Ο Φοίβος Ζαχαρόπουλος είναι μεγάλος παίχτης. Μπορείτε να διαφωνήσετε όσο θέλετε, αλλά μόνο άδικο θα έχετε. Είναι απίστευτα ευφυής, έχει ΤΙΣ ιδέες και ενορχηστρωτικά κάνει παπάδες.
Ο Φοίβος Ζαχαρόπουλος είναι μεγάλος παίχτης. Μπορείτε να διαφωνήσετε όσο θέλετε, αλλά μόνο άδικο θα έχετε. Είναι απίστευτα ευφυής, έχει ΤΙΣ ιδέες και ενορχηστρωτικά κάνει παπάδες.
Στο “A Burning Flame” συμμετέχει και ο Mikael Stanne των Dark Tranquility. Pop αισθητική και ερωτεύσιμο θεματικό, για να αρχίσουν πάλι αυτά τα «δικά τους» στα κουπλέ, που, ενώ είναι «ίσια» σε ρυθμό, βάζουν τα τύμπανα και χτίζουν κάτι καινούργιο, που κορυφώνεται στη ραφή με το ρεφρέν.
Πιάστηκα στα δίχτυα του «Sound Of The Guns». Πρόκειται για ένα τραγούδι με επική rock groove ανάταση, όπου τα πλήκτρα και τα κιθαριστικά τσαλίμια χαρίζουν μια αλήτικη αγριάδα. Ο old-school χαρακτήρας του αναβλύζει αυθεντικότητα και το κάνει να ακούγεται σαν μια ωδή στις χρυσές εποχές του κλασικού rock.
Jack Savoretti’s new album “We Will Always Be The Way We Were” will do that to you and more. It’s full of romantic atmosphere breathing to your neck. A sunny afternoon playing with the waves or taking your mind to happy places. The music is lyrical; Jack’s voice is like a gentle touch that embraces you.
Ακούστε τις κιθάρες πώς (μ)πλέκουν και (μ)πλέκονται στο “Breaking The Spell”… Στο κουπλέ τώρα… Άλλη μαγκιά τούτη εδώ. Κάτσε να το ξαναβάλω μία, να βεβαιωθώ… Τα τύμπανα προετοιμάζουν σε 12/8, ο ρυθμός παραμένει, αλλά πάντα έχεις την αίσθηση ότι πρόκειται για «τεσσάρι», κάτι που «εφαρμόζεται» στη συνέχεια. Οπαδικά και ομαδικά φωνητικά στο ρεφρέν και εισαγωγή νέων riff, με αισθητική #ΜΟΝΟ και ανάλογο ενθουσιασμό.
Σπουδαίο! Οι οπαδοί των Crimson Glory σίγουρα θα το προσέξουν και θα ευχηθούν μέσα τους να είχε βγει μια άλλη εποχή. Θα βγάλουν από τις προθήκες τα βινύλια και θα χαϊδέψουν στοργικά το εξώφυλλο. Και μετά θα χαθούν σε απανωτές ακροάσεις. Long live the angel of mercy!
Οι Sanctum Pyre δημιουργήθηκαν το 2025 από τον Νίκο Τζουάννη και τον Mike G. Με τον Rob Lundgren στα φωνητικά η μπάντα ήρθε και έδεσε και μας έδωσε την πρώτη της δουλειά. Το άλμπουμ “He Who Remains” περιέχει τραγούδια που θα σας ταξιδέψουν μακριά και θα ταράξουν το μουσικό σας κόσμο.
Εννοείται ότι με το που τελειώνει το άλμπουμ, πατάμε το κουμπάκι και βάζουμε να ξαναπαίξει. «Πού είναι το κόμμα σου τώρα, που πολεμάς σε ξένη χώρα; Για πες μου πόσες γραβάτες μετράς»… Η μουσική είναι ΚΑΙ επανάσταση και ευτυχώς υπάρχουν συγκροτήματα σαν κι αυτό εδώ, που δεν επιθυμούν να είναι απόντα παρόντα και φροντίζουν να τσιγκλάνε, να τσιμπάνε, να ενοχλούν. Καλοτάξιδο, μάγκες! Με το καλό το βινύλιο και τα LiVE!
To ομώνυμο τραγούδι, που έπεται, έχει κάτι από Priest, από τους Ryche του ’83 και από την αγνή πόζα της δεκαετίας του ’80, ιδίως έτσι όπως έσκασαν τα πλήκτρα. Πολυφωνητικό ρεφρέν, το οποίο δείχνει ότι η δύναμη του άλμπουμ εστιάζεται ΚΑΙ εκεί. Καψούρικα τα σόλο και άνετο το rhythm section. E, με αυτούς που παίζουν…
Είναι ένας δίσκος που δεν περιορίζεται σε ένα μόνο ύφος, αντίθετα, κινείται ελεύθερα μέσα σε ένα gothic-industrial σύμπαν γεμάτο ενέργεια, μυστήριο και σκοτεινή γοητεία.
Αγαπητό μου ημερολόγιο, τι αλμπουμάρα είναι ετούτη εδώ! Το “Bye Bye Beautiful Lie” έχει πιο αργή αλλά παθιάρικη κίνηση. Συνεχίζει η βαριά ατμόσφαιρα, αλλά διανθίζεται σποραδικά με πινελιές αγριάδας, αλλά και ξύλινες φθινοπωρινές νότες.
