6949256666 press@keysmash.gr

Χάρης Θώμος – Πετριχώρα, η ιστορία του γιοφυριού της Άρτας – Η συνέντευξη

keysmash powered by dycode

Από τις 25 Οκτωβρίου έως τις 2 Νοεμβρίου θα μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε μία πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. “Πετριχώρα, η ιστορία του γιοφυριού της Άρτας”, στο θέατρο Nous – Creative space. Κοντά μας ο σκηνοθέτης του έργου, Χάρης Θώμος, ο οποίος μας δίνει όλες τις πληροφορίες από μέσα, μιλά για την τέχνη του, για τις βραβεύσεις, για το μέλλον. Θερμές ευχαριστίες στη Μαρία Τότσκα, η οποία φρόντισε να πραγματοποιηθεί αυτή η συνέντευξη.

Κύριε Θώμο, τι ήταν αυτό που σας ώθησε να μεταφέρετε στη σκηνή τον μύθο του «Γιοφυριού της Άρτας» μέσα από την «Πετριχώρα»;

Η «Πετριχώρα» γεννήθηκε από μια υπαρξιακή ανάγκη να ξανακοιτάξουμε τη θυσία όχι ως πράξη ηρωισμού, αλλά ως πράξη οικοδόμησης, καθώς και τη συγχώρεση όχι μόνο ως μεγαλοψυχία αλλά ως επαναστατική πράξη. Ο μύθος του «Γιοφυριού της Άρτας» κουβαλάει μέσα του το παράδοξο της ανθρώπινης προόδου: Για να σταθεί κάτι νέο, πρέπει κάτι ζωντανό να θαφτεί μέσα στα θεμέλιά του. Αυτή η ιδέα της προόδου που τρέφεται από απώλειες, της ιστορίας που χτίζεται πάνω σε τραύματα με απασχολούσε βαθιά. Ήθελα να κατανοήσω πώς επαναλαμβάνονται αυτά τα συλλογικά τραύματα, πώς μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, από σώμα σε σώμα.

Η μεταφορά του μύθου στη σκηνή δεν ήταν διασκευή, αλλά επίκληση. Μέσα από τη συλλογική δουλειά της ομάδας, ο μύθος έγινε ένα ζωντανό σώμα που ανασαίνει, τραγουδά και πονά. Δουλέψαμε με εικόνες σωματικές, οπτικές, ακουστικές και ποιητικές που λειτουργούν όπως οι «εικόνες» του Wittgenstein: Όχι ως αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, αλλά ως τρόποι κατανόησής της. Δεν μας ενδιέφερε να δείξουμε τι συμβαίνει, αλλά να αγγίξουμε το πώς βιώνεται – εκεί όπου ο λόγος αποδομείται ή παύει και το σώμα μιλά.

Στην «Πετριχώρα», εννέα σώματα βρίσκονται επί σκηνής και λειτουργούν ως ένας ενιαίος οργανισμός: Ανασαίνουν, κινούνται, χτίζονται και γκρεμίζονται μαζί. Μέσα από τη φυσικότητα, τη φωνή και την παρουσία, το σώμα γίνεται ο φορέας μιας μνήμης αρχέγονης και ταυτόχρονα σύγχρονης. Γιατί τελικά, κάθε φορά που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε έναν κόσμο καλύτερο, κάπου μέσα μας επαναλαμβάνουμε την ίδια θυσία.

Στην παρουσίαση της παράστασης αναφέρετε πως η «Πετριχώρα» είναι «μια χώρα που δεν χτίσαμε ακόμη». Τι σημαίνει αυτό για εσάς καλλιτεχνικά και κοινωνικά;

Όταν λέμε πως η «Πετριχώρα» είναι «μια χώρα που δεν χτίσαμε ακόμη», εννοούμε έναν τόπο που παραμένει ανοιχτός, ανεκπλήρωτος. Έναν κόσμο ονειρικό, όπου η πρόοδος δεν θα απαιτεί τη θυσία μιας «Λυγερής» για να στεριώσει. Είναι μια ουτοπία που δεν περιγράφεται γεωγραφικά, αλλά ηθικά. Ένας τόπος όπου ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να εξαγοράσει την ύπαρξή του με αίμα και ενοχή.

Καλλιτεχνικά, το «μη χτισμένο» υπήρξε και τρόπος δημιουργίας. Η «Πετριχώρα» ξεκίνησε από το κενό, χωρίς έτοιμο κείμενο ή καθορισμένη φόρμα. Μέσα από τη συλλογική διεργασία, τη σωματική αναζήτηση και τη διαρκή ανοιχτότητα των συμμετεχόντων, άρχισε να παίρνει μορφή. Κάθε πρόβα ήταν ένα χτίσιμο και ένα γκρέμισμα ταυτόχρονα, μια πράξη εμπιστοσύνης προς το άγνωστο.

