Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας «κανονικός» άνθρωπος όταν αισθανθεί ότι χάνει τον έλεγχο; Και πόσο εύκολο είναι να αναγνωρίσουμε το σκοτάδι όταν δεν φορά το πρόσωπο ενός τέρατος, αλλά ενός ανθρώπου της διπλανής πόρτας;
Ο Νίκος Χανάκουλας που υποδύεται τον Γιώργο Βεϊζάδε, τον βασανιστή της Σπυριδούλας, μιλά για έναν ρόλο που δεν αφήνει εύκολες αποστάσεις και ακόμη λιγότερες εύκολες απαντήσεις. Για την ανάγκη να μπεις στο μυαλό ενός ανθρώπου που διέπραξε το αδιανόητο, χωρίς να ξεχάσεις ποτέ το θύμα. Για την εξουσία, την πατριαρχία, την απώλεια ελέγχου και εκείνη την πιο άβολη ερώτηση: πού ακριβώς αρχίζει το σκοτάδι μέσα σε έναν άνθρωπο;
Ο Γιώργος Βεϊζάδε είναι ένας άνθρωπος που περνά στην ιστορία ως βασανιστής της Σπυριδούλας. Πώς προσεγγίσατε έναν τόσο σκοτεινό και δύσκολο χαρακτήρα χωρίς να προσπαθήσετε να τον «δικαιολογήσετε»;
Εδώ θεωρείται κάπως δεδομένο ότι, όταν προσεγγίζουμε έναν τέτοιο χαρακτήρα ως ηθοποιοί, προσπαθούμε να μην τον δικαιολογήσουμε. Προσωπικά, ακολούθησα τον αντίθετο δρόμο. Θεωρώ ότι, ως ηθοποιός, είναι απαραίτητο να δικαιολογήσεις τον χαρακτήρα σου. Όχι φυσικά τις πράξεις του ηθικά, αλλά μέσα σου, ώστε να μπορέσεις να συνδεθείς πραγματικά μαζί του.
Διαφορετικά, κρατάς μια απόσταση από τον ρόλο και, κατά τη γνώμη μου, αυτή η απόσταση φαίνεται στην σκηνή. Νομίζω ότι το έχει διατυπώσει πολύ καλύτερα ο Christoph Waltz, όταν είχε ερωτηθεί για τον Colonel Hans Landa στο Inglourious Basterds. Η ουσία της απάντησής του ήταν ότι δεν αντιμετώπισε τον χαρακτήρα του ως κακό, γιατί οι πραγματικοί άνθρωποι δεν ξυπνούν το πρωί πιστεύοντας ότι είναι οι κακοί της ιστορίας. Κάπως έτσι προσπάθησα κι εγώ να προσεγγίσω τον Γιώργος Βεϊζαδέ. Ως έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας της εποχής του. Έναν άνθρωπο με μια πολύ σκοτεινή πλευρά, ναι, αλλά μια πλευρά που ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται απαραίτητα ως τέτοια. Και νομίζω ότι ακριβώς εκεί βρίσκεται και το κάτι πραγματικά τρομακτικό.
Όταν ένας ηθοποιός υποδύεται έναν άνθρωπο που έχει διαπράξει ακραίες πράξεις βίας, πόσο δύσκολο είναι να βρει μέσα του την ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογεί τις πράξεις του;
Αυτό συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη απάντηση. Προσωπικά, πάντα με απασχολούσε το πώς απλοί, καθημερινοί άνθρωποι μπορούν, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, να μετατραπούν σε ανθρώπους ικανούς για ακραία βία. Αν σκεφτούμε, για παράδειγμα, ανθρώπους που έζησαν και πολέμησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτές οι γλυκές φυσιογνωμίες που κάποιοι από εμάς γνωρίσαμε ως παππούδες, μπορεί να είχαν αναγκαστεί να σκοτώσουν κάποιον. Κι όμως, η ανθρώπινη πλευρά τους ήταν εκεί. Δεν εξαφανίστηκε. Νομίζω λοιπόν ότι σε τέτοιους ρόλους, το ζητούμενο για τον ηθοποιό είναι να ανακαλύψει τι είναι αυτό που οδηγεί τον χαρακτήρα σε μια μετάβαση. Ποιοι παράγοντες, ποιες συνθήκες, ποιες επιλογές τον μετατρέπουν σε κάτι τόσο ακραίο. Και ίσως η πιο άβολη σκέψη είναι ότι το σκοτάδι δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε κάποιους άλλους, εντελώς διαφορετικούς από εμάς.
Για μένα, εκεί βρίσκεται και ένα σημαντικό κομμάτι του νοήματος της παράστασης. Το δύσκολο δεν είναι απλώς να παρουσιάσεις έναν κακ» άνθρωπο. Είναι να αναζητήσεις όλα εκείνα που οδήγησαν έναν άνθρωπο στο να κάνει κάτι πραγματικά αποτρόπαιο.
