Ως πατέρας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο Μαξίμ Γκόρκι περιγράφει με αξεπέραστη ωμότητα τη σύγκρουση ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και την ιστορική αναγκαιότητα. Συγκεκριμένα, στο έργο «Βάσσα Ζελεζνόβα», παραδίδει μαθήματα ανατομίας πάνω στις διεργασίες που σιγοβράζουν στα σπλάχνα της προεπαναστατικής Ρωσίας. Η σταδιακή αποσύνθεση της οικογένειας Ζελεζνόφ δεν αποτελεί παρά το προοίμιο της επαναστατικής καταιγίδας, που επρόκειτο να σαρώσει τα σαθρά θεμέλια μιας ολόκληρης εποχής.
Η Λίλλυ Μελεμέ ευθυγραμμίζεται με το όραμα του «πικρού» (όπως σημαίνει το ψευδώνυμό του στα ρωσικά) συγγραφέα, μπολιάζοντάς το με μια φεμινιστική χροιά. Στο σκηνοθετικό της σύμπαν, οι άνδρες υποβιβάζονται σε άβουλα πιόνια, ενώ η κατάρρευση της οικογένειας Ζελεζνόφ διαδραματίζεται μέσα σε ένα άχρονο, εκβιομηχανισμένο περιβάλλον. Η Βάσσα δεν είναι απλώς μια δεσποτική μητέρα· είναι μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται τα παιδιά της ως οργανική προέκταση του εαυτού της – και κατ’ επέκταση, της περιουσίας της. Προκειμένου να διασφαλίσει τη διαδοχή και την υστεροφημία της οικογενειακής επιχείρησης, λειτουργεί σαν ψυχικός οδοστρωτήρας, ισοπεδώνοντας τη βούληση όποιου τολμήσει να της αντιτεθεί.

Σκηνοθετικά, η παράσταση θυμίζει σύγχρονη τραγωδία. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται με φρενήρη ταχύτητα, παρασύροντας τον θεατή σε έναν ρυθμό που συχνά προκαλεί λαχάνιασμα· πρόκειται για έναν προσχεδιασμένο πανζουρλισμό, όπου κάθε κίνηση είναι μελετημένη με μαθηματική ακρίβεια. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φωτισμοί της Κατερίνας -Μαρίας Σαλταούρα μεταμορφώνουν τη σκηνή σε ένα υποβλητικό ναρκοπέδιο, ενώ οι γκρίζες φόρμες εργασίας του Πάρη Λεοντίου εντείνουν το αδιέξοδο αίσθημα των πρωταγωνιστών. Παράλληλα, το ηχητικό τοπίο του Νέστορα Κοψιδά και η κινησιολογία της Χριστίνας Βασιλοπούλου συνεργάζονται οργανικά, δείχνοντας πώς ετερόκλητες καλλιτεχνικές δυνάμεις μπορούν να συμπράξουν για ένα αισθητικά ενιαίο αποτέλεσμα.

Μπροστά σε έναν πολυμελή θίασο, οι θεατές συχνά αποπροσανατολίζονται. Στα ρωσικά έργα δε, ο κίνδυνος αυτός διπλασιάζεται, λόγω της αδιάκοπης εναλλαγής ονομάτων και υποκοριστικών. Στη συγκεκριμένη παράσταση ωστόσο, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων είναι εκπληκτικά ανάγλυφη. Η Αγαθή Κυριαζή και η Κατερίνα – Μαρία Σαλταούρα (Λίπα και Ντούνια), αν και λιγομίλητες, παραμένουν εκπληκτικά παραστατικές, ενώ η Πολύμνια Αγγελάκη (Νατάλια) και η Ξένια Κουτσουμπού (Άννα), προσδίδουν στους χαρακτήρες τους το απαραίτητο δραματικό βάθος. Η Μελίνα Πατουρίδου ενσαρκώνει υπέροχα τη νεανική αυθάδεια της Λουντμίλα, ενώ ο Λεωνίδας Λεοντιάδης αποδίδει εξαιρετικά την ελαφρομυαλιά του Σεμιόν. Ο Αλέξανδρος Σβάγκα ως προκλητικός θείος Πρόχορ και ο Αλέξανδρος Σπυρελίδης στον ρόλο του διεφθαρμένου επιστάτη Μιχάηλ Βασίλιεβιτσ, δίνουν πνοή σε καίριες στιγμές του έργου. Ο Σίμος Στυλιανού αποδίδει συγκλονιστικά τη σωματική – αλλά και ψυχική – αναπηρία του Πάβελ, ενώ η Λίλλυ Μελεμέ κεντάει πάνω στη σκηνή με τους μικρομανιερισμούς της. Ως πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις, είναι η αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη της παράστασης.

