Η High Priority έστειλε την ομάδα του Keysmash να παρακολουθήσει τον ατμοσφαιρικό Sivert Høyem στο Θέατρο Λυκαβηττού, στις 19 Σεπτεμβρίου 2026. Το φθινοπωρινό αεράκι, η ιστορικότητα του χώρου και η ιδιαίτερη χροιά του Sivert Høyem δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα όπου ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει κάπου ανάμεσα στη νύχτα και την αυγή… άλλως Madrugada.
Μουσικά κομμάτια, όπως “Lioness”, “Two Green Feathers”, “Into the Sea”, “Sleepwalking Man”, καθώς και άλλα από τη solo καριέρα του, αλλά και κομμάτια των Madrugada, για τα οποία έχει λάβει βραβεύσεις, με τον ήχο τεχνικά άρτιο, αλλά και τη μουσική ιδιοφυία των επί σκηνής καλλιτεχνών, κλόνισαν για άλλη μια φορά το ελληνικό κοινό, που με απόλυτη αφοσίωση τον ακολουθεί, δίνοντάς του ακόμη ένα sold out.

Και φυσικά, δεν μας άφησε να ξεχάσουμε την ιδιαίτερη σχέση που έχει με το ελληνικό κοινό, όπως έχει κάνει ευρέως γνωστό και σε συνεντεύξεις του. Όχι μόνο μας το έκανε ξεκάθαρο δύο, τρεις, τέσσερις φορές – με κάθε αφορμή! – αλλά το νιώσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Μας μετέφερε τα βιώματά του και – με έναν τρόπο – τα κάναμε δικά μας.
Μια από τις σπουδαιότερες αναμνήσεις του είναι η συναυλία που έδωσε στο Ηρώδειο πριν από λίγα χρόνια. Τώρα, όμως βρίσκεται στον χώρο όπου το μουσικό του ίνδαλμα, ο Leonard Cohen, έδωσε το 1988 μια από τις σημαντικότερες συναυλίες, καθηλώνοντας το ελληνικό κοινό. Ο Sivert νιώθει ότι χρωστά πολλά σε εκείνον, καθώς καθόρισε τη καλλιτεχνική του πορεία με εμφανή την επιρροή του, όχι τόσο ως μίμηση, αλλά ως μια μορφή συνδιαλλαγής με το έργο του Leonard.

Δεν δίστασε να ερμηνεύσει μεγάλα και αγαπημένα ντουέτα, όπως το “My Thieving Heart”, χωρίς, βέβαια την παρουσία της Marie Munroe. Ο Sivert αντιμετώπισε την απουσία της με χιούμορ, επιστρατεύοντας τον Κρίστεν Κνούτσεν για τα γυναικεία φωνητικά της, τα οποία στο τέλος ο ίδιος χαρακτήρισε “κοιμισμένα”.
Με απόλυτο σεβασμό στη μουσική κληρονομιά των θρυλικών Madrugada, το “Majesty” και φυσικά το αγαπημένο του – αλλά και δικό μας αγαπημένο – “Honey Bee”, γέμισαν το θέατρο του Λυκαβηττού, κάνοντάς μας να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε και να ερωτευτούμε, όπως μας προέτρεψε, εάν δεν το έχουμε ήδη κάνει. Για το “Majesty” αυτή τη φορά δόθηκε η σκηνή αποκλειστικά στον Sivert, αφού τα υπόλοιπα μέλη αποχώρησαν. Φυσικά και μας έλειψε η συνολική ηχητική σύνθεση του κομματιού, αλλά κατανοώ και αυτή του την επιλογή.
Το παρουσίασε ως πρωτόλειο, όπως τη μέρα που στάθηκε τυχερός (μετριοπαθής!) και ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με μια κιθάρα στα χέρια, έγραψε αυτό το αριστούργημα.

