Ένα σετ τύμπανα και μερικά μόνιτορ. Ένα κοντραμπάσο, μάλλον μεγέθους 3/4 και μερικά μόνιτορ. Απόψε το Ηρώδειο θα υποδεχθεί τρεις μουσικούς και ούτε έναν παραπάνω. Και αυτοί οι τρεις θα παίξουν σαν να ήταν δέκα χιλιάδες. Και ούτε ένας λιγότερος.
Ο Dave Holland διανύει την έκτη δεκαετία της τεράστιας καριέρας του. Miles Davis, Chick Corea, Steve Coleman… Η στάση του αυτή στη γη και τη σκηνή των θεών, αποτελεί κομβικό σημείο στη μουσική περιήγησή του στον κόσμο και ο ίδιος το βάζει στο τραπέζι με το που παίρνει το μικρόφωνο για να μας απευθυνθεί. Ένας υπέροχος χώρος, μία υπέροχη βραδιά. Πόσες φορές το έχουμε ακούσει; Χιλιάδες, αλλά ακόμα μία δεν είναι ποτέ βαρετή. Το έχουμε ανάγκη να το ακούμε.

Παρέα του ήταν δύο εκνευριστικά τέλειοι μουσικοί. Ο θεόρατος μαέστρος Chris Potter, στο σαξόφωνο και το κλαρινέτο μπάσο και ο υπέροχος Obed Calvaire στα τύμπανα. Οι τρεις τους λοιπόν, έπαιξαν όχι απλά καταπληκτικά… Έπαιξαν σαν να βρίσκονταν σε σκηνή για πρώτη φορά. Στο ξεκίνημά τους ήταν σχεδόν εξωγήινοι. Όχι να καταλάβεις τα μοτίβα κίνησης… ούτε να τους μετρήσεις δεν μπορούσες! Ο Calvaire ακολουθούσε το μπάσο, αλλά δεν ήταν δυνατό να ξεχωρίσεις πού τελείωνε κάθε μέτρο. Ο Holland, μέσα στην pizzicato αισθητική και τεχνοτροπία του, έκανε το upright να ακούγεται πιο πρίμο από ποτέ. Στο επόμενο κομμάτι, το οποίο κινούταν σε μέτρο 3/4, διαπίστωσα ότι οι δύο ρυθμικοί έκαναν διάφορα πράγματα στις αξίες που προσάρμοζαν, με αποτέλεσμα να ακούγεται ελεύθερο, όσο και σχεδόν αναρχικό το παίξιμο, η αλήθεια όμως ήταν ότι βασιζόταν εξ ολοκλήρου στο μέτρο που υπηρετούσε.
Ο Potter πάλι, άστραφτε μέσω των θεμάτων που έπαιζε. Απίστευτες ταχύτητες, τρελό γρέζι κατά διαστήματα, θεματολογία που ένωνε το εξπρεσιονιστικό με το κινηματογραφικό και απόλυτη αίσθηση του χρόνου και του μέτρου. Όταν δεν έπαιζε μάλιστα, δίνοντας χώρο στους δύο συμπαίχτες του να οργιάσουν, τραβιόταν στην άκρη της σκηνής, χαζεύοντας και εκείνος ακόμα, τους έτερους βιρτουόζους.

Ακούσαμε θέματα του Holland, καθώς και του Potter, οι οποίοι δεν παρέλειπαν σε κάθε κενό ανάμεσα στα κομμάτια – συνήθως έπαιζαν δύο χωρίς κενό – να ευχαριστούν που ήμαστε εκεί, μαζί τους, κοντά τους. Ο Calvaire, αρχοντικός στα τύμπανα, ο οποίος είχε και ένα δεύτερο ταμπούρο στο σετ, για περισσότερο θόρυβο – μου έκανε λίγο shotgun res το εν λόγω ταμπούρο – έπαιζε συνήθως με matched grip, επισκεπτόταν για λίγο το traditional και είχε διαστήματα που χτυπούσε με εκνευριστικά μεγάλη ταχύτητα. Η Jazz συναντούσε τη Bossa Nova και από κει τη σουρεάλ εξωσκελετική ένδυση νοτών με τρόπο που μέχρι πριν από λίγη ώρα δεν θεωρούσες δυνατό.
To “Quiet Fire” ξεκινάει με διάφορους χρωματισμούς, πέρα από προκάτ μοτίβα και πολύ σύντομα το τρίο ξεφεύγει, με αυτοσχεδιασμό και επέκταση του στούντιο αποτελέσματος. Tutti και στεφάνες στο “Lucky Seven”, με τις παύσεις να ενθουσιάζουν το κοινό, καθώς ο Calvaire στρίμωχνε δεκάδες χτυπήματα ανάμεσα σ’ αυτές. O Holland προλόγισε και το “Okinawa”, σύνθεση του Chris Potter, o οποίος την εμπνεύστηκε όταν επισκέφτηκε την εν λόγω πόλη και το κρυστάλλινο ύφος του μουσικού θέματος κάλυψε αισθήσεις και γέννησε χειροκροτήματα.

Το τρίο υποκλίθηκε λίγο πριν τις έντεκα, έφυγε από τη σκηνή και ξαναγύρισε, για να μας δώσει ένα ακόμα δείγμα της ευφυίας του. Παίχτηκε ό,τι πιο «απλό» θα μπορούσε να αποδοθεί σε ρυθμό, παίχτηκε ένα «απλό» τεσσάρι, το οποίο έδειξε ότι αυτοί οι μουσικοί δεν χρειάζεται να καταφύγουν σε παλαβές μετρικές θεματικές για να συναρπάσουν ή/και να εντυπωσιάσουν. Είναι τόσο τέλειοι σαν μουσικοί, που ό,τι και να κάνουν, θα φανεί και θα ακουστεί τέχνη. Όχι «ως τέχνη» ή «με τέχνη». Θα ακουστεί τέχνη. Τελεία και παύλα! Τους ευχαριστούμε θερμά. Α, μην το ξεχάσω… Στην κυρία πίσω μου, που αναρωτήθηκε αν «θα κάνουν διάλλειμα»… Την επόμενη φορά, θυμίστε μου να σας δείξω την έξοδο πριν ξεκινήσει η συναυλία. Όχι τίποτα άλλο… Για να μην μου αγχώνεστε και πάθετε κάτι.
Κώστας Κούλης
Φωτό: Stiver Graunne, wPITw agency


0 Comments