Η παράσταση Ισμήνη της Καρόλ Φρεσέτ αποτελεί μια σύγχρονη θεατρική ανάγνωση του αρχαίου μύθου, εστιάζοντας στον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας και στον πολιτικό και υπαρξιακό της προβληματισμό. Ο σκηνοθέτης Μανόλης Σειραγάκης μιλά στη συνέντευξη που ακολουθεί για τη σκηνική μεταφορά του έργου, τη συνεργασία του με την Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη, τις δυσκολίες της σύγχρονης παραγωγής και τον ρόλο του θεάτρου σήμερα.
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε περισσότερο στο κείμενο της Καρόλ Φρεσέτ και σας ώθησε να ανεβάσετε την Ισμήνη;
Σε πρώτη σκέψη θα μπορούσα να απαντήσω ο αρχέγονος μύθος, η καταγωγή του έργου από το αθάνατο αριστούργημα του Σοφοκλή, ο απόηχος του αρχαίου κόσμου. Αν προσπαθήσω να μιλήσω με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, σχεδόν εξομολογητική, θα πω ότι αυτό που αναδύεται από το έργο κάτω από την επιφάνεια του μύθου και της επίδρασης του Σοφοκλή είναι οι οικογενειακές, συγκεκριμένα οι αδελφικές, σχέσεις και ο προβληματισμός για την πολιτική διάσταση της ζωής ενός ανθρώπου. Είναι και τα δυο ζητήματα που με τυραννούν από τα 16 μου χρόνια και πιστεύω ότι δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που μοιράζονται μαζί μου τους αντίστοιχους προβληματισμούς.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη μεταφορά αυτού του εσωτερικού μονολόγου σε μια ζωντανή θεατρική εμπειρία;
Η μορφή! Σε ποια μορφή θα έπρεπε ιδανικά να γίνει αυτή η μεταφορά; Ποια μορφή θα είχε αυτό το βήμα που καταλαμβάνει αυτή η γυναίκα για να μιλήσει σε όλους μας και να παρουσιάσει την εκδοχή της για τη ζωή της; Οι φωνές που την προσκαλούν να το κάνει προϋποθέτουν κάτι σαν μια οργανωμένη διάλεξη, προετοιμάζουν ένα αντίστοιχο έδαφος. Στην αρχή σκεφτήκαμε με τους συνεργάτες μου μια ατμόσφαιρα τύπου Tedx. Στη συνέχεια έναν καλεσμένο που θα αποτελέσει πρόσωπο αφορμή για να διηγηθεί τα πάντα. Στο τέλος όμως, ακούγοντας πιο προσεκτικά όσα γράφει η Φρεσέτ στον επίλογο του έργου, αποφασίσαμε ότι το βήμα που δίνεται σαν τεράστιο δώρο σε όλους μας για να ξεδιπλώσουμε την εκδοχή μας για τη ζωή δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέατρο, τη μαγική αυτή τέχνη που ταχτήκαμε να υπηρετούμε και την ίδια ώρα να εκμεταλλευόμαστε για να βελτιώνουμε τη ζωή μας.
Ποια στοιχεία της Ισμήνης θεωρείτε ότι αγγίζουν περισσότερο τον σημερινό θεατή;
Μίλησα παραπάνω για τις αδερφικές σχέσεις και την πιεστική ανάγκη για πολιτικές αποφάσεις. Εξίσου σημαντικό είναι όμως αυτό το ίδιο το κομμάτι του προσωπικού υπαρξιακού αναστοχασμού, της εξομολόγησης ενώπιον ενός φανταστικού κοινού, της ανα-βίωσης όχι της ιστορίας ενός άλλου αλλά της ίδιας της δικής μας ζωής. Της αναδρομής σε γεγονότα σταθμούς της ζωής μας και της καταφυγής σε έναν βαθύ συλλογισμό του τι θα μπορούσε, αν βέβαια θα μπορούσε, να έχει γίνει διαφορετικά. Πολύ περισσότερο όμως της κατάπνιξης μέσα μας των φωνών εκείνων που μας στοιχειώνουν και δεν μας αφήνουν να ζήσουμε το σήμερα και πολύ περισσότερο το αύριο με τον τρόπο που επιθυμούμε, που σχεδιάζουμε και, κυρίως, που μας αξίζει.
Με ποιον τρόπο η παράσταση συνομιλεί με το σήμερα, κοινωνικά και πολιτικά;
Η παράσταση παίρνει τον αρχαίο μύθο απλά σαν μια αφορμή. Δεν ενδιαφέρεται να τον αναβιώσει. Προτιμά να τον εκμεταλλευτεί για να φέρει όλη τη συζήτηση στο σήμερα. Το έργο της Φρεσέτ την ίδια ώρα που φανερώνει σε κάθε γραμμή του την αγάπη της για το πρότυπό της, την Αντιγόνη του Σοφοκλή, την ίδια ώρα διαπιστώνει κανείς ότι αποτελεί ένα απολύτως σύγχρονο έργο. Με έναν προβληματισμό μεστό που αντλεί από τον αρχαίο κόσμο -όπως άλλωστε μια μεγάλη σειρά από εκφάνσεις της σημερινής ζωής- αλλά που έχει μεταφέρει τον προβληματισμό αυτό 100% στο σήμερα και στα προβλήματα της τωρινής κοινωνίας.