Αν και το εν λόγω έργο δημοσιεύτηκε το μακρινό 1910, ένα διεισδυτικό βλέμμα διακρίνει πολλούς παραλληλισμούς με την Ελλάδα του 2026. Είναι γεγονός πως, παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις που συνταράσσουν τον κοινό μας βίο, η οικογενειοκρατία παραμένει σημαντική σταθερά της ελληνικής κοινωνίας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (η αποκαλούμενη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας) λειτουργούν ακόμα ως κλειστά συστήματα, όπου το «καθήκον» υποσκελίζει συχνά το δικαίωμα στην ελεύθερη επιλογή. Στην παράσταση της Μελεμέ, αυτή η διαχρονική παθογένεια οπτικοποιείται έξοχα. Η οικογένεια μετατρέπεται σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή, όπου η ατομικότητα συνθλίβεται στο ιερατείο της συλλογικής «σωτηρίας» και η μητρική αγκαλιά δεν εκπέμπει ασφάλεια… θυμίζει περισσότερο αγχόνη.
Μυρτώ Γρηγοριάδη
To Συμβούλιο Επικρατείας έκρινε πως το προεδρικό διάταγμα 85/2022 (ΦΕΚ 232/Α/17-12-2022), με το οποίο τα πτυχία καλλιτεχνικών σπουδών εξισώνονται με απολυτήριο λυκείου, ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ το ελληνικό σύνταγμα (παράγραφοι 1 και 7 του άρθρου 16). Θα θέλαμε πολύ να μάθουμε τι πρόκειται να πράξουν οι ιθύνοντες. Θα επανέλθουμε. Φαίνεται ότι κάτι πάει να γίνει.

Κείμενο: Μάξιμ Γκόρκι
Μετάφραση: Αλεξανδρος Σάβγκα σε συνεργασία με τον θίασο
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ
Κίνηση: Χριστίνα Βασιλοπούλου
Σκηνικός χώρος-ενδυματολογική επιμέλεια: Πάρης Λεόντιος
Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Δράκου
Β’ βοηθός σκηνοθέτη : Αγγελίνα Μυλωνά
Φωτογραφίες-Artwork: Λίνα Οικονόμου
Τρέιλερ: Θανάσης Φουσέκης
Κατασκευή κοστουμιών : Atelier Tsiouni
Κατασκευή σκηνικού: Στέφανος Λώλος, Βαγγέλης Χλωρός
Μακιγιάζ φωτογράφισης: Olga Faleichyk
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη
Παίζουν (αλφαβητικά) : Πολύμνια Αγγελάκη, Ξένια Κουτσουμπού, Αγαθή Κυριαζή,Λεωνίδας Λεοντιάδης, Λίλλυ Μελεμέ, Μελίνα Ποτουρίδου, Αλέξανδρος Σάβγκα, Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα, Αλέξανδρος Σπυριδέλης, Σίμος Στυλιανού.
Πληροφορίες:
Ημέρες και ώρες: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Τιμές: 16 ευρώ (γενική είσοδος), 12 ευρώ μειωμένο (Άνω των 65, ανέργων, ΑΜΕΑ, ατέλειες)
Προπώληση: Βάσσα ~ Μια μητέρα :: TicketServices.gr
Διάρκεια: 100 λεπτά
Θέατρο Arroyo
Μεγ. Αλεξάνδρου 128, Αθήνα 104 35
5’ λεπτά από το Μετρό του Κεραμεικού


0 Comments