Ο Γιώργος λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον εξουσίας πάνω σε ένα ανήλικο και ευάλωτοκορίτσι. Πώς αποτυπώνεται αυτή η σχέση εξουσίας στον τρόπο που τον υποδύεστε;
Αυτή η σχέση εξουσίας έχει πολλές μορφές και θεωρώ ότι συνδέεται έντονα με την πατριαρχική δομή της εποχής. Κάθε περίοδος εκφράζει διαφορετικά αυτές τις σχέσεις και εγώ προσπάθησα να βρω μια συμπεριφορά που να αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη εποχή. Είναι ο άντρας που επιστρέφει στο σπίτι και θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι η γυναίκα του βρίσκεται εκεί για να τον φροντίσει, περισσότερο σαν μητέρα παρά σαν ισότιμη σύντροφος, με την οποία θα επικοινωνήσει πραγματικά. Παράλληλα, διαχωρίζει πολύ έντονα τη ζωή του έξω από το σπίτι, από τη ζωή μέσα σε αυτό. Το σπίτι είναι ο χώρος στον οποίο θεωρεί ότι εκείνος έχει τον έλεγχο. Όταν λοιπόν αισθάνεται ότι χάνει αυτόν τον έλεγχο, προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβεβαιώσει ξανά την κυριαρχία του. Αυτή η ψευδαίσθηση εξουσίας και κυρίως η αίσθηση ότι ξαφνικά τη χάνει, είναι ένα από τα στοιχεία που προσπάθησα να χρησιμοποιήσω για να καταλάβω πώς φτάνει τελικά σε αυτή την αποτρόπαια πράξη.

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στον συγκεκριμένο ρόλο: η σκληρότητα των πράξεών του ήη προσπάθεια να καταλάβετε τι άνθρωπος είναι πίσω από αυτές;
Αυτό που με δυσκόλεψε και εξακολουθεί να με δυσκολεύει, για να είμαι ειλικρινής, είναικυρίως η μετάβαση. Το πώς μια φαινομενικά καθημερινή σκηνή μέσα σε ένα σπίτι μπορεί να περάσει σε μια κατάσταση όπου ξαφνικά όλα βρίσκονται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Και το σημαντικότερο είναι αυτή η μετάβαση να έχει αλήθεια. Να μη μοιάζει θεατρική με την κακή έννοια, υπερβολική ή κατασκευασμένη. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε άνθρωπος να κάνει μια τέτοια πράξη; Όχι. Την έκανε, όμως, ένας άνθρωπος που μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε μια κατά τ’ άλλα σχετικά καθημερινή ζωή; Ναι. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο στον ρόλο. Έπρεπε λοιπόν να αναζητήσω τα κίνητρα, τις συνθήκες και του μηχανισμούς που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο σε ένα τέτοιο σημείο.
Υπάρχει κάποια στιγμή στην παράσταση που ως ηθοποιός αισθανθήκατε ιδιαίτερα έντονα το βάρος του ρόλου;
Ναι. Το αισθάνομαι συνέχεια, γιατί θεωρώ ότι όλο αυτό πρέπει τελικά να έχει έναν θεραπευτικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο που θα έρθει να το παρακολουθήσει. Αισθάνομαι ότι οφείλουμε να κρατήσουμε έναν καθρέφτη απέναντι στην κοινωνία και να φωτίσουμε συμπεριφορές και μηχανισμούς που, όταν μένουν στο σκοτάδι, μπορούν να οδηγήσουν σε παρόμοια γεγονότα. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα ακούμε για περιστατικά ακραίας βίας. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι αυτά χαρακτηρίζουν συνολικά την κοινωνία μας. Σημαίνει όμως ότι υπάρχουν άβολες αλήθειες που αξίζει να κοιτάξουμε κατάματα, αν θέλουμε να διδαχθούμε από αυτές. Δεν ξέρω πόσο εφικτό είναι αυτό μέσα από μια παράσταση ή σε ποιον βαθμό καταφέρνουμε να το πετύχουμε. Αισθάνομαι, όμως, μεγάλο βάρος και ευθύνη απέναντι στην πραγματική ιστορία και κυρίως απέναντι στο κορίτσι. Προσπαθούμε να μεταφέρουμε αυτή την ιστορία στο σήμερα με όσο περισσότερο σεβασμό μπορούμε. Και, προσωπικά, ζητώ συγγνώμη αν υπάρχει κάτι που κάποιος αισθανθεί ότι δεν προσεγγίσαμε όπως θα έπρεπε σε ένα τόσο λεπτό και επώδυνο ζήτημα.
Πώς επηρεάζει έναν ηθοποιό ψυχολογικά το να μπαίνει κάθε βράδυ στη θέση ενός ανθρώπου που έχει ασκήσει τέτοια βία;
Δεν είναι κάτι που το διαχειρίζεσαι εύκολα ή χωρίς επιπτώσεις. Θυμάμαι στις πρόβες τη συνάδελφό μου, τη Βασιλεία, να χρειάζεται κάποιες στιγμές να σταματήσει, γιατί σοκαριζόταν από αυτό που έπρεπε να κάνει. Και μόνο σωματικά, σε ταράζει. Αλλάζει η αναπνοή σου, αλλάζει το σώμα σου, αλλάζει η διάθεσή σου. Και πρέπει συνεχώς να μπαίνεις ξανά και ξανά σε αυτή την κατάσταση, έχοντας, ως ηθοποιός, δικαιολογήσει μέσα σου τη συμπεριφορά του χαρακτήρα. Δεν είναι καθόλου ευχάριστη διαδικασία. Ταυτόχρονα, μου υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει από τη μία κατάσταση στην άλλη. Αρκεί να δεις δύο ανθρώπους στον δρόμο να τσακώνονται για ένα φανάρι και πόσο γρήγορα μπορεί να κλιμακωθεί κάτι τέτοιο. Το κλεμμένο χαρτονόμισμα δεν ήταν η αιτία, ήταν η αφορμή για να εκδηλωθεί αυτή η σκοτεινή πλευρά του Βεϊζάδε, που προϋπήρχε. Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι όταν φωτίζουμε το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας, έχουμε περισσότερες πιθανότητες να δημιουργήσουμε περισσότερο φως γύρω μας και να μην αφήσουμε τις σκιές μας να μας κυβερνούν.
Μαίρη Ζαρακοβίτη


0 Comments