Πώς δουλέψατε με την Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη για τη διαμόρφωση της σκηνικής Ισμήνης;
Ήμουν γεμάτος ιδέες για το πώς θα υλοποιηθεί σκηνικά το α΄ ή το β΄ ή το γ΄ πράγμα, πώς θα χτιστεί εκείνη η άλλη εικόνα που έχει φανταστεί η Καρόλ Φρεσέτ. Όσο προχωρούσε όμως η πρόβα με την εξαιρετικά εκφραστική αυτή ηθοποιό, άρχισα να πετάω στον κάλαθο των αχρήστων όλες μου σχεδόν τις εμπνεύσεις. Όταν ο ηθοποιός κάνει καλά τη δουλειά του, το καλύτερο που έχει να κάνει ο σκηνοθέτης είναι να αποσύρεται όσο πιο διακριτικά μπορεί. Η λειτουργία του ηθοποιού είναι ένα θαύμα, είναι μια ιερή τελετουργία και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να διαταράσσεται για να επιδείξει ο σκηνοθέτης το τάδε ή το δείνα εύρημά του. Από την άποψη αυτή ήταν μια ευτυχισμένη συνεργασία.
Πιστεύετε ότι όλοι μας έχουμε μέσα μας κάτι από την Ισμήνη;
Φυσικά. Όλοι έχουμε ζήσει την καίρια εκείνη στιγμή που βρεθήκαμε πολύ κοντά σε μια πολύ μεγάλη πράξη, που μας ζητήθηκε ή προτάθηκε να γίνουμε κομμάτι της και για χίλιους λόγους (δειλία, απειρία, ανωριμότητα, τρόμος, διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα) δεν βουτήξαμε στα βαθιά. Προσωπικά θυμάμαι πολύ καλά μια τέτοια στιγμή εκεί στα 19 μου, όταν μια φωτισμένη καθηγήτριά μου από το Πανεπιστήμιο με πρότεινε ως βοηθό σκηνοθέτη στον Λευτέρη Βογιατζή. Δεν έχω ακόμα και σήμερα καταλήξει πώς ακριβώς θα ήταν η ζωή μου σήμερα αν δεν είχα διστάσει να μπω χωρίς ενδοιασμούς στον μαγικό του κόσμο.
Με τι συναισθήματα θα θέλατε ιδανικά να φύγουν οι θεατές μετά το τέλος της παράστασης;
Αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που είναι αδύνατον να προβλεφθεί. Πριν λίγες μέρες είχαμε την τύχη να έχουμε στο Ρέθυμνο, φιλοξενούμενο του Αντίβαρου και του Πανεπιστημίου Κρήτης, τον μεγάλο Γάλλο θεατρικό συγγραφέα Ρεμί ντε Βος. Μας έλεγε λοιπόν ότι πολλές φορές οι θεατές τού υποδεικνύουν πράγματα που είδαν σε παραστάσεις των έργων του τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είχαν περάσει από τον νου του και κατά κανόνα διαπιστώνει ότι έχουν απόλυτο δίκιο. Το ίδιο μας είπε ότι συνέβη και με τις ομιλίες των θεατρολόγων, ελλήνων και ξένων, κατά την Ημερίδα που διοργανώθηκε στο Ρέθυμνο για το έργο του. Η ανάγνωσή μας για την Ισμήνη είναι σε γενικές γραμμές αυτή που σας είπα παραπάνω αλλά δεν έχει νόημα να προδικάσω, ούτε πολύ περισσότερο να κατευθύνω έναν/μια θεατή σε έναν συγκεκριμένο δρόμο κατανόησης της παράστασης.

Τι σημαίνει για εσάς το θέατρο;
Είναι ένα δώρο! Είχα την τύχη να εμπλακώ με τη θεία αυτή διαδικασία στα δεκαοχτώ μου και σήμερα 40 χρόνια μετά, να την αντιμετωπίζω με τον ίδιο ενθουσιασμό, αν όχι μεγαλύτερο, με εκείνον που είχα ως έφηβος. Κατάφερα να κάνω την αγάπη και το πάθος μου επάγγελμα, είτε μέσω της πανεπιστημιακής διδασκαλίας είτε μέσω της επαγγελματικής μου σχέσης ως ηθοποιού, πρώτα, ως σκηνοθέτη έπειτα. Νιώθω ότι ήμουν πολύ μα πολύ τυχερός.