Κοινωνικά, η φράση αγγίζει κάτι πολύ ευρύτερο: Τον άνθρωπο από τις πρώτες κοινότητες έως σήμερα. Ζούμε σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να αναζητά τη δίκαιη, τη συλλογική, τη συμπονετική του μορφή. Η «Πετριχώρα» είναι, με έναν τρόπο, η υπόμνηση πως αυτή η χώρα υπάρχει ήδη μέσα μας, απλώς δεν έχουμε ακόμη τολμήσει να την χτίσουμε.

Η παράσταση έχει έντονο στοιχείο τελετουργίας και επιτέλεσης. Πώς γεννήθηκε αυτή η σκηνική γλώσσα;

Η τελετουργία στην «Πετριχώρα» δεν γεννήθηκε ως αισθητική επιλογή, αλλά ως ανάγκη. Ήταν ο μόνος τρόπος να ειπωθεί κάτι με τέτοιο τρόπο που να μη στερεί τον λόγο από νοήματα και να μην περιορίζεται από τα νοήματα του λόγου. Η γλώσσα του σώματος, ο ρυθμός, η επανάληψη, η συλλογικότητα, όλα αυτά έγιναν ένα είδος προσευχής μέσα από την πράξη, μια αναζήτηση καθαρμού μέσα από την ίδια τη σύμπραξη των σωμάτων.

Η σκηνική γλώσσα προέκυψε οργανικά, μέσα από τη φιλολογική, τη σωματική και τη ρυθμική έρευνα της ομάδας. Δεν υπήρχε κάποιο προκαθορισμένο ύφος. Υπήρχε μόνο η επιθυμία να ακούσουμε τι λέει το σώμα όταν ο νους δεν το διακόπτει αλλά το συμπληρώνει. Οι επιτελεστές στάθηκαν με σπάνια γενναιοδωρία απέναντι στη διαδικασία: Εκτέθηκαν, ανασκάλεψαν και δημιούργησαν ρυθμούς που δεν προέρχονταν από μουσική, αλλά από την ίδια την αναπνοή τους.

Η τελετουργία αυτή αντλεί ρίζες από την ελληνική και τη βαλκανική παράδοση. Από το μοιρολόγι, τις άνοιξες, τα νυφιάτικα τραγούδια, από όλα εκείνα τα τραγούδια όπου ο θρήνος και η χαρά συνυπάρχουν. Δεν πρόκειται για αναβίωση, αλλά για αναγνώριση μιας μνήμης που ήδη κατοικεί στο σώμα. Γιατί το σώμα θυμάται όσα ο νους έχει ξεχάσει. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη μνήμη, αναδύεται το ιερό της στιγμής. Το θέατρο ως πράξη κοινής ύπαρξης.

Το έργο συνδυάζει αρχαία τραγωδία, δημοτικό τραγούδι, ποίηση και σωματικό θέατρο. Πώς διαχειριστήκατε αυτό το μωσαϊκό επιρροών;

Το μωσαϊκό των επιρροών στην «Πετριχώρα» δεν προέκυψε ως συνειδητή σύζευξη μορφών, αλλά ως φυσική ανάγκη του ίδιου του έργου να βρει τη γλώσσα του. Η αρχαία τραγωδία, το δημοτικό τραγούδι, η ποίηση και το σωματικό θέατρο δεν λειτουργούν ως ξεχωριστές αναφορές αλλά συνομιλούν ισότιμα, σχηματίζοντας μια ενότητα μέσα από το χάος. Κάθε στοιχείο φέρει τη δική του μνήμη, τον δικό του ρυθμό και όλοι μαζί συνθέτουν ένα σώμα πολυφωνικό αλλά βαθιά ενιαίο.

Μας ενδιέφερε να διατηρήσουμε τη ρυθμικότητα του λόγου, εκείνο το παλλόμενο μέτρο του δημοτικού τραγουδιού, ενώ ταυτόχρονα να αναδείξουμε τη συμβολική και λυρική του διάσταση. Ο λόγος, ο ήχος, το σώμα, η σιωπή αντιμετωπίζονται όλα ως ποιητικό υλικό. Η ποίηση, άλλωστε, δεν υπάρχει μόνο στα λόγια. Υπάρχει στον τρόπο που ένας ήχος γεννιέται, στον τρόπο που ένα σώμα σηκώνεται ή σωπαίνει.

Έτσι, το έργο κινείται ανάμεσα στις εποχές και τις μορφές, αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι η εμπειρία μιας κοινής ανάσας. Μιας γλώσσας που δεν ανήκει σε κανέναν και σε όλους ταυτόχρονα.

Οι θεατές έχουν περιγράψει την εμπειρία της «Πετριχώρας» ως μυσταγωγική και συγκινητική. Πώς καταφέρνετε να διατηρείτε αυτή τη ζωντανή ενέργεια σε κάθε παράσταση;

Η ενέργεια της «Πετριχώρας» είναι κάτι που δεν αναπαράγεται. Γεννιέται εκ νέου κάθε φορά. Προκύπτει από τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη σύνδεση των σωμάτων στη σκηνή και τη σιωπηλή συνύπαρξη με το κοινό. Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση, όπου οι επιτελεστές και οι θεατές αναπνέουν σχεδόν στον ίδιο ρυθμό — σαν να προετοιμάζονται από κοινού για κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί, μόνο να βιωθεί.