Δεν είναι σπάνιο μεγάλα συγκροτήματα να διαλύονται και τα μέλη τους να ακολουθούν solo πορεία, νιώθοντας σχεδόν καταδικασμένα να συνεχίσουν να κάνουν αυτό για το οποίο γεννήθηκαν.
Λίγοι όμως κατάφεραν να ανοίξουν νέα μονοπάτια με την ίδια επιτυχία που γνώρισαν μέσα από τα συγκροτήματα που άφησαν ιστορία.
Ο Sivert Høyem ανήκει σε αυτούς τους λίγους.
Όχι μόνο συνέχισε, παρά το έντονο στίγμα που άφησαν οι Madrugada, αλλά κατάφερε να δημιουργήσει μια προσωπική διαδρομή με τη δική της ταυτότητα, χωρίς να απαρνηθεί το παρελθόν του, αλλά και χωρίς να εγκλωβίζεται από αυτό.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα ταλαντούχα μέλη της μπάντας – από τους σπουδαιότερους και πιο έμπειρους μουσικούς της Νορβηγίας – οι οποίοι αποθέωσαν με τον ήχο τους και την ενέργειά τους, το συναυλιακό υπερθέαμα που ακούει στο όνομα SIVERT HOYEM.

Ο Cato Thomassen (Τόμασεν) στη κιθάρα, τα πλήκτρα και τα φωνητικά. O Kristen Knutsen (Κνούτσεν) στο πιάνο, την κιθάρα, τα φωνητικά – έπαιξε μέχρι και τρίγωνο!
Ο Borge Fjordheim (Φιόρνχαιμ) στα τύμπανα.
Και τέλος ο μπασίστας Rudi Nikolaisen (Νικολάισεν).
Και οι τέσσερις, μαζί με τον Sivert, αποτελούν και τον μουσικό κορμό του συγκροτήματος των Madrugada της επανένωσης.
Η χημεία τους, τόσο σαν προσωπικότητες όσο και ως μουσικοί, έγινε αντιληπτή από το πρώτο λεπτό μέχρι και το τελευταίο. Εκεί, στο τέλος της συναυλίας, “παρέδωσαν τα όπλα” και αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και με απόλυτη ταπεινότητα και απλότητα στάθηκαν μπροστά στο κοινό που τους αποθέωσε. Δεν στάθηκαν απέναντί μας, σαν καταξιωμένοι μουσικοί με τόσες συναυλίες, αξιώσεις και τόση εμπειρία στις πλάτες τους, αλλά σαν ένα παρεάκι φίλων που μόλις ολοκλήρωσαν την πρώτη τους συναυλία – απήλαυσαν μέχρι και τη τελευταία νότα.
Σε αυτό το σημείο διαφαίνεται και η πραγματική τους αξία. Παρά το βιογραφικό τους, συνεχίζουν να παίζουν με τον ίδιο ενθουσιασμό ανθρώπων που αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Αυτό το πάθος δεν χρειάστηκε να το εξηγήσουν.

Το είδαμε, το βιώσαμε.
Η ταπεινοφροσύνη αποτελεί τον μέγα σύμμαχο της τέχνης!
Όπως έχει αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξή του, αγαπά το σκοτάδι της νύχτας και θεωρεί πως αποτελεί ένα παράλληλο σύμπαν. Και συμφωνούμε απόλυτα!
Στον Λυκαβηττό, ο Sivert Høyem μας ταξίδεψε ακριβώς σε αυτόν τον κόσμο, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει, σε ένα αόρατο σημείο ανάμεσα στη νύχτα και την αυγή.
Για τον Νορβηγό μουσικό, ο κόσμος χειροτέρεψε μετά τον θάνατο του David Bowie (2016) και από τότε, όπως αναφέρει, παρακολουθεί την κατρακύλα της παγκόσμιας ιστορίας.
Όντας ένας άνθρωπος πολιτικά ενεργός και ευαισθητοποιημένος , δεν γινόταν να μην αφήσει το δικό του μήνυμα και στον Λυκαβηττό.

“No matter where you belong politically… We have to do something.”
Με αυτή την προτροπή και με το “Hollow”, κλείνει η αυλαία.
Ο κόσμος χειροκροτεί και, μέσα από τα φλας των κινητών, δημιουργείται μια μαγική ατμόσφαιρα: χιλιάδες άνθρωποι γίνονται ένα, με την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.
Hollow promises;
Ίσως.
Ίσως και όχι.
Ίσως η μουσική να είναι η αφύπνιση που χρειαζόμαστε.
Να μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε κούφιοι.
Και για όσο καιρό τραγουδάμε και βιώνουμε μαζί, στον κόσμο υπάρχει ακόμα η ελπίδα.
Κείμενο: Καρολίνα Σπυριδωνάκου
Φωτογραφίες: Εβελίνα “Red” Γερακίτη – Φλούρου



0 Comments