Πώς βλέπετε την τάση τα τελευταία χρόνια να παρουσιάζονται όλο και περισσότερα θεατρικά έργα;
Οι άνθρωποι που ασχολούνται με το θέατρο νιώθουν την ανάγκη να δοκιμάζονται κι αυτό είναι θεμιτό και αυτονόητο. Από την άλλη είναι η ανάγκη της εποχής να αρθρώσει κι εκείνη τον δικό της λόγο. Όταν κάθε Μάιο αρχίζουμε στο Αντίβαρο τη διαδικασία επιλογής νέου έργου με αναγνώσεις και συζητήσεις που κρατούν μήνες, διαπιστώνουμε ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παλιότερων έργων δυσκολεύεται πολύ να επικοινωνήσει με την νέα εποχή. Πολύ εμφανέστερο είναι το πρόβλημα στο είδος της κωμωδίας. Από την ώρα που άρχισε να αναπτύσσεται ο γόνιμος προβληματισμός του politically correct ένα μεγάλο μέρος των έργων δεν μπορεί πια να ανεβεί στη σκηνή χωρίς γενναίες προσαρμογές. Αντίστοιχη πρακτική είναι αναγκαία και σε πολλά δράματα. Είναι επομένως εύλογο να σκεφτεί κανείς ότι αντί να διασκευάζει τα παλιότερα έργα, θα μπορούσε να ξεκινήσει από την αρχή τη συγγραφή ενός καινούργιου με έναν σύγχρονο προβληματισμό.
Πιστεύετε ότι η μεγάλη παραγωγή παραστάσεων λειτουργεί τελικά υπέρ της καλλιτεχνικής ανανέωσης ή οδηγεί και σε εκπτώσεις ποιότητας;
Θεωρώ ότι η μεγάλη σε αριθμό παραγωγή είναι αυτονόητη για την καλλιτεχνική ανανέωση, την επαγγελματική άμιλλα και τη δημιουργία ενός γόνιμου διαλόγου. Μπορείτε να φανταστείτε μια οντισιόν, μια ακρόαση δηλαδή για την επιλογή ενός ηθοποιού για έναν ρόλο, στην οποία θα εμφανιζόταν ένας μόνο υποψήφιος; Πόσο αισιόδοξος θα ήταν ο σκηνοθέτης για την επιτυχία του ρόλου και της παράστασης; Απλά απαιτεί από την πλευρά μας πολύ μεγαλύτερο κόπο και χρόνο για να ανακαλύψουμε το διαμάντι εκείνο που θα μας οδηγήσει μετά την επίμονη δουλειά των δοκιμών σε μια καλλιτεχνικά επιτυχημένη παράσταση.
Θεωρείτε ότι το σύγχρονο κοινό αναζητά περισσότερο την ψυχαγωγία ή τον βαθύτερο προβληματισμό μέσα από το θέατρο;
Είναι σαφές ότι προτιμά το δεύτερο και είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που αυτό που συμβαίνει στη θεατρική Αθήνα από τον Covid και μετά είναι ένα κοινωνικό αλλά και πνευματικό-πολιτιστικό φαινόμενο που αξίζει να μελετηθεί ειδικά. Οι πληρότητες των θεάτρων κάθε λογής, κυρίως όμως εκείνων όπου αναπτύσσεται ένας βαθύς και ουσιαστικός προβληματισμός για την ανθρώπινη ύπαρξη, το νόημά της, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τη νέα σχέση μας με τη φύση, την πολιτική, την κοινωνία, υποδεικνύουν ένα ανήσυχο πνευματικά κοινό που αναζητά, που ερευνά που προβληματίζεται, που αμφισβητεί και που σε πολλές περιπτώσεις ανατρέπει με τρόπο αξιοθαύμαστο κλισέ και βεβαιότητες εδραιωμένες για δεκαετίες.
Πόσο δύσκολο είναι για έναν σκηνοθέτη να παραμείνει πιστός στο καλλιτεχνικό του όραμα μέσα στις σύγχρονες παραγωγικές και οικονομικές συνθήκες;
Αυτονόητα δύσκολο, είναι σχεδόν αδύνατο να μην συντριβεί κανείς από τις μυλόπετρες αυτών των συνθηκών. Την περασμένη εβδομάδα είχα την ευτυχία να διώξω για το τυπογραφείο ένα βιβλίο μου αφιερωμένο στον πρώτο Έλληνα θεατρικό σκηνοθέτη, τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο απόλυτος πρωτοπόρος στο ζήτημα που συζητάμε. Ζώντας από την παιδική του ηλικία με ένα κατεστραμμένο σώμα εξαιτίας ενός ατυχήματος, μπόρεσε -όταν για μια εξαετία αφιερώθηκε στην τέχνη του θεάτρου μέσω της σκηνοθεσίας- να αλλάξει άρδην το θέατρο της εποχής του, ξοδεύοντας βέβαια μιάμιση καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία -τη δική του και του πατέρα του- και βέβαια βλάπτοντας σοβαρά την ήδη επιβαρυμμένη υγεία του. Νομίζω ότι από τότε πολλοί σκηνοθέτες αλλά και ηθοποιοί ή άλλοι συντελεστές του θεάτρου ακολούθησαν το φωτεινό παράδειγμά του με αποτέλεσμα το ελληνικό θέατρο να αποτελεί σήμερα μια από τις υπολογίσιμες μονάδες στον ευρωπαϊκό χώρο.
Μαίρη Ζαρακοβίτη


0 Comments