του καπιταλισμού.
Αυτή η διασκευή δεν επιδιώκει ούτε τη δικαίωση ούτε την καταδίκη της ηρωίδας. Αντίθετα, ανοίγει χώρο για ερωτήματα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευθύνη; Πόσο βαριά είναι η κοινωνική πίεση; Και τελικά, πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για το φως χωρίς να κοιτάξουμε κατάματα το σκοτάδι;
Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν και μια κρίσιμη αποκάλυψη για τον έναν από τους δύο λειτουργεί καταλυτικά. Εκεί το έργο παύει να είναι θεωρητικό και γίνεται βαθιά προσωπικό, σχεδόν ενοχλητικό.
Συνολικά, η θεατρική μεταφορά του έργου «Λόλα» είναι μια προσεγμένη, δυναμική και συναισθηματικά φορτισμένη παράσταση, που τιμά τόσο την κινηματογραφική της προέλευση όσο και το σύγχρονο θέατρο, προσφέροντας στο κοινό μια εμπειρία έντονα ανθρώπινη και βαθιά συγκινητική.
Ανεμελιά εκπεφρασμένη σε νότες και η φωνή της Κατερίνας οδηγεί με άνεση. Δεν νομίζω να την έχω ακούσει πιο γεμάτη. Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στην ηχογράφηση ή την παραγωγή, αλλά η εκφορά της ποτέ δεν έχει ακουστεί καλύτερη.
Οι Destiny Calls είναι απλά αγαπημένοι. Είναι καταπληκτικά παιδιά, είναι πολύ καλοί μουσικοί, έχουν να επιδείξουν πολλές συμμετοχές σε έτερες μπάντες και ένα σωρό δισκογραφικές δουλειές και το “Alive”, το ντεμπούτο τους, έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό από όλα τα παιδιά που αρέσκονται να ακούνε μελωδικό και βαρβάτο Hard/Heavy Rock και όχι μόνο.
Ένας μαγικά δοσμένος μονόλογος, ο οποίος στην ουσία είναι ραφή επιμέρους μονολόγων, όλων διαμέσου ενός προσώπου, που μεταμορφώνεται άμα τη βουλήσει. Συνιστάται χωρίς δεύτερη σκέψη και δεύτερη κουβέντα.
Οι κυρίες Θεανώ Κλάδη και Βιβιάννα Γιαννούτσου και οι κύριοι Χάρης Τραχανίδης, Ηρακλής Τσουζίνοβ και Γιάννης Κούλπερ, δουλεύουν και φαίνονται σαν ομάδα. Δεν υπάρχει ο πρωταγωνιστής που θα διαφανεί περισσότερο. Υπάρχουν οι πέντε πρωταγωνιστές, που ξεχωρίζουν το ίδιο, γιατί, πολύ απλά, ξεχωρίζει η ίδια η παράσταση.
Οι Just A Pinch Of Glory θα έπρεπε να μετονομαστούν σε Just Ten Megatons Of Rock, γιατί κάπως έτσι μας πυροβόλησαν με το που κατέλαβαν τη σκηνή. Φωνή αλά wildcat, με κάτι από Janis και μουσική που έμπλεκε το Ροκ με τις ιριδίζουσες περιοχές προηγούμενων δεκαετιών και τωρινής/μελλοντικής μελωδιοθεσίας.
Οι δύο πρωταγωνιστές διαθέτουν τόση άνεση, που πραγματικά διερωτάσαι, σαν θεατής, αν όλο αυτό βγαίνει από την εμπειρία τους, από το δέσιμο με την τέχνη τους, από τη διαρκή ενασχόληση ή πρόκειται «απλά» για μία συνομωσία των αρχαίων δαιμόνων του θεάτρου.
Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησα να παρατηρώ. Και μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα συναισθήματά μου, τα οποία εναλλάσσονταν. Συγκίνηση, χαμόγελο, μια εσωτερική σιωπή, μια μικρή ταραχή.
Ο κύριος Κακάλας παραδίδει μαθήματα στον τρόπο μετάδοσης. Δεν θα κάνει ούτε μισό σαρδάμ, ο ρυθμός του είναι σταθερός και η έκφανση του εξαιρετική. Η χροιά της φωνής βοηθά, ώστε η εξιστόρηση να μπαίνει στο πετσί μας και ο ιδιάζων λόγος του δημιουργού δεν προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση.
Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο με κέρδισε αμέσως. Το σκηνικό, λιτό αλλά εξαιρετικά ζωντανό, λειτουργούσε ως ενεργός αφηγητής της ιστορίας, χωρίς περιττές υπερβολές. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν συγκλονιστικές. Παραστατικές, σωματικές, βαθιά ρεαλιστικές.
Οι Reflection έχουν αναγάγει το έπος και την αφήγηση αυτού σε κάτι δικό τους. Και ακριβώς αυτό ακούσαμε και είδαμε το βράδυ της Κυριακής. Τέσσερα άτομα που ακούγονταν για χίλια πεντακόσια και ένα γεμάτο Κύτταρο, να τραγουδάει τους στίχους και να ουρλιάζει σε κάθε νεύμα, σε κάθε πρόσταγμα.
O Diman μίλησε κάμποσες φορές, καλώς ορίζοντας και ευχαριστώντας, προλογίζοντας και ορίζοντας το μοτίβο της βραδιάς. Το πνευματικό παιδί του έγινε είκοσι ετών και – καθώς φαίνεται – ανυπομονεί να γίνει και τριάντα. Και η μουσική ήταν εκείνη που καθόρισε τις νόρμες, τον ρυθμό και το χειροκρότημα. Πρόκειται για ένα μουσικό σύνολο προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τουλάχιστον για πολύ μεγάλα πράγματα.
This is purely Prog Music, given by true lovers of absolute melody and carriers of tons of knowledge and charisma. SOEN is the very equivalent of art in a musical landscape where labels and genres do not apply. It’s music. One and for all.
Να, εδώ μου τα χαλάτε. “I Won’t Follow”; Εγώ θα ακολουθήσω σας το λέω! Από τώρα. Είχα χρόνια να γουστάρω τόσο αυτό το είδος της μουσικής. Τώρα που σας βρήκα… την κάτσατε που λένε. Πέρα από την πλάκα, το τραγούδι τα σπάει. Έχει μια κλασσική αύρα να το τυλίγει και μια αγριάδα που θα γοητεύσει κάθε αυτί. Συνδυασμός που σκοτώνει!