Το είδαμε πρώτοι απ’ όλους, το διαβάζετε πρώτοι απ’ όλους. Και κοίτα να δεις… Δεν είμαστε καν διάσημοι!
Το είδαμε πρώτοι απ’ όλους, το διαβάζετε πρώτοι απ’ όλους. Και κοίτα να δεις… Δεν είμαστε καν διάσημοι!
Οι ερμηνείες είναι ωμές, αφιλτράριστες, αυθεντικές. Οι ηθοποιοί αλληλεπιδρούν και κινούνται στον χώρο με τρόπο που κάθε συνεδρία αποκτά διαφορετική και ενδιαφέρουσα οπτική.
Πραγματικά πολύ καλή παράσταση, η οποία κλείνει με τη διαδραστική συμμετοχή του κοινού, η οποία απογειώνει το ενδιαφέρον των παιδιών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ανέβουν στη σκηνή και να πάρουν μέρος στην τελική έκβαση του έργου, καθιστώντας τα πολύ σημαντικά για αυτή.
Είναι μια παράσταση που αξίζει να δείτε, γιατί δεν περιορίζεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, σας βυθίζει σε μια εμπειρία. Σας μεταφέρει σε έναν κόσμο ωμό και ποιητικό ταυτόχρονα, όπου οι χαρακτήρες κουβαλούν τις σκιές τους, μα και τις στιγμές τρυφερότητας που τους κάνουν ανθρώπινους.
Να πάτε να δείτε την παράσταση. Να πάτε με αγαπημένα σας πρόσωπα, να τα δείτε και ακούσετε να γελούν με την καρδιά τους και να