Αυτή η μυσταγωγική ατμόσφαιρα δεν είναι αποτέλεσμα μίμησης ή επιτήδευσης, αλλά πειθαρχίας και εμπιστοσύνης. Ξεκίνησε βιωματικά, μέσα από τη σωματική έρευνα και την ακρόαση του άλλου, και με τον καιρό εξελίχθηκε σε μια σχεδόν μουσική ακρίβεια: Οι επιτελεστές συντονίζονται όπως τα όργανα μιας ορχήστρας που παίζει χωρίς μαέστρο. Ο συγχρονισμός δεν είναι απλώς τεχνικός — είναι εμπιστοσύνη που έχει αποκτήσει σώμα και ρυθμό.

Πριν από κάθε παράσταση, προηγείται μια τελετουργία, μια κοινή προετοιμασία που λειτουργεί ως πύλη: Για να εισέλθουν οι θεατές στο σύμπαν της “Πετριχώρας” αλλά και για να συνδεθούν και οι ίδιοι οι επιτελεστές με το σύμπαν αυτό. Από εκεί και πέρα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν. Η παράσταση ανήκει στη στιγμή κι εκεί ακριβώς, ίσως, βρίσκεται το μυστήριο αυτής της ενέργειας, στη ζωντανή παρουσία του ανείπωτου.

Έχετε ήδη διακριθεί με βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Πρίστινα. Πώς βιώνετε αυτή την επιτυχία και πώς επηρεάζει τα επόμενα σας βήματα;

Η βράβευση στην Πρίστινα ήταν μια στιγμή βαθιάς συγκίνησης, κυρίως γιατί ήρθε ως δικαίωση ενός δύσκολου αλλά ειλικρινούς εγχειρήματος. Η «Πετριχώρα» γεννήθηκε μέσα από συλλογικό μόχθο, εμπιστοσύνη και τόλμη. Γι’ αυτό και το βραβείο αυτό δεν ανήκει σε εμένα μόνο, αλλά και σε όλα τα μέλη της δημιουργικής ομάδας που κατέθεσαν ψυχή, σώμα και φωνή σε αυτό το έργο.

Δεν βλέπω τέτοιες διακρίσεις ως αποκορύφωμα, αλλά ως ήσυχες υπενθυμίσεις ευθύνης. Μου θυμίζουν ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να μιλήσει με αλήθεια, αρκεί να τολμήσει να σταθεί γυμνό απέναντι στον κόσμο. Ταυτόχρονα, λειτουργούν σαν πνοή για τη συνέχεια, για τη συνέχιση της «Πετριχώρας», που τώρα ταξιδεύει στην Αθήνα και σε άλλους τόπους, αλλά και για τα νέα έργα που ήδη αναδύονται σιγά σιγά από την ανυπαρξία.

Κάθε δημιουργία είναι μια αρχή που επαναλαμβάνεται. Κι αν κάτι μου δίδαξε αυτή η διαδρομή, είναι πως το σημαντικότερο βραβείο παραμένει η στιγμή της κοινής ανάσας με το κοινό. Το σημείο ακριβώς όπου το θέατρο επιστρέφει στον αληθινό του τόπο.

Αν η «Πετριχώρα» είναι μια γέφυρα, τι πιστεύετε ότι ενώνει τελικά; Το παρελθόν με το παρόν ή τον άνθρωπο με τον ίδιο του τον εαυτό;

Αν η «Πετριχώρα» είναι μια γέφυρα, τότε ενώνει και τα δύο· το παρελθόν με το παρόν, αλλά και τον άνθρωπο με τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί κάθε φορά που κοιτάζουμε πίσω, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε πώς βρεθήκαμε εδώ που έχουμε φτάσει, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια μας τη φύση, με ό,τι χτίζουμε και ό,τι γκρεμίζουμε μέσα μας, με ό,τι θυσιάζουμε για να προχωρήσουμε.

Η γέφυρα της «Πετριχώρας» δεν είναι από πέτρα. Είναι από φωνές, σώματα, αναμνήσεις, τραγούδια και σιωπές. Ενώνει τις εποχές, τους ανθρώπους, τις ενοχές και τις ελπίδες τους, την κατάρα και τη συγχώρεση. Και κάθε φορά που κάποιος τη διασχίζει, είτε πάνω στη σκηνή είτε από τη θέση του θεατή, κάτι μέσα του αλλάζει θέση, σαν να θυμάται πώς είναι να περνάς απέναντι.

Ίσως και τελικά αυτό να είναι το αληθινό της πέρασμα: Η συνάντηση του ανθρώπου τόσο με το σκοτεινότερο όσο και με το φωτεινότερο κομμάτι του, που βρίσκεται θαμμένο μέσα στο συλλογικό, κοινωνικό και ηθικό του γονιδίωμα.

Μαίρη Ζαρακοβίτη

#απτγο: Κώστας Κούλης

Please follow and like us:
Facebook
Twitter
Youtube
Instagram
LinkedIn

0 Comments