Μία κυρία που κάθεται λίγο πιο μπροστά και δεξιά μου, σηκώνεται από τη θέση της, μετακινείται λίγο πιο αριστερά, σχεδόν μπροστά μου και ξεκινάει να χορεύει υπό τους ήχους του “Maggie May”. Ηλικιακά είναι κοντά μου, εκείνη τη στιγμή όμως πρέπει να αισθάνεται δεκαοκτώ χρονών. Ταυτόχρονα, δύο πιτσιρίκια που κάθονται δίπλα μου, πραγματικά δεκαοχτάρια-τι-μυστήριο, αφήνουν τις θέσεις τους, τα μπουφάν και τα μπακ-πακ τους και πάνε λίγο πιο μπροστά. Και αρχίζουν να χορεύουν και εκείνα. Δύο ξεχωριστές γενιές που χαρακτηρίζονται από ένα – τουλάχιστον – κοινό σημείο. Ξέρετε τι… Μου πέρασε από το μυαλό η ελληναράδικη σκέψη. «Καλά… κι αυτή η Χριστιανή, μπροστά μου βρήκε να πάει να ξεβιδωθεί»; Και στο καπάκι συνήλθα. Πολύ καλά έκανε και στάθηκε εκεί! Θα πάω εγώ λίγο πιο δεξιά ή αριστερά.
Λίγη ώρα πριν, η δική μας Angelika Dusk, με τους μουσικούς και τους χορευτές της, έκανε τα δικά της όμορφα πράγματα στη σκηνή. «Ήταν μεγάλη τιμή που παίξαμε εδώ, για σας απόψε». Ποπ πανοπλία, με οργανοπαίχτες που μπορούσαν ακόμα και Dream Theater να παίξουν και με μία φωνή που είναι γλυκιά και δυνατή, ήπια και φασαριόζικη άμα τη βουλήσει. Έτρεξε πάνω κάτω, χόρεψε, χτυπήθηκε παρέα με το συγκρότημά της, μας ταξίδεψε χωροχρονικά και στάθηκε υψηλά ποιοτικά. Και εννοείται ότι θα είμαι εκεί την επόμενη φορά θα εμφανιστεί ξανά.

Ο Roderick David Stewart είναι λίγους μήνες μεγαλύτερος από τον μπαμπά μου. Ανήκει και εκείνος στο Club ’45, παρέα με τους επίσης υπέρτατους Ian Gillan και Sylvester Stallone. Απόψε όμως, εκεί στην τεράστια σκηνή του κλειστού των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων (εγώ θα το γράψω έτσι και σ’ όποιον αρέσει), δείχνει μακριά κι αλάργα από τη φθορά του χρόνου. Είναι λιγνός, ευθυτενής, κινείται πιο μάγκικα απ’ ό,τι ο Jagger και είναι απίστευτα ευγενής. Δίνει πολύ χώρο στους μουσικούς του, μας προτρέπει συνεχώς να τους χειροκροτήσουμε, ενώ το ίδιο πράττει και για τις υπέροχες κυρίες που κάνουν δεύτερα φωνητικά. Ο Rod θα αλλάξει κοστούμι ξανά και ξανά, το ίδιο και οι εν λόγω κυρίες, ενώ οι μουσικοί του ακούγονται δίσκος! Γεμάτος ήχος, που φλερτάρει με ένα σωρό είδη και όχι μόνο.
Θα μπορούσα με άνεση να υποστηρίξω ότι άκουσα μέσα σε ένα βράδυ τραγούδια Ροκ, Μπλουζ, Ποπ, Ντίσκο, ότι άκουσα διάφορες διασκευάρες και τραγούδια που ο ίδιος ο μεγάλος σταρ έχει συνθέσει με μερικά από τα πιο μεγάλα ονόματα της μουσικής, όπως ο Jeff Beck, για παράδειγμα. Θα μπορούσα με άνεση να πω ότι ο Rod πήρε τον χρόνο του ξανά και ξανά, αφήνοντας τις υπέροχες κοπέλες να τραγουδήσουν μόνες τους, όπως έκαναν με το “I’m Every Woman”, προκειμένου εκείνος να αλλάξει και να προετοιμαστεί για το υπόλοιπο show. Και είμαι σίγουρος ότι αυτή η άνεση θα ήταν αρκετή για να πειστείτε ότι είδαμε μία συναυλία από αυτές που σπάνια γίνονται στη χώρα μας. Μία συναυλία στα πρότυπα εκείνων που ο κόσμος απολαμβάνει στο Las Vegas, εκεί που ο χρόνος είναι σχετικός και που έννοιες όπως μέρα και νύχτα είναι απλά ενδείξεις σε ρολόγια.

