Οκτώ ηθοποιοί νέοι, δυναμικοί και πολύ καλά ρυθμισμένοι σαν ομάδα. Το κείμενο είναι πολύ και τρέχει ταχύτατα, εκείνοι όμως έχουν προβάρει πολύ, έχουν εξετάσει τις λεπτομέρειες και αποδίδουν σχεδόν κινηματογραφικά.
Οκτώ ηθοποιοί νέοι, δυναμικοί και πολύ καλά ρυθμισμένοι σαν ομάδα. Το κείμενο είναι πολύ και τρέχει ταχύτατα, εκείνοι όμως έχουν προβάρει πολύ, έχουν εξετάσει τις λεπτομέρειες και αποδίδουν σχεδόν κινηματογραφικά.
Οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί αποδεικνύονται βασικοί συντελεστές αυτής της επιτυχίας. Δεν ερμηνεύουν απλώς ρόλους· βυθίζονται μέσα τους. Έχουν προσεγγίσει το έργο με κατανόηση και εσωτερικότητα, καταφέρνοντας να μεταφέρουν το συναίσθημα με αλήθεια και ωριμότητα που εντυπωσιάζει.
Η σκηνοθετική ματιά των Μιχαέλας Αντωνίου και Βάσιας Σκιαδά κινείται με συνέπεια προς μια ποιητική αφαίρεση, βυθίζοντας τη σκηνή σε ένα σχεδόν τελετουργικό μαύρο, όπου οι καθρέφτες δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικά ευρήματα αλλά ως πολλαπλά βλέμματα πάνω στην εύθραυστη ταυτότητα του ήρωα.
Τέτοιο σκηνικό στο Άβατον δεν έχω ξαναδεί. Ο κύριος Γιάννης Βουρουτζής ξεπέρασε κάθε φαντασία και έφτιαξε μία αμμουδιά και μία παραλία. Εκεί. Στη σκηνή. Ακούγεται εξωφρενικό, ίσως και να είναι, αλλά πρέπει να πάτε και να το δείτε. Και τότε θα καταλάβετε ότι η μαεστρία κάποιων ανθρώπων δεν χαμπαριάζει ούτε από χώρους ούτε από περιορισμούς.
Θαμπώθηκα πρώτα από όλα με το φωνητικό επίπεδο όλων των ηθοποιών της παράστασης. Τραγουδούσαν τόσο όμορφα, τόσο μοναδικά. Με άριστα το δέκα έφτασαν στο εκατό και δεν είναι υπερβολή, θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας παρακολουθώντας την παράσταση.
Και μετά… ο θίασος! Πολλά θαυμαστικά για τους θαυμαστούς και τις θαυμαστές που μας έκαναν να χειροκροτούμε μέχρι να σπάσουν τα χέρια μας. Με καπετάνιο τον συνήθη ύποπτο Νικορέστη Χανιωτάκη, οι συντελεστές έλαμψαν και λάμπουν κάθε φορά που ανεβαίνουν στη σκηνή. Ο κύριος Χανιωτάκης στήνει το έργο με τέτοιο τρόπο, ώστε να στάζει εκείνο κλιμακωτά στο μυαλό και την καρδιά μας. Είναι τέτοια η αμεσότητα και είναι τέτοιο το μοτίβο, που δεν γίνεται να μην εγκλιματιστείς από τις πρώτες στιγμές.
Ένα μιούζικαλ μεταδιδακτορικού επιπέδου, με τους ηθοποιούς να στέκονται πολύ υψηλά ερμηνευτικά, με μουσική που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής και με στήριξη ισάξια του τάλαντου και της δουλειάς των συντελεστών.
Στο θέατρο Ροές, η Νάνα και ο Βαγγέλης δεν αφηγήθηκαν απλώς μια ιστορία. Την ξεδίπλωσαν μπροστά μας σαν ένα σκοτεινό κουβάρι συναισθημάτων, καλώντας τον θεατή να χαθεί μέσα του και να αναζητήσει τα δικά του νήματα. Είναι συνάνθρωποι μιας πλαστικής κοινωνίας, που τους βουλιάζει κάθε στιγμή, ενώ παράλληλα τους τραβάει σε μια μακρινή δίνη φόβου και ανασφάλειας.
Ένα θαυμάσιο κείμενο γίνεται παράσταση. Μία ιστορία που κατανοούμε από την αρχή. Ο κύριος Παναγιώτης Καστρίτσης, ο οποίος το σκέφτηκε όλο αυτό, έγραψε το κείμενο μαζί με την κυρία Δανάη Ντέμου και υπογράφει τη σκηνοθεσία, έκανε το αυτονόητο τέχνη. Μαζί με την καλλιτεχνική συνοδοιπόρο του πήραν τρεις χαρακτήρες ανθρώπινους, εντελώς καθημερινούς και τους ταξίδεψαν από μία χρονική περίοδο σε μια άλλη.
Η συγκίνηση είναι δεδομένη, όπως και ο θαυμασμός. Για όσους αγαπούν το θέατρο, εδώ, σε αυτό το έργο, βρίσκεται το ορμητήριο, το ησυχαστήριο και η σκήτη τους.
Τελικά, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι να μας δουν, να μας ακούσουν και να μας αποδεχθούν.
Ένα έργο που σε καθηλώνει για πολλούς λόγους, ξεκινώντας από το κείμενο, το οποίο θίγει και αναδεικνύει σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από τον έγγαμο βίο και τις δυναμικές εξουσίας που μπορεί να αναπτυχθούν μέσα σε αυτόν, οδηγώντας τελικά στην απόλυτη μοναξιά ακόμη και μέσα στον γάμο.
Ο Σίμος Στυλιανού αποδίδει συγκλονιστικά τη σωματική – αλλά και ψυχική – αναπηρία του Πάβελ, ενώ η Λίλλυ Μελεμέ κεντάει πάνω στη σκηνή με τους μικρομανιερισμούς της. Ως πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις, είναι η αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη της παράστασης.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία καταφέρνει κάτι σχεδόν αδιανόητο. Ενσαρκώνει είκοσι έξι διαφορετικές φωνές και χαρακτήρες, τους δίνει σάρκα και οστά και τους συνδέει αρμονικά σε ένα ενιαίο, σφιχτοδεμένο θεατρικό σύμπαν.
Η κυρία Κυριακή Σπανού έχει κάνει τη θεατρική προσαρμογή, βασισμένη στη μετάφραση του κυρίου Γιάννη Στρίγκου και έχει στήσει και δουλέψει με τρόπο που τιμά την τέχνη της και το βιβλίο. Διατηρεί και την «αυτονομία» στη διαδρομή των ηρωίδων και των ιστοριών, διατηρεί όμως και την «ένωση» στο τελείωμα, όπως προστάζουν και οι σελίδες της Κολομπανί.
Η κυρία Σοφία Λιάκου είναι απίστευτα γλυκιά! Είναι σκέτη καραμέλα, είναι η σικάτη κυρία που μένει στο απέναντι διαμέρισμα και κάθε μέρα λαμβάνει ένα μπουκέτο λουλούδια. Η εκφορά της είναι ιδανική, το ηχόχρωμά της εξαιρετικό και ο τρόπος που κοιτάζει και κινείται, αγγίζουν την τέλεια φυσικότητα.
Το σκηνικό της παράστασης είναι ό,τι πιο ωραίο έχω δει στο secret room του Αλκμήνη και μία πραγματική δήλωση οξύνοιας στη μοντέρνα σκηνογραφία, με την υπογραφή του κυρίου Δημήτρη Μέλλου.
Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε και ένιωσα τιμή να παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση αντίστοιχου υψηλού επιπέδου. Η τεχνική αρτιότητα των χορευτριών φανερώνεται στην σεκάνς όπου η μητέρα διδάσκει στο παιδί την όρθια στάση. Ήταν ένα μάθημα ανατομίας και εμπιστοσύνης.
Η Βανέσσα Βαϊτση, υπό τη λιτή αλλά ουσιώδη σκηνοθετική ματιά και καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, μετουσιώνει σε λόγο όλα εκείνα που βιώνει ένας άνθρωπος ηττημένος – αυτή την ανεξέλεγκτη δίψα για υπέρβαση της ίδιας μας της φύσης.
Μετά από πολλές παραστάσεις που έχουμε παρακολουθήσει, μπορώ να πω με ειλικρίνεια ότι όποιος επιλέξει να τη δει θα περάσει όμορφα, είτε για να απολαύσει αγαπημένους ηθοποιούς σε πολύ καλές ερμηνείες, είτε γιατί θα αναγνωρίσει μέσα στην ιστορία κομμάτια της ελληνικής πραγματικότητας που, με χιούμορ και ευαισθησία, ανεβαίνουν στη σκηνή.
Μπροστά σε αυτό το εφιαλτικό παιχνίδι, ο θεατής αρχικά συνοφρυώνεται, ειδικά αν δεν είναι εξοικειωμένος με την υπερρεαλιστική παράδοση. Αλλά ακόμα και τότε, η γλώσσα του κειμένου είναι τόσο έξοχη, που σε συμπαρασύρει σαν χείμαρρος.
Στη συζήτηση, που ακολουθεί, με τους ηθοποιούς, τη δημιουργό αλλά και τον σκηνοθέτη και συνεργάτη της, Γιάννη Σκουρλέτη, η Μάμα απογυμνώνεται και αναδεικνύεται ως μια ωμή ανατομία του περιθωρίου. Αν, με όρους ρομαντικούς, το έργο μιλάει για την πείνα και την ηθική, με όρους πολιτικούς παραπέμπει σε ένα ανελέητο μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στο σύμβολο του Ζητιάνου και τον αδηφάγο μηχανισμό του καπιταλισμού.
Αυτή η διασκευή δεν επιδιώκει ούτε τη δικαίωση ούτε την καταδίκη της ηρωίδας. Αντίθετα, ανοίγει χώρο για ερωτήματα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευθύνη; Πόσο βαριά είναι η κοινωνική πίεση; Και τελικά, πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για το φως χωρίς να κοιτάξουμε κατάματα το σκοτάδι;
Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν και μια κρίσιμη αποκάλυψη για τον έναν από τους δύο λειτουργεί καταλυτικά. Εκεί το έργο παύει να είναι θεωρητικό και γίνεται βαθιά προσωπικό, σχεδόν ενοχλητικό.
Συνολικά, η θεατρική μεταφορά του έργου «Λόλα» είναι μια προσεγμένη, δυναμική και συναισθηματικά φορτισμένη παράσταση, που τιμά τόσο την κινηματογραφική της προέλευση όσο και το σύγχρονο θέατρο, προσφέροντας στο κοινό μια εμπειρία έντονα ανθρώπινη και βαθιά συγκινητική.
Ένας μαγικά δοσμένος μονόλογος, ο οποίος στην ουσία είναι ραφή επιμέρους μονολόγων, όλων διαμέσου ενός προσώπου, που μεταμορφώνεται άμα τη βουλήσει. Συνιστάται χωρίς δεύτερη σκέψη και δεύτερη κουβέντα.
Οι κυρίες Θεανώ Κλάδη και Βιβιάννα Γιαννούτσου και οι κύριοι Χάρης Τραχανίδης, Ηρακλής Τσουζίνοβ και Γιάννης Κούλπερ, δουλεύουν και φαίνονται σαν ομάδα. Δεν υπάρχει ο πρωταγωνιστής που θα διαφανεί περισσότερο. Υπάρχουν οι πέντε πρωταγωνιστές, που ξεχωρίζουν το ίδιο, γιατί, πολύ απλά, ξεχωρίζει η ίδια η παράσταση.
Οι δύο πρωταγωνιστές διαθέτουν τόση άνεση, που πραγματικά διερωτάσαι, σαν θεατής, αν όλο αυτό βγαίνει από την εμπειρία τους, από το δέσιμο με την τέχνη τους, από τη διαρκή ενασχόληση ή πρόκειται «απλά» για μία συνομωσία των αρχαίων δαιμόνων του θεάτρου.
Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησα να παρατηρώ. Και μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα συναισθήματά μου, τα οποία εναλλάσσονταν. Συγκίνηση, χαμόγελο, μια εσωτερική σιωπή, μια μικρή ταραχή.
Ο κύριος Κακάλας παραδίδει μαθήματα στον τρόπο μετάδοσης. Δεν θα κάνει ούτε μισό σαρδάμ, ο ρυθμός του είναι σταθερός και η έκφανση του εξαιρετική. Η χροιά της φωνής βοηθά, ώστε η εξιστόρηση να μπαίνει στο πετσί μας και ο ιδιάζων λόγος του δημιουργού δεν προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση.
Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο με κέρδισε αμέσως. Το σκηνικό, λιτό αλλά εξαιρετικά ζωντανό, λειτουργούσε ως ενεργός αφηγητής της ιστορίας, χωρίς περιττές υπερβολές. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν συγκλονιστικές. Παραστατικές, σωματικές, βαθιά ρεαλιστικές.
Το «Μόνο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» στον Μικρό Κεραμικό είναι ένα έργο που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Η ερμηνεία της Νικολέτας Βλαβιανού είναι ο βασικός λόγος. Με χιούμορ, συγκίνηση και αμεσότητα, καταφέρνει να μετατρέψει έναν μονόλογο σε ζωντανή εμπειρία.
Έχετε σκεφτεί αν ταιριάζει η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τους Clash; Ο Σωκράτης Μάλαμας με τον Γιώργο Ζαμπέτα; Οι Nirvana με τον Κώστα Μπίγαλη; Τέτοια mash up, συνοδευόμενα από λογοπαίγνια και αστεία ενδιάμεσα από τη μουσική, είναι βέβαιο ότι θα σε κάνουν να γελάσεις και να χειροκροτήσεις. Εμείς πάντως το ευχαριστηθήκαμε πολύ!
Ο τελευταίος Γιάνκης, το έργο που αναφέρεται στον Λιρόι Χάμιλτον, αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, γραμμένο το 1993 και το οποίο καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Την επίδραση του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας στον άνθρωπο, τις αξίες και τις σχέσεις του. Ίσως, στο τέλος της παράστασης, μπορεί ακόμα και να τσαντιστείς που δεν παρακολούθησες νωρίτερα έργα του τεράστιου αυτού θεατρικού συγγραφέα, ο οποίος έχει θίξει όλα τα επίκαιρα θέματα αρκετά χρόνια πριν να αρχίσουν οι δικές σου αγωνίες.
Ο Καλυβάτσης, εκτός του ότι είναι υπερταλαντούχος – νομίζω οι υπερθετικοί βαθμοί επιθέτων αρμόζουν να περιγράψουν τη πληθωρική του προσωπικότητα – έχει ένα δικό του προσωπικό χαρακτήρα πάνω στη σκηνή, την οποία γεμίζει μόνος του πολύ άνετα.
Ήταν κλειδωμένη στον ρόλο της. Ήταν διπλοκλειδωμένη στον χαρακτήρα της. Η κυρία Κορίνα Χρυσάιδου, στον ρόλο της κυρίας Μαργαρίτας, μας έπεισε εντελώς. Ήταν τόσο καλή σε αυτό που έκανε, που πολλές φορές θεώρησα ότι όντως ήμουν μαθητής και όχι θεατής και άλλες τόσες φορές ήθελα να εγκαταλείψω την αίθουσα, αφού αισθανόμουν όλη τούτη την κλειστοφοβία που προκαλούσαν οι φράσεις της.
Είναι η τέταρτη χρονιά που υποδύεται τη Ρόζα η κυρία Καλοπήτα. Και πρόκειται για ένα από τα πιο άνετα και εντυπωσιακά δεσίματα και κουμπώματα ηθοποιού και ρόλου. Είναι η θνησιγένεια του θεάτρου στα καλύτερά της. Είναι η τέχνη των ηθοποιών, όπως την έχουμε ονειρευτεί.
Οι συντελεστές της παράστασης έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό άμεσο στους θεατές, που πετυχαίνει τον στόχο του και αισθάνεσαι την πίεση και τον αγώνα των συμμετεχόντων στον μαραθώνιο. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη, σε μετάφραση και διασκευή δική τους, θα δώσει έμφαση στους ανθρώπινους χαρακτήρες και στο πώς οι φιλοδοξίες και τα όνειρα μπορούν να σε επηρεάσουν.
Οι δύο ηθοποιοί έδειξαν, με αυτή τους την παρουσία και αυτή τους την απόδοση, ότι το θέατρο είναι η τέχνη των ηθοποιών.
Το «Στην Εξοχή» αγγίζει πολλά και καίρια θέματα. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η θέση της γυναίκας και οι δυναμικές εξουσίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η γενικότερη φύση των ανθρώπινων δεσμών. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και την απειλή, την οικειότητα και την απόσταση, την ανάγκη για ασφάλεια και την αναπόφευκτη σύγκρουση.
Δείτε αυτή την παράσταση. Εστιάστε στις ερμηνείες, στους διαλόγους, σε όλα αυτά που αναδύονται από τις στιχομυθίες. Σκύψτε πάνω από τα χιουμοριστικά ιντερμέδια και τις παύσεις, τις μουσικές σιωπές του έργου. Και εμπνευστείτε από τη λίστα.
Μια ακόμη εξαιρετική θεατρική βραδιά μας επεφύλασσε η παράσταση «Το Δώρο της Παπλωματούς» στο θέατρο Βασιλάκου-Μαριάννας Τόλη, στο κέντρο της πόλης. Ένα παιδικό έργο που φυσικά απευθύνεται και σε ενήλικους, το οποίο σου αφήνει στο τέλος μια γλυκιά μελαγχολία μέσα από την πλοκή του.
Όταν υπάρχει ένα τόσο δυνατό κείμενο, όταν βρίσκεσαι στην αίθουσα και θεωρείς ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο πέρα από αυτό που βλέπεις μπροστά σου… Όταν οι ηθοποιοί κάνουν το παν για να δείξουν πόσο μαγικό είναι το θέατρο…
Αν δεν έχετε δει ακόμη την παράσταση, πραγματικά μην τη χάσετε. Είναι από εκείνες τις θεατρικές εμπειρίες που συνδυάζουν μυστήριο, χιούμορ, ρυθμό και υπέροχες ερμηνείες, αφήνοντάς σας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά.
Το ατμοσφαιρικό Θέατρο Εμπορικόν σε αγκαλιάζει. Σου θυμίζει ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να μαλακώνει τις μέρες. Οι ηθοποιοί — ταλαντούχοι, αφοσιωμένοι — παίζουν κάθε δευτερόλεπτο με ακρίβεια και ψυχή. Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχασα ούτε ανάσα τους.
Είναι μία παράσταση που προβληματίζει ιδιαίτερα. Η δυστοπία είναι μέρος του κόσμου μας. Είναι το μέλλον μας. Το ζοφερό του πράγματος τείνει να γίνει συνοδοιπόρος μας, καθώς το τέρας αρνείται να πεθάνει και εμείς οι άνθρωποι δεν κάνουμε κάτι για να το ξεφορτωθούμε.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ξεπροβάλλει μια μεγάλη αλήθεια. Ό,τι μας φαίνεται σοβαρό μπορεί να είναι τελικά αστείο. Και ό,τι θεωρούμε ασήμαντο, μπορεί να κουβαλάει ολόκληρο το βάρος της ζωής. Το θέατρο, άλλωστε, πάντα είχε αυτή τη δύναμη – να μας κάνει κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι δική μας, αλλά θα μπορούσε να είναι.
H Παπαθωμά υψώνει το βλέμμα της. Περήφανη Ελληνίδα. Αναπνέει… μιλά… συνδιαλέγεται… Είναι λευκή και γαλάζια, είναι γραμμές και σταυρός… ουρανός και κύμα. H ίδια υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία και διαπιστεύει εαυτόν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Ίσως μία ερμηνεία της, η οποία θα λάμπει συνεχώς, δείχνοντας τον δρόμο προς την καλλιτεχνική αρτιότητα.
Η ερμηνεία της Δανάης Επιθυμιάδη ως Χριστίνα αποτελεί αναμφίβολα τον πυρήνα της παράστασης, μια ερμηνευτική κατάθεση υψηλής ακρίβειας και συναισθηματικής διαφάνειας. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, χτίζει έναν χαρακτήρα εύθραυστο αλλά ποτέ ανίσχυρο, αποτυπώνοντας το ψυχικό της ταξίδι μέσα από υποδόριες μετατοπίσεις, λεπτές σιωπές και στιγμές όπου η εσωτερική της πάλη γίνεται σχεδόν χειροπιαστή.
Ένα έξοχο κείμενο, ήδη βραβευμένο μάλιστα, μας προσφέρει η κυρία Νατάσα Σίδερη. Καλογραμμένο, γλαφυρό στην έλιξή του και άψογο στη σκιαγράφηση χαρακτήρων. Θα μπορούσε άνετα να γίνει μία καταπληκτική ταινία και είμαι σίγουρος πως κάποιος ή κάποιοι θα κρούσουν την πόρτα του συγγραφέα σύντομα.
Ο Σαίξπηρ εδώ απομακρύνεται από τον μύθο της εθνικής δόξας και μετατρέπεται σε πολιτικό σχόλιο για τη φύση της ηγεσίας, την ευθύνη του πολέμου και τη σχεδόν τραγική μοίρα όσων βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Είναι πολύ καλή η χημεία ανάμεσα στου δύο πρωταγωνιστές, κάτι που έρχεται σαν επιστέγασμα της μεταξύ τους επαφής, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.
Η κυρία Θέμις Μπαζάκα είναι τόσο άνετη και τόσο χαλαρή, που είχα την εντύπωση ότι απλά εκείνη ήταν όντως ο χαρακτήρας της, ο οποίος είπε στην ηθοποιό «Άσε να πάω εγώ στο θέατρο. Άσε να τα πω εγώ». Θα πρέπει να δείτε το όλο στήσιμό της και θα συμφωνήσετε απόλυτα μαζί μου.
Οι ηθοποιοί ήταν πραγματικά εξαιρετικοί. Δεν έπαιζαν απλώς ρόλους· σου παρέδιδαν κομμάτια του εαυτού τους. Σε έβαζαν στον κόσμο τους με τέτοια αμεσότητα, που χωρίς να το καταλάβεις γινόσουν και εσύ ένας ακόμη χαρακτήρας. Έπαιρνες τον ρόλο που σου έδιναν, τον ζούσες, τον κουβαλούσες. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της παράστασης. Ότι σε κάνει μέρος της.
Ο Θεοδόσης Τανής έχει χτυπήσει τριπλοβελονιά σε όλο αυτό, αφήνοντας την παράσταση, τις ατάκες και τους χαρακτήρες να ανοίξουν τις πύλες τους στο κοινό. Οι δραματικές στιγμές κεντιόνται με απίστευτα κωμικές ατάκες και φτάνεις να γελάς με κάτι, που κανονικά θα έπρεπε να σου κόβει την ανάσα.
Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης αποδίδει με αξιοπρέπεια τον θυμικό παλμό του Μισανθρώπου, ενώ η Σωτηρία Τσαμή φωτίζει με λεπτότητα την υπολογιστική φύση της Σελιμέν. Μαζί με την Ανθία Μπαλή, τον Δημήτρη Κατσίκα, τη Μιχαέλα Δεληγιαννάκη, τον Άγγελο Λιάγκο, τον Ηλία Μαυροειδή και τη Θεοδώρα Τσαμή – η οποία υπογράφει και τη μετάφραση – συγκροτούν μια ομάδα που δείχνει πως διαθέτει το πάθος για ένα ακόμη πιο στέρεο μέλλον στις επόμενες παραγωγές της.
Η παράσταση κινείται με ρυθμούς που θυμίζουν αριθμητική πρόοδο. Είναι γλυκιά και τρυφερή και στη συνέχεια βάζει μπρος τις μηχανές και μετατρέπεται σε μία κωμωδία με κορυφαίο ατακαριό, με το κοινό να γελάει χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, με τις ιστορίες να εκτυλίσσονται με χάρη, χωρίς φτηνά κατασκευάσματα, χωρίς περιττούρες.
Το είδαμε πρώτοι απ’ όλους, το διαβάζετε πρώτοι απ’ όλους. Και κοίτα να δεις… Δεν είμαστε καν διάσημοι!
Οι ερμηνείες είναι ωμές, αφιλτράριστες, αυθεντικές. Οι ηθοποιοί αλληλεπιδρούν και κινούνται στον χώρο με τρόπο που κάθε συνεδρία αποκτά διαφορετική και ενδιαφέρουσα οπτική.
Πραγματικά πολύ καλή παράσταση, η οποία κλείνει με τη διαδραστική συμμετοχή του κοινού, η οποία απογειώνει το ενδιαφέρον των παιδιών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ανέβουν στη σκηνή και να πάρουν μέρος στην τελική έκβαση του έργου, καθιστώντας τα πολύ σημαντικά για αυτή.
Είναι μια παράσταση που αξίζει να δείτε, γιατί δεν περιορίζεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, σας βυθίζει σε μια εμπειρία. Σας μεταφέρει σε έναν κόσμο ωμό και ποιητικό ταυτόχρονα, όπου οι χαρακτήρες κουβαλούν τις σκιές τους, μα και τις στιγμές τρυφερότητας που τους κάνουν ανθρώπινους.
Να πάτε να δείτε την παράσταση. Να πάτε με αγαπημένα σας πρόσωπα, να τα δείτε και ακούσετε να γελούν με την καρδιά τους και να ανακαλύψετε ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο, ώστε να κάνουν και δικά τους πράγματα και να τα παρουσιάζουν με τρόπο που αιχμαλωτίζει τη σκέψη, τη θωριά, το μυαλό γενικότερα.
Η παράσταση καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη συγκίνηση και στο χιούμορ, στην τραχύτητα και στη λεπτότητα, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου κάθε χαρακτήρας έχει βάρος, ανάσα και παλμό. Μια γλυκόπικρη ευωδιά, που μιλά για το θάρρος να συνεχίζεις, για την ανάγκη να βλέπεις με την καρδιά και για τη μαγεία των συναντήσεων που αλλάζουν τον δρόμο και ενίοτε και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ένας τεράστιος θίασος ηθοποιών που διαθέτουν και γάργαρες φωνές, ένα μιούζικαλ ερωτευμένο με την πρόζα, ένα απίστευτο τσούρμο γεμάτο τάλαντο και σκληρή δουλειά, πήρε τη σκηνή του Παλλάς και την έφερε δέκα γύρες!
Ο κύριος Πιφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος και την άνεσή του στο να προφέρει με άριστο τρόπο δεκάδες λέξεις ανά λεπτό. Το βλέμμα του είναι αυτού του φοβισμένου, του οργισμένου, εκείνου που συνειδητοποιεί πως πρέπει να ξεφύγει και δεν το βλέπει να έρχεται. Κάπως σαν τα όνειρα, που ο κακός μας κυνηγάει με δρασκελιές αλά Γιουσέιν Μπολτ και εμείς κινούμαστε σε σλόου μόσιον.
Πίσω από τη χιουμοριστική αφετηρία, κρύβεται ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Πέντε χαρακτήρες, πέντε διαφορετικοί κόσμοι, πέντε άνθρωποι που εκπροσωπούν τα στερεότυπα, τις ψευδαισθήσεις που κουβαλάμε όλοι μας. Μέσα από τις συγκρούσεις και τις αλήθειες που ξεπηδούν, αναρωτιέσαι. Είναι το όνομα η αφορμή ή όλα τα υπόλοιπα που ξεσκεπάζονται σιγά σιγά μέσα από αυτό;
Ο Αβδελιώδης έχει επιτύχει να μας ταξιδέψει περίπου εκατόν πενήντα χρόνια πίσω και ακόμα πιο πίσω, την εποχή που οι γονείς άφηναν μακριά μαλλιά στα αγόρια τους και τα έντυναν με φούστες, για να μην υποψιαστούν οι γενίτσαροι. Ο Νικόπουλος αναδεικνύεται σε έναν μεστό πρωταγωνιστή, ο οποίος χρησιμοποιεί πέρα από τον λόγο του και το σώμα του και τις ανάσες του και την αύρα του και ό,τι άλλο μπορεί να συλλογιστεί ο ανθρώπινος νους.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι καταιγιστικός στον ρόλο του Τζέι Ο’Νιλ. Γεμίζει τη σκηνή με την αλαζονεία, την γοητεία, αλλά και την ενέργεια του ήρωά του. Η δύναμη της ερμηνείας του κρύβεται στην αντίθεση. Στο χαμόγελο που τρέμει από πόνο, στην έκρηξη που δεν κραυγάζει αλλά αποκαλύπτει.
Μέσα από μια σειρά ηχητικών και οπτικών τεχνασμάτων, οι θεατές παγιδεύονται στον κατακερματισμένο κόσμο της άνοιας, όπου δυσπιστία, θυμός, ταραχή και αβεβαιότητα διαδέχονται η μία την άλλη σε ένα φρενιασμένο γαϊτανάκι συναισθημάτων. Επιπλέον, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Λέας Κούση ήταν τόσο προσεγμένα, που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα κινηματογραφικά αδελφάκια τους.
Το «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» είναι μια παράσταση που περιγράφει το σήμερα, το τώρα. Ωμή, καυστική, τραγικά επίκαιρη. Θίγει, με χιούμορ και οξυδέρκεια, τα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, της ενοχής και της υποκρισίας. Πότε το προσωπικό γίνεται θέαμα; Μήπως η ψηφιακή εποχή έχει καταργήσει κάθε σύνορο; Είναι το σχολείο μικρογραφία της κοινωνίας εκεί έξω;
Μια παράσταση που διαρκεί περίπου ογδόντα λεπτά και η οποία δεν σε κουράζει, γιατί είναι πολύ έξυπνα δομημένη και αξίζει τον κόπο να δώσετε μια ευκαιρία στον εαυτό σας να παρακολουθήσετε μια καινούρια άποψη και αισθητική στο έργο του Μπραμ Στόκερ. Εμείς περάσαμε πολύ καλά.
Οι ηθοποιοί συγκρότησαν ένα σύνολο με δυνατή συνοχή και φανερή αφοσίωση στο υλικό. Η Μυγδαλιά Ανδρέου, ως Μπερνάρντα, απέδωσε μια αυστηρή, απόλυτη φιγούρα εξουσίας, με βλέμμα που δεν άφηνε χώρο για αμφισβήτηση. Η Σωτηρία Χρυσικοπούλου (Ανγκούστιας), η Χριστίνα Μούζη (Μαγκνταλένα), η Αναστασία Ραβάνη (Αμέλια) και η Παναγιώτα Χαϊδεμένου (Μαρτίριο), έδωσαν στις αδελφές σαφή, ξεχωριστή ψυχή, με αποχρώσεις επιθυμίας, φόβου και εσωτερικής αντίστασης. Η Μαρία Δώρα Λέων, ως Αδέλα, υπήρξε η φλόγα της παράστασης, προσφέροντας μια συγκινητική ερμηνεία γεμάτη ζωή, σώμα και καρδιά. Η Σόνια Πούλη, ως Μαρία Χοσέφα, άφησε τρυφερές και γήινες στιγμές, θυμίζοντας πως ακόμη και μέσα στην καταπίεση, η ελπίδα βρίσκει τρόπο να ψιθυρίσει. Η Αριστέα Ανύση (Δούλα) και η Σοφία Πασπαλιάρη (Πόνθια) συμπλήρωσαν με ακρίβεια την καθημερινή, σιωπηρή αλήθεια του σπιτιού.
Είναι υπεράνω κριτικής μία τέτοια παράσταση. Είναι ένα γερό στοίχημα και – όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα αντιδράσεις – έχει κερδηθεί από τα αποδυτήρια. Το όραμα της δημιουργικής αυτής ομάδας δεν σταματά ούτε καν στον ουρανό. Η νοηματική είναι πιο γρήγορη και πιο περιεκτική από κάθε άλλη γλώσσα.
Οι ηθοποιοί, με την ερμηνεία τους, κράτησαν ατόφια την ένταση. Ήταν αληθινοί, βαθιά συγκινητικοί, χωρίς υπερβολές. Κάθε βλέμμα, κάθε παύση, κάθε μικρή χειρονομία, έδινε χώρο στο συναίσθημα να αναπνεύσει. Ένιωθες πως δεν έπαιζαν ρόλους, αλλά ζούσαν την ιστορία. Αυτή η αυθεντικότητα είναι που έκανε το έργο να αποκτήσει δύναμη — η απόλυτη ειλικρίνεια στο παίξιμο.
Στιβαρές ερμηνείες και υπέροχος λόγος θα δώσουν όσα η παράσταση χρειάζεται. Οι αρμονικές τους κινήσεις χορογραφούν την ιστορία και μεταφέρουν όμορφα τον θεατή στην εποχή του έργου. Φωτισμοί και κοστούμια συμπληρώνουν ολοκληρωτικά το σύνολο.
Ο Δημητρης Λιόλιος και η Αναστασία Χατζάρα είναι πραγματικά υπέροχοι, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους σε όλα τα σημεία της παράστασης, με τρομερή ενέργεια και υποκριτική ικανότητα, άψογη κινησιολογία και πολύ τρυφερή φιλοξενία στον χώρο τους.
Στο θέατρο Αργώ, η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου μιλούν για τον άνθρωπο που δεν χωρά σε κανένα κοινωνικό και ταξικό κουτάκι. Που προσπαθεί να βρει τη δική του ταυτότητα έξω από την αγέλη των ζωντανών νεκρών.
Δίπλα του, στον ρόλο του Λουκά, η ίδια η ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, της ελληνικής τηλεόρασης και ό,τι άλλο βάνει ο νους. Ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου, ο ηθοποιός, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο «Και εκείνος». Σαν Λουκάς είναι απλά εξαίρετος, είναι μοναδικός, είναι φαινόμενο φαινομένων.
Φεύγοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είχα ταξιδέψει. Ότι είχα βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου η φαντασία συναντά την αλήθεια και το συναίσθημα γίνεται καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού. Αλλιώς, μια Κυριακή γεμάτη θέατρο, σκέψη και ψυχή. Τι συνέβη στη Ρούμπι; Ζει; Πού βρίσκεται; Θα βρεθεί ποτέ; Τελικά, υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια;
Η κυρία Υρώ Μανέ. Η γλυκιά μας Ραραού. Εκρηκτική, γεμάτη χιούμορ αλλά και ευαισθησία, ζωντανεύει υποδειγματικά την ηρωίδα που υποδύεται. Η πληθωρική και χειμαρρώδης ερμηνεία της κάνει το κοινό να γείρει πάνω της. Να ανοίξει τα χέρια και να την αγκαλιάσει. Είναι οικεία και άμεση.
Δεν θα περίμενα ποτέ κάτι λιγότερο από άψογο από την κυρία Θέμιδα Μαρσέλλου. Εδώ όμως… εδώ όμως μπορεί να έχει ξεπεράσει και τον ίδιο της τον εαυτό.
O Γιώργος Καραμίχος από την πλευρά του, ολοκληρώνει ακαταπόνητα τον άθλο της αναπαράστασης οκτώ διαφορετικών ηρώων. Ένας αυτός, ενσαρκώνει πολλούς μαζί, που συνομιλούν, ερωτοτροπούν , αντιπαρατίθενται και όλα αυτά μέσα από την ακρίβεια και τη συγκέντρωση του πρωταγωνιστή.
Στη σκηνή του Nous ο «γελοίος» ξαναζωντανεύει μέσα από τα μάτια του Δημήτρη Μαζιώτη. Ήδη, από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη γυμνή αλήθεια του γελοίου και τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή, αλλά τελικά βιώνει και ο ίδιος μια υπαρξιακή αναταραχή για το εγώ και τον κόσμο γύρω του.
Η παράσταση IRЯINA αποτελεί μια τολμηρή και βαθιά συγκινητική συνομιλία με το κλασικό έργο του Τσέχωφ «Οι Τρεις Αδελφές», φωτίζοντας ξανά την εμβληματική φιγούρα της Ιρίνας, μέσα από ένα σύγχρονο, φεμινιστικό και πολυεπίπεδο πρίσμα. Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές...
Το «Απόρρητο» σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι τέλους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι όχι μόνο για το πού φτάνει η τεχνολογία, αλλά και για το πού φτάνει ο άνθρωπος. Για το αν υπάρχει ακόμα χώρος για ευαισθησία, ειλικρίνεια και αποδοχή, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μετράει, αναλύει και καταγράφει.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι «μεγάλο». Είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι αληθινό. Και αυτή είναι η ουσία. Η Δουλεία δεν ήρθε να αλλάξει τη ζωή μας. Ήρθε να μας τη δείξει, όπως ακριβώς είναι – γυμνή, σιωπηλή, γεμάτη οθόνες, αλλά και με μια μικρή φλόγα ανθρωπιάς που, ευτυχώς, ακόμη δεν έχει σβήσει.
Συμπερασματικά, η παράσταση «Ράφτης Κυριών» συνιστά μια εύστοχη επιλογή για όποιον επιθυμεί να περάσει ένα ευχάριστο και ανάλαφρο θεατρικό απόγευμα.
Στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Ντίνος Γκελαμέρης αποφασίζει να μην παραμείνει μόνο στον ρόλο του ηθοποιού, αλλά για πρώτη φορά υπογράφει και ως συγγραφέας και σκηνοθέτης την παράσταση «Ωριμότητα», η οποία έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου.
Ο κύριος Ζήσης Ρούμπος επιστρέφει στη σκηνή του TGI Fridays και μαζί του φέρνει πολλά πιάτα με το απόλυτο φαγητό για όλες τις ηλικίες, ανεξαρτήτως προέλευσης, θρησκεύματος (ίσως) και πολιτικών πεποιθήσεων. Τηγανητές πατάτες ή τσιπς – κατά Βρετανούς – ή φρεντς φράις – κατά ανιστόρητους δηλαδή Γιάνκηδες – και μην με βάλετε να μιλήσω για φρίντομ φράις, γιατί θα γελάμε μέχρι Δευτέρας Παρουσίας.