Από τη μια μεριά ένας Έλληνας διεθνής. Γιώργος Φακανάς. Ένας μουσικός με πάνω από επτακόσιους δίσκους πορτφόλιο, με δεκατρείς προσωπικές κυκλοφορίες, ένας μαέστρος με δεκαεπτά βιβλία, με μουσική για θέατρο και κινηματογράφο, με συναυλίες σε κάθε γωνιά της Γης. Από την άλλη ένας Αμερικανός υπέρ-μουσικός, που έχει κερδίσει τρία Grammy και έχει παίξει με τον Chick Corea, μεταξύ πολλών άλλων και έχει αποκτήσει τον τίτλο ενός από τους νονούς της Jazz-Fusion. Lenny White, κυρίες και κύριοι και θεωρώ ότι ήταν απλά θέμα χρόνου η σύμπραξη με τον μπασίστα των ονείρων μας.
Φωνή γλυκιά και κοντινή μας. Τραγουδά ο φίλος στο δίπλα διαμέρισμα, τραγουδά ο γνωστός στη διπλανή αίθουσα στο ωδείο, τραγουδά ο κιθαρίστας που μέχρι πρότινος μόνο έπαιζε. Και εκείνο το κλασσικίζον στο τελείωμα… Ο Θέμος είναι μανούλα στις ενορχηστρώσεις, συν το γεγονός ότι έχουν συνδράμει όλοι οι μουσικοί σύντροφοί του.
Συνολικά, το Vengeance είναι μια από τις πιο ουσιαστικές επιστροφές της βρετανικής
metalcore σκηνής των τελευταίων ετών. Δεν βασίζεται στη νοσταλγία, ούτε προσπαθεί
να αναπαράγει μια εποχή που έχει περάσει. Είναι μία κυκλοφορία που δικαιολογεί την
ύπαρξή της με κάθε riff, κάθε ρεφρέν και κάθε κραυγή.
Οι Ov Sulfur απέφυγαν με επιτυχία την "παγίδα του δεύτερου δίσκου" αγκαλιάζοντας τις
αντιφάσεις τους. Είναι ταυτόχρονα αντι-θρησκευτικοί και βαθιά πνευματικοί, βάναυσοι και
μελωδικοί, παραδοσιακοί και πρωτοποριακοί. Το Endless είναι ένα σημείο αναφοράς για
το είδος το 2026, ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι το deathcore μπορεί να έχει καρδιά,
ακόμα κι αν αυτή είναι μαύρη και ποτισμένη με θειάφι.
Στο τέλος της ημέρας, το Icon είναι ένας δίσκος που θα ικανοποιήσει όσους θέλουν 40
λεπτά στιβαρού, παραδοσιακού death metal χωρίς εκπλήξεις, για να περάσει η ώρα τους
μέχρι να ακούσουν κάτι άλλο, νεό και πιο ενδιαφέρον.
Για τους φίλους του underground ακραίου metal, ο
δίσκος αυτός αξίζει σίγουρα μια ακρόαση. Για τους υπόλοιπους, λειτουργεί ως μια
υπόσχεση για κάτι μεγαλύτερο που μπορεί να έρθει.
Το βιρτουοζιτέ δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Η ομάδα διαθέτει κορυφαίους παίχτες. Thanos, Alex Flouros, Scott Naylor…
Συγγνώμη… Όλα αυτά δηλαδή έχουν δημιουργηθεί από παιδιά; Πέρα από Μέταλ πρωτεύουσα της Ευρώπης, γίναμε τώρα και νέο Bay Area;
Οι Ponte del Diavolo αποδεικνύουν ότι αποτελούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες δυνάμεις της ευρωπαϊκής dark‑arts σκηνής και ότι το μέλλον τους προμηνύεται ακόμη πιο τολμηρό.
Μια κυκλοφορία που
απευθύνεται σε όσους αγαπούν το death metal όχι μόνο για την τεχνική του, αλλά για την αισθητική του. Για όσους μεγάλωσαν με VHS τρόμου, με αφίσες που έσταζαν αίμα και με riffs που μύριζαν βενζίνη και υγρασία.
“Trivial” και… πώς ξεκινάει έτσι τούτο εδώ; Πόσο κινηματογραφικό και κρυστάλλινο; Όταν σκάνε τα μπασοτύμπανα και χρωματίζουν οι κιθάρες… Και για ακούστε εκείνο το θεματάκι, μόλις τεσσάρων νοτών, που παίζουν ανά τακτά τα πλήκτρα. Ξετρελαθήκατε και σεις; Σας πειράζει να είναι και μένα το αγαπημένο μου;
“Orkizome” αιώνια ζωή τραγουδά και η σπονδυλική σου στήλη τραντάζεται ολόκληρη. Ανατριχιαστικό ξεκίνημα για το νέο προσωπικό άλμπουμ του Σάκη Τόλη. Θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ενός βαθύ προσωπικού απολογισμού
Το Descending είναι η στιγμή όπου οι Elwood Stray δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν δίπλα σε μπάντες που ορίζουν το σύγχρονο ευρωπαϊκό metalcore.
Ανεμελιά εκπεφρασμένη σε νότες και η φωνή της Κατερίνας οδηγεί με άνεση. Δεν νομίζω να την έχω ακούσει πιο γεμάτη. Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στην ηχογράφηση ή την παραγωγή, αλλά η εκφορά της ποτέ δεν έχει ακουστεί καλύτερη.
This is purely Prog Music, given by true lovers of absolute melody and carriers of tons of knowledge and charisma. SOEN is the very equivalent of art in a musical landscape where labels and genres do not apply. It’s music. One and for all.
Να, εδώ μου τα χαλάτε. “I Won’t Follow”; Εγώ θα ακολουθήσω σας το λέω! Από τώρα. Είχα χρόνια να γουστάρω τόσο αυτό το είδος της μουσικής. Τώρα που σας βρήκα… την κάτσατε που λένε. Πέρα από την πλάκα, το τραγούδι τα σπάει. Έχει μια κλασσική αύρα να το τυλίγει και μια αγριάδα που θα γοητεύσει κάθε αυτί. Συνδυασμός που σκοτώνει!
Τέταρτος δίσκος για τους δικούς μας Scorcher και αυτή τη φορά έχουμε ένα ακόμα πιο ώριμο σύνολο θεματικών, το οποίο όμως σερβίρεται με θάρρος, θράσος, ενθουσιασμό και τρελαμάρα. Ακούστε τα σόλο, ακούστε τα σημεία που ορίζουν οι δίκασες, ακούστε σκασίματα και τρεχαλητά. Και το συζητάμε αυτό το πακέτο όσο θέτε.
Η μουσική ευφυία του George Halliwell είναι δεδομένη, όπως δεδομένη είναι και η απίστευτη έκταση της φωνής της Nancy Mos. Από κει και πέρα, μερικοί εξαίρετοι μουσικοί έχουν συνδράμει στη διαδρομή και την έκβαση αυτού του θεάματος.
Πρώτο άκουσμα το απίστευτα ορμητικό, καθόλα sexy, “Frantic”. Γκρουβαριστό, αλήτικο και γεμάτο δυναμισμό, έρχεται και σε ξεσηκώνει. Τα σόλο έρχονται και σε σαγηνεύουν, ενώ η φωνάρα της Λίλιαν Ανερούση αφήνει τη δική της σφραγίδα στο κομψοτέχνημα.
Θεωρώ άνετα ότι πρόκειται για το καλύτερο άλμπουμ των παιδιών, αν και – μεταξύ μας πάντα – πριστεύω ότι ακόμα δεν έχουμε ακούσει τίποτα και ότι η επόμενη δουλειά τους θα είναι ακόμα καλύτερη.
Paradise Lost Ascension 2025 – Nuclear Blast Τριάντα επτά χρόνια μετά την ίδρυσή τους, οι Paradise Lost κυκλοφορούν το Ascension, έναν δίσκο που δεν προσπαθεί να αναβιώσει το παρελθόν ούτε να επαναπροσδιορίσει το μέλλον. Αντίθετα, λειτουργεί ως φυσική συνέχεια μιας...
«Το POS Της Ταβέρνας» έχει σειρά και η σάτιρα δεν έχει τελειωμό. Έχουν ακριβύνει οι ταβέρνες; Σωπάτε, καλέ! Που τα είδη τους θα έπρεπε να βρίσκονται στις προθήκες κοσμηματοπωλείων; Μουσικά, το τραγούδι βρίθει κοπανήματος και κιθαρογκαζιών. Θα γίνει τρελό χιτάκι αυτό και στα LiVE… Τη βλέπω να φωσφορίζει…
Ακολουθεί το «Σουξέ», στο οποίο συμμετέχει στη φωνή ο Νίκος Ρέντζος. Μία μονολογική αναρώτηξη (ίσως και ανατάραξη) του πρίγκηπα και ένα μιξάζ από διάφορα τραγούδια που μας έχουν σημαδέψει σαν γενιά. Να σας πω κάτι; Αν ο Γιώργος και αυτό το υπέροχο τσούρμο του, έκαναν μια διασκευάρα στο “Video Killed The Radio Star”;
Το άλμπουμ παρόλη την ένταση και την ζωντάνια που το διέπει είναι concept και μιλά για τον καλλιτέχνη, όχι με την ψευδαίσθηση που έχουμε εμείς ως κοινό αλλά για την πραγματικότητα που δεν είναι ρόδινη και για την συνεχή μάχη που δίνει κάποιος για να διατηρήσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα χωρίς να συμβιβαστεί πλήρως στις απαιτήσεις της βιομηχανίας. Αφηγείται ένα ταξίδι από την αυταπάτη προς την αυθεντικότητα και από τον συμβιβασμό προς την αυτογνωσία.
Με καθαρά συνεχίζει το “Fiery Serpent”. H χροιά του μπάσου είναι χαρακτηριστική, το ηλεκτρικό μπάσιμο αποτελεί ερωτεύσιμη είσοδο και η φωνή συνεχίζει να είναι αθώα και διαολεμένη, ασπρόμαυρη και έγχρωμη, ανάλογα με τις μουσικές έλξεις.
Η μουσική έχει έναν καταθλιπτικό αλλά και λυτρωτικό τόνο, καθώς έχει φτάσει το στάδιο της αποδοχής. Έχει μια οπερετική στατικότητα, μια μεγαλοσύνη που σε συγκινεί.
Ο δίσκος ανοίγει με το “It Takes Two To Tango”, ένα κομμάτι που θέτει τον τόνο με δυναμικά riff και μια μυστικιστική εναλλαγή φωνών μεταξύ του Udo και της Manuela, μια τολμηρή επιλογή για εισαγωγή, ούτε καθαρός οδοστρωτήρας αλλά ούτε και μπαλάντα, κάτι ενδιάμεσο που ισορροπεί τέλεια και αμέσως σου δίνει να καταλάβεις ότι εδώ θα περάσεις καλά.
To “Serenades” θα μπορούσε να ανήκει στο οπλοστάσιο των ΑΒΒΑ, αλλά και των Journey, των Roxette, αλλά και του Peter Cetera. Να, αυτά μου κάνεις, ρε Erech και πώς να σε ξεχάσω. Πάλι ΑΒΒΑ και μετά πάλι κάτι από Thin Lizzy (ναι, όπως το διαβάσατε) και στο καπάκι ένα σόλο αλά Malmsteen! Εντάξει, θα μας τρελάνουν.
I want the L.P., I want the CD, I want all the merch, but most of all, I want to see this band live!
Θα πρέπει να βάλω το “Gala” να παίξει ξανά από την αρχή. Ο τρόπος που μας συστήνεται το πιάνο, με πάει από τους Van Halen μέχρι τον Θάνο Μικρούτσικο και από την ποίηση του Καββαδία μέχρι εκείνη του Καρυωτάκη. Του ποιητή που επέλεξε να μελοποιήσει η Μαρία Φιρλίγκου. Πιανίστα η ίδια, τραγουδίστρια και συνθέτις, υπογράφει αυτό το άλμπουμ – το ντεμπούτο της μάλιστα – απ’ άκρη σ’ άκρη και μας δείχνει από το πρώτο λεπτό το πού φτάνει το τάλαντό της. Στα ασημοδάχτυλα μιας γιγαντιαίας καλλιτεχνικής παλάμης…
O καινούργιος δίσκος των Αμερικανών κυκλοφορεί σαράντα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους. Ο Geoff Thorpe, ο πρωτομάστορας των Vicious Rumors, παρέα με τον Larry Howe, που ήταν και τότε παρών και με τη βοήθεια τριών ακόμα ΚΑΛΩΝ μουσικών, οι δύο εκ των οποίων μπήκαν στη μπάντα μόλις πέρυσι, παρουσιάζει το μέλλον του σχήματος. Και αν κρίνω από το πρώτο τραγούδι…
Ωστόσο, αυτός εδώ ο δίσκος δεν περιορίζεται μόνο στην επιθετικότητα. Κομμάτια όπως τα “Heathen” και το “Body Behavior” εναλλάσσονται αβίαστα μεταξύ συντριπτικής έντασης και μελωδικής μαγείας, αποδεικνύοντας την ικανότητα της μπάντας να δημιουργεί δυναμικές συνθέσεις που εξελίσσονται διαρκώς.
Το άλμπουμ κλείνει με το “Sunset”. Οι νότες του θυμίζουν τη μαγική στιγμή του δειλινού, αυτή την ισορροπία ανάμεσα στη χαρά και τον πόνο. Είναι σαν να ανοίγει ένα παράθυρο προς το παρελθόν, γεμάτο εικόνες γνώριμες, ενώ παράλληλα σου δίνει μια αίσθηση ελπίδας. Ίσως μέσα από αυτή τη νοσταλγική διαδρομή να βρεις τη λύση και να απελευθερωθείς από την απομόνωση που φέρνει η τεχνολογία.
Φούντωσα, κύριε προφέσορα, λέμε. Ψυχική ανάταση, στα όπλα και όλα εκείνα τα παλαβά που σου βγάζουν τα τραγούδια που μένουν στον χρόνο, γιατί, να μου το θυμηθείτε, έτσι θα γίνει. Πορωτικό μέχρι τελικής πτώσεως. Να μην μιλήσω για τις στιγμές που οι νότες και οι φωνές μελαγχολούν ελαφρά και νοιώθεις την καρδιά να πάλεται πιο δυνατά.
Για να μπείτε στο κλίμα, εδώ οι Cyrox συνδυάζουν old-school thrash metal με μοντέρνα death metal στοιχεία, δημιουργώντας έναν ήχο που είναι ταυτόχρονα ωμός, ογκώδης και τεχνικός. Οι επιρροές τους είναι εμφανείς και κυμαίνονται από τους Slayer και Sepultura, μέχρι τους Death και At The Gates, προσφέροντας μία αίσθηση νοσταλγίας, αλλά με μια σύγχρονη προσέγγιση στην παραγωγή και τη σύνθεση.
These boys have the blessing to deliver great riffs, beautiful and active melodies and we can only hope at some point to see that energy on stage. The “Die To Survive” song finds the band to vibrate some catchy tunes and I believe that’s their ticket to absolute success.
Οι Destiny Calls υπάρχουν εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, τα μέλη τους όμως, στην πλειοψηφία τους, είναι μπαρουτοκαπνισμένα. Έχοντας παίξει σε δύο και τρεις μπάντες, τουλάχιστον, ο κάθε ένας από αυτούς τους μουσικούς, έχει συγκροτημένη και ολοκληρωμένη εικόνα για το τι θέλει στη μουσική του. Και η επιλογή των γυναικείων φωνητικών, ιδίως σε μία μπάντα τελείως έξω από το συμφωνικό, δείχνει ότι οι ματιές προς την ως άνω αναφερομένη δεκαετία, είναι κάτι περισσότερο από πυκνές.
Έπαθα λατρεία με το “Warrior”, που συνδέει μουσικά τη Δύση με την Ανατολή. Τα πλήκτρα δεσπόζουν και η φωνή έρχεται και κουμπώνει στον επικό πίνακα μοναδικά. Είναι σαν να παρακολουθείς medieval ταινία. Ναι, ξέρω πως σε όλους μας αρέσει αυτή η μεγαλειώδης αίσθηση που σε τυλίγει, όταν ακούς ένα τραγούδι με τέτοια υπόσταση.
Δεν είναι απλώς ένα άλμπουμ, είναι μια ιστορία που ξετυλίγεται μέσα από ήχους, μια αφήγηση που ζωντανεύει με κάθε νότα. Όσοι επιλέξουν να αφεθούν σε αυτή την εμπειρία, θα ανακαλύψουν κάτι που θα τους στοιχειώσει με την ομορφιά του. Είναι ένα μονοπάτι που σε καλεί να το ακολουθήσεις, χωρίς υποσχέσεις για ασφάλεια, αλλά με τη βεβαιότητα ότι όσοι τολμήσουν να χαθούν μέσα του, θα ανταμειφθούν.
Θεματάρα στο “Once Again (Crime In The Valley Of Death)”, με τις κιθάρες να πλέκουν το φοβερό και τρομερό riff και τα υπόλοιπα όργανα να συνοδεύουν με στόμφο. Όσο για τους στίχους και το νόημα… Απλά υποκλινόμαστε. Για πενήντα επτά λόγους…
To “Seeking Revenge” θα μπορούσε να βρίσκεται στο soundtrack του “Jesus Christ Superstar”! Τι πανικός είναι αυτός, μάγκα μου; Με τα sequencer και τις διάφορες ομορφιές, χάθηκα εντελώς. Αγαπητή Season Of Mist, πάρτο αλλιώς! Δεν είναι Melodic Black Metal αυτό εδώ. Είναι πολύ περισσότερα και πολλά υβρίδια, αναμεμιγμένα με το αποτύπωμα της μπάντας και δη του φυσικού ηγέτη της.
Μπάσιμο με το «Πατρίδα». Ακούω το τραγούδι μία φορά. Το πάω ξανά στην αρχή του. Ακόμα κι αν τα υπόλοιπα τραγούδια είναι αναπαραγωγή λευκού θορύβου, πάλι εγώ δέκα με τόνο θα του βάλω του άλμπουμ.
Πρώτος δίσκος για τη μπάντα και όπως μαθαίνουμε, το κλίμα είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να υπάρχει. Η μελωδία διάχυτη και η αισθητική κοιτάει ευθεία στα μάτια την ογδονταΐλα. Τα καλά και άγια του Διονύση Χριστοδουλάτου και του CFN Recording Studio.
Thank you, Marko Hietala, for creating something so profound and unforgettable. Your talent shine brighter than ever. This album isn’t just music; it’s an experience we’ll treasure forever.
Τώρα που γράφω αυτό εδώ το κείμενο, είναι η έκτη φορά που ακούω το “Aella”, η τρίτη συνεχόμενη. Δεν έχω καταλάβει πως πέρασαν ήδη οι δύο πρώτες σημερινές ακροάσεις, πότε κύλισαν αυτές οι δύο και κάτι ώρες και πώς θα περάσει και η τρίτη, λογικά και η τέταρτη. Αυτή είναι η μαγεία της μουσικής αυτού του δίσκου.
Το «Μαζί Μου», το δεύτερο βίντεο από το άλμπουμ, είναι επίσης μία ομορφάτη ροκιά, με τον Άκη Τουρκογιώργη να μαγεύει, όπως συνήθως, με τον Φάκο να βγάζει αλφαδιές με ερμηνεία και στίχους και με όλους εμάς να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να χωράει τόσο ταλέντο σε έναν δίσκο;
Πιο παιχνιδιάρικο μπαίνει το “King Of Nothing”. Γρήγορες συγχορδίες, μελωδίες που ανοίγουν την ψυχή και της δίνουν φτερά. Ωραία και τα καταθλιπτικά, δεν λέω ή αυτά που δίνουν έμφαση στην αρετή, το ήθος και την αξία να πολεμάς για τα ιδανικά, αλλά, βρε παιδιά, χρειαζόμαστε και λίγη χαρά στη ζωή. Χρειαζόμαστε μελωδίες που να κάνουν το είναι μας να χαμογελά, να ελπίζει.
“Arysithian Blade” και ακόμα ένα μεγαλοπρεπές riff κάνει αισθητή την παρουσία του. Σκασίματα, φράσεις στο μπάσο και εισβολή! Τα φωνητικά στο ρεφρέν είναι όλα τα λεφτά! Είναι πολύ πιθανό να σας κολλήσει και να το σιγομουρμουρίζετε, με πολλαπλές επαναλήψεις μάλιστα.
To “Changa Tar Concrète”, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ, είναι ένα τρελοκομειακό ιντερμέδιο θορύβου και πλυντηριακής κονστρουκτίβας, ένα σκυρόδεμα από πίσσα και μία instrumental φρενίτιδα, μεταφρασμένη σε αξίες, νότες και πολύ συναίσθημα. Τώρα, εσείς απ’ έξω σκέφτεστε ή/και λέτε «Πάει, την ψώνισε ο κοντός. Ό,τι να ‘ναι, όπως να ‘ναι». Λοιπόν, εγώ θα βάλω εδώ ένα στοίχημα. Όσοι παίζετε μουσική, πάτε και τζαμάρετε αυτό εδώ. Αν βαρεθείτε, χάνω ό,τι θέτε. Αν όμως δεν βαρεθείτε… Μωρέ, όταν λέω ότι παίζω εκ του ασφαλούς.
Στο “Angry” τα τύμπανα φλερτάρουν με ρυθμούς 2/2 και τονισμούς πάνω στα θέματα των έγχορδων. Όι και όι και νομίζω ότι το κοινό θα το χαρεί ιδιαίτερα στις συναυλίες. Το “Ask Me Again” διαθέτει ένα ΦΟΒΕΡΟ riff! Καλά, εννοείται ότι το γύρισα πίσω δυο και τρεις φορές, για να ακούσω το ψαρωτικό ξεκίνημα. Μήπως αυτό να το κάνετε video;
Η αναμονή έφτασε στο τέλος της και το νέο άλμπουμ των Innerwish είναι εδώ και μας κοιτάζει με υφάκι. Μια από τις πιο αγαπημένες ελληνικές μπάντες, με συνθέσεις που ακόμα ηχούν στα αυτιά αλλά και στα στερεοφωνικά μας, ξεκινά ένα νέο ταξίδι με το άλμπουμ “Ash Of Eternal Flame”.
Από το πρώτο κομμάτι, το “Mr. Snake”, το συγκρότημα δείχνει την ικανότητά του να συνδυάσει την δυναμική doom ατμόσφαιρα με πιασάρικα riff και σόλο που σε μαγνητίζουν και εντείνουν τον ενδιαφέρον του ακροατή. Ο ήχος όλων των κομματιών του δίσκου, είναι βαρυφορτωμένος και ογκώδης, με τις κιθάρες να κλέβουν την παράσταση, κάτι που είναι ακόμη περισσότερο εμφανές στα κομμάτια “Ring Of Fire” και “Colours”.
Βρεθήκαμε στο Pike Market κιόλας; Είμαστε στο Post Alley και «εναποθέτουμε» τον αντίστοιχο «οβολό» μας στον τσιχλότοιχο; Το μοτίβο είναι βγαλμένο από τους καλύτερους εφιάλτες των Alice In Chains, τη φωνή θα τη χάζευε ο Steven Wilson και η όλη ενορχήστρωση είναι τόσο στρωτή και τόσο πλήρης…
“Glow In The Abyss” και το κατά τι πιο αργό από mid tempo κοπάνημα, μας κάνει το ίδιο, αφού καταστρέφει τον αυχένα με την ίδια ποιότητα και αποτελεσματικότητα. Ακολουθεί το “Clouded Sky”, με τις θολές κιθάρες στο ξεκίνημα, με τη φωνή να οδηγεί. Μπουκάρουν και τα υπόλοιπα όργανα. Γκάζι και κάγκελο για μπάσο, με μία πολύ ενδιαφέρουσα φωνητική δομή και το αγαπημένο μου από το άλμπουμ. Να παρακαλέσω για βίντεο;
Επόμενο το “Brace The Fall”. Ετούτοι εδώ είναι πολύ καλοί, πέσαμε σε φλέβα χρυσού που λένε. Ωραίες μελωδίες, που καρφώνονται στο μυαλό. Αιθέρια αλλά δυναμικά φωνητικά, που κουμπώνουν τόσο απόλυτα. Ποικιλομορφία και εξέλιξη στο τραγούδι. Τύμπανα, κιθάρες και μπάσο χορεύουν μελαγχολικά μέσα από τις νότες.
Unfortunately… it sucks big time. Nightwish is dead, long live…?
Το “Melodies Of Atonement” είναι ένα άλμπουμ αριστούργημα, που μπορεί να μην προσφέρει την αμεσότητα και την εμπορική απήχηση των προηγούμενων κυκλοφοριών, αλλά σίγουρα θα ικανοποιήσει τους οπαδούς των Leprous και θα παραμείνει ως μία από τις πιο ώριμες και συναισθηματικά φορτισμένες δουλειές τους.
Όλα τα θέματα είναι μέχρι τέσσερα λεπτά σε διάρκεια, έχουν μέσα τους τον σπόρο της φαντασίας και της δημιουργικότητας, θα μπορούσαν άνετα να ντύσουν σχετικό ντοκιμαντέρ και θέτουν από μόνα τους ένα κλίμα ιδιαίτερα ζεστό και εύμορφο. Ακούγονται πολύ άνετα, δίνουν τροφή για σκέψη και πάντα θα αποτελούν αφορμή για κουβέντα. Άραγε πώς θα φάνταζαν αν σε κάποια τμήματά τους φιλοξενούταν μία χορωδία; Τι θα γινόταν τότε;
Οι Gravenoire, με αυτό τον δίσκο, δικαιολογούν τον λόγο για τον οποίο έχουν επιλεχτεί από την Underground Activists και παρουσιάζονται ως μια πολλά υποσχόμενη δύναμη στη σύγχρονη black metal σκηνή. Ο συνδυασμός του παλιού και του νέου θα συναρπάσει τον ακροατή και θα τον κάνει να αναπολήσει τις ένδοξες στιγμές του γαλλικού Black Metal. Όσοι αγαπάτε το παραδοσιακό black metal, αλλά και όσοι αναζητάτε κάτι που αναμιγνύει τις κλασικές επιρροές με σύγχρονα στοιχεία, θα τα βρείτε με το “Devant La Porte Des Étoiles”.
The “Light ‘Em Up” album is the best Rock album of the decade. They came, they played, they conquered. This superb band is full of energy and I believe that a new era will begin with this album. Just wait and see.
Και μια και μιλάμε για συναυλίες, ΟΛΟ το άλμπουμ φιλοξενείται και LiVE σε αυτό το πακέτο. Οι Blind Guardian είχαν παίξει ολόκληρο το “Somewhere Far Beyond” στο Rock Hard Festival το 2022. Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μία πολύ χορταστική κυκλοφορία, συν το γεγονός ότι μπορείτε να ξαναζήσετε το προπέρσινο καλοκαίρι και να θυμηθείτε με αγάπη όλα όσα συνέβησαν εκείνη τη γλυκιά Ιουλιάτικη Πέμπτη.
Το ”Birmingham Lights” είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Tony Mills και στη μπάντα Shy. Ο Ian Parry κρατά τα φωνητικά ηνία και η μουσική είναι μελωδική αλλά και δυναμική. Hard Rock που σε μαγνητίζει. Έχω μπει σε χρονομηχανή σας λέω, δεν εξηγείται. Το συναίσθημα είναι απίστευτο!
Στο “Cradle To The Grave” η Simone συμπράττει με τη χαλύβδινη Alissa White-Gluz και μαζί καλπάζουν στον ρυθμό των 12/8, που κυριαρχεί στην εισαγωγή και τα ρεφρέν. Για μια στιγμή πήγα να ψάξω ποιος κάνει καφρωνητικά στο τραγούδι αυτό, το σκέφτηκα για τρία – τέσσερα δευτερόλεπτα και χαμογέλασα γεμάτος ενοχή. Και οι δύο κυρίες είναι απίστευτες στα καθαρά τους και χαζεύουν με το ντουέτο τους.
Η ενέργεια σε αυτό το άλμπουμ είναι κάτι που σε «πετυχαίνει», είτε είσαι οπαδός των Mr. Big είτε όχι. Το συγκρότημα ακούγεται τόσο δεμένο όσο ποτέ, με την προσθήκη του ντράμερ Nick D’Virgilio, φημισμένου στους prog κύκλους για τη δουλειά του με τους Spock’s Beard, Big Big Train και – εν συντομία – Genesis, όταν επελέγη (μαζί με τον Nir Zidkyahu) να παίξει στον τελευταίο δίσκο τους (…Calling All Stations…). Μαζί με τον Paul Gilbert και τον Billy Sheehan, τους βιρτουόζους των Mr. Big στην κιθάρα και το μπάσο, ο D’Virgilio παίζει με όλη τη δύναμη και τη φινέτσα του αρχικού ντράμερ του συγκροτήματος, του αείμνηστου, του σπουδαίου Pat Torpey. Και αν η φωνή του Μάρτιν έχει μεγαλώσει κάπως μετά από τόσα χρόνια, εξακολουθεί να είναι πλούσια στις ψηλές νότες και δυνατή.
Χωρίς ανάσα εισβάλει το “My Insane”, για το οποίο μάλιστα έχει γυριστεί και βίντεο. Γκρουβάτο, μπακλαβαδωτό στις κιθάρες, με καρφώτο το rhythm section και ένα ρεφρέν που μπαίνει από νότα που κανείς δεν περίμενε. Οι δίκασες λυσσομανούν στο κουπλέ και αφήνονται στο ρεφρέν, για να πάει όλο το μοτίβο σε πιο αργό beatάρισμα και σόλο θεματικά. Και ακούστε πώς μπλέκουν οι φωνές πριν το τελευταίο ρεφρέν! Ιδέα που θα αρέσει σε πολύ κόσμο.
Vengeance is mine και προχωράμε στο παρασύνθημα. Το “The End Justifies” ξεκινάει με ντραμιστικό μπάσιμο έξι δευτερολέπτων και τρέχει όπως προβλέπουν οι Power Metal κανονισμοί. Η φωνή του Cans είναι μελωδική, χαρακτηριστική, είναι εγγύηση εδώ και τριάντα χρόνια, οδηγεί με άνεση και οι συνθέσεις του ιδρυτή και mastermind Oscar Dronjak και της ομαδάρας, αποδίδονται με τον πλέον εξαιρετικό τρόπο.
The “Teenage Rebel” album of Nestor is your 2024 summer soundtrack. One of the best albums of the year. Deeply emotional, full of yesterday’s melodic music notes and a thunder that will sweep you off your feet.
Είμαστε πλέον μάρτυρες μίας μουσικής πρότασης, που ακούει στο όνομα Κινηματογραφικό Επικό Μελωδικό Μέταλ. Μακάρι να γινόταν αυτός ο δίσκος ταινία.
Το “The Silver Key” είναι ίσως το προσωπικό αγαπημένο από τη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Πιο βαρύ και πιο επικό από όλα τα υπόλοιπα, συνδυάζει στοιχεία από κλασικό heavy metal και power metal, δημιουργώντας έναν πλούσιο και δυναμικό ήχο, ενώ και η μπαλάντα του δίσκου “Wayfaring Dreamer” ξεχωρίζει, με την πιάνο συνοδεία να προσδίδει μια σκοτεινή και ονειρική ατμόσφαιρα, και τη Marta Gabriel να λάμπει με τη φωνητική της απόδοση, δείχνοντας την ευαισθησία και το βάθος της φωνής της.
Στο “Unbreakable” έχουμε και «μουσαφίρη». Ο θεόρατος, τεράστιος, υπέρ-τραγουδιστής, τα-πάντα-όλα, ο ένας και μοναδικός Ralph Scheepers, ανοίγει το βρομόστομά του και τα διαλύει όλα! Τραγούδι που φλερτάρει με επιλεκτικές δίκασες και tribal παιξίματα, «γερμανικές» gang voices και γηπεδική «προσπέλαση». Ό,τι πρέπει για τα επόμενα LiVE της μπάντας. Και προσέξτε το σόλο. Ακανθώδες!
Τέταρτο το “Say”. Κόλλησα αμέσως. Γιατί; Ο ήχος; Η ιδιαίτερα μελαγχολική του αύρα; Η φωνή του Tom που θυμίζει αερικό; Μάλλον όλα αυτά μαζί! Άσε εκείνα τα διαβολεμένα σόλο που κατακλύζουν το μυαλό, ενώ τα τύμπανα «παίζουν» τον ρόλο τους αυστηρά και μεθοδικά, κάνοντας μια χρυσαφένια επίστρωση στο ακατέργαστο και πολύτιμο διαμαντάκι.
Πολύ εύκολα μιλάμε για τον πλέον πρωτότυπο δίσκο της χρονιάς, με τραγούδια που δεν υπάρχει περίπτωση να μην συμπαθήσετε. Εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο το άλμπουμ και να είναι τα αυτιά – όλων εκείνων που θα ακούσουν – ανοιχτά. Γιατί, όπως και τα αλεξίπτωτα… δουλεύουν καλύτερα.
Ό,τι και να πούμε για αυτή τη μπάντα είναι λίγο. Λατρεύουμε να τους βλέπουμε στη σκηνή, να ακούμε όλα τα υπέροχα τραγούδια που ηχογραφούν και τους στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις.
To “Worms Of The Earth” κινείται σε μέτρο 3/4 και η μουσική απόδοση είναι σχεδόν soundtrackική. Οι φωνές δένουν με τα πρώτα φωνητικά και αποτελούν τον κορμό του τραγουδιού. Ο Eric Juris έχει ρίξει άπειρη δουλειά στις κιθάρες, έχει φροντίσει τις μελωδίες του Tsamis με όλη του την αγάπη και όλη του την τεχνική. Ο Lavery μπασάρει και ανεβαίνει κατά βούληση, έτσι κι αλλιώς δεν έχει κανένα θέμα στις υψηλές συχνότητες.
“Peaceful Scenes” και κάτι Megadethικό πήγε να με αρπάξει στα πρώτα δύο-τρία δευτερόλεπτα. Μετά επενέβη το προσωπικό υβρίδιο της μπάντας. Καθαρή μπασογραμμή, άκρως ενδιαφέρουσα και τα riff ορίζουν το περιεχόμενο και την κίνηση του ρυθμού. Το πιο heavy κομμάτι στο άλμπουμ και ένα ρεφρέν επίσης αγαπητό στ’ αυτιά. Τα τύμπανα γκρουβάρουν και… Πώς να ονειρευτώ; Δεν μ’ αφήνουν… Αυτό θα το έκανα βίντεο και ελπίζω να εισακουστώ.
Δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από τα παιδιά μας και είμαστε υπερήφανοι που πραγματοποιούν τέτοιες κυκλοφορίες. Το υπέροχο εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει για ακόμα μια φορά ο τεράστιος Alain Poncelet, ο οποίος πλέον λογίζεται ως μέλος της μπάντας και από τώρα περιμένουμε το τελευταίο μέρος της τριλογίας. Πάντα άξιοι, υπέροχοι άνθρωποι!
Στη συνέχεια… “Beyond Any Suspicion” και ακούγοντας το τραγούδι από τις πρώτες στιγμές του… ΚΑΙ αυτό πρέπει να γίνει video! Θαυμάσια δομή, ντελικάτη ενορχήστρωση και ένα ρεφρέν από τα καλύτερα που έχουν γράψει ποτέ. Δεν χρειάζεται να γράψω περισσότερα, έτσι; Έλα όμως που εγώ θέλω να γράψω. Καψούρα το σόλο στην κιθάρα, άψογη η δισολία και μοναδικό χαλί τα πλήκτρα πίσω τους. Το καλύτερο κρασί το κρατάτε πάντα για το τέλος, σωστά;
Έχω ακούσει πολλά άλμπουμ τέτοιων «προδιαγραφών» και θεωρώ, με μεγάλη άνεση, πως πρόκειται για μία από τις καλύτερες δουλειές των τελευταίων δεκαπέντε ετών – τουλάχιστον. Τόνοι μελωδίας, ίσως περισσότεροι κι από το ίδιο το βάρος του πλοίου. Αξίζουν πολλά μπράβο σε όλους όσους συμμετείχαν και ελπίζω κάποια στιγμή να αποδοθούν επί σκηνής αυτά τα τραγούδια.
Είναι ένα συναρπαστικό άλμπουμ, που επιβεβαιώνει τη θέση του συγκροτήματος ως ηγετική δύναμη στο power metal. Με την ενέργεια, τη θεματική του απήχηση και την μουσικότητά του, είναι ο δίσκος που πρέπει να το ακούσουν όλοι, αλλά και μια απόδειξη της διαρκούς κληρονομιάς των Firewind.