Η ώρα πάει δέκα και δέκα ή κάτι κοντινό. Έχουν παίξει τις χιτάρες, έχουν αποσπάσει το ειλικρινές όσο και φρενήρες χειροκρότημά μας, έχουμε κατά τι στραβώσει που στο ρεφρέν του “Baby Jane” δεν ακούμε αυτό που θυμόμαστε από τους δίσκους – μία μικρή παραλλαγή, που βρίσκει αντίθετους κάτι σχολαστίκες σαν κι εμένα. Συνερχόμαστε σχεδόν αμέσως, αφού το τραγούδι αποδίδεται εκπληκτικά και… Τι ωραία φασαρία είναι αυτή στο “Do Ya Think I’m Sexy”; O κόσμος μιμείται τη μελωδία του θέματος, ο Rod υπερθεματίζει και ζητά να το κρατήσουμε όσο μπορούμε και εκεί καταλήγω στο ότι όσοι έχουν έλθει, ξέρουν γιατί ήλθαν. Δεν έχουμε να κάνουμε – ευτυχώς – με κυρίους και κυρίες που έσκασαν ένα πεντακοσάρικο για να βγάλουν φωτογραφίες και να κουνηθούν ανάμεσα στα τοιχώματα των ρουθουνιών των φίλων τους.
Εδώ, κυρίες και κύριοι, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που γνωρίζουν. Τους στίχους, τα τραγούδια, το ύφος, τον άνθρωπο, τον καλλιτέχνη. Κάποιες φορές αυτοί οι άνθρωποι συμμετείχαν χορωδιακά στα ρεφρέν και τα πήγαν περίφημα. Και ο Sir Rod, από μικροφώνου, ανακοίνωσε πως «Εγώ απόψε τραγουδώ για σας», χωρίς να αισθανθούμε πως ήταν μέρος μία κλισέ ατάκας, που ειπώθηκε μόνο και μόνο για να ειπωθεί. Και όταν από σκηνής άρχισαν να πετούν μπαλόνια στον κόσμο, για να κάνουν την όλη στιγμή πιο χαρμόσυνη, ήταν εκείνος που σταμάτησε το τραγούδι, για να απευθυνθεί σε κάποιον εκεί μπροστά, που είχε κάπως παρεκτραπεί, να πει πως δεν αξίζει τον κόπο να συμβαίνουν αυτά και να σπρώξει ένα μπαλόνι προς το μέρος εκείνο, ώστε να κλείσει αναίμακτα όλο το συμβάν.

Το τεράστιο ψηφιακό backdrop, πίσω από τους καλλιτέχνες, έδειχνε τις κινήσεις επί σκηνής μεγεθυμένες, έδειχνε διάφορα θέματα, με μία κάπως Pop αισθητική και πιστοποίησε πως ένα μεγάλο show είναι αυτό που ό,τι διαθέτει είναι μεγάλο. Ο μπροστάρης, η μπάντα του, τα τραγούδια του, το στυλ και η άποψή του.
You Wear It Well, Ooh La La (Faces), Having A Party (Sam Cooke), It’s A Heartache (Bonnie Tyler), Rollin’ & Tumblin’ (Muddy Waters), Forever Young, The First Cut Is The Deepest (Cat Stevens), Tonight’s The Night (Gonna Be Alright), Maggie May, I’d Rather Go Blind (Etta James), Young Turks, Downtown Train (Tom Waits), I’m Every Woman (Chaka Khan), I Don’t Want To Talk About It (Crazy Horse), People Get Ready (The Impressions), Have I Told You Lately (Van Morrison), Proud Mary (Creedence Clearwater Revival), Baby Jane, It Takes Two (Kim Weston), Some Guys Have All The Luck (The Persuaders), Da Ya Think I’m Sexy?, Sailing (The Sutherland Brothers Band), Love Train (The O’Jays)
Από την έξοδο μέχρι τον σταθμό είναι περίπου οκτώ λεπτά περπάτημα. Χρονικό διάστημα το οποίο παραδόθηκε άνευ όρων σε καταιγισμό πρόσφατων αναμνήσεων. Ευχαριστούμε, David! Ευχαριστούμε πολύ!
Κώστας Κούλης
Φωτογραφίες Sir Rod Stewart: Αφροδίτη Ζαγγανά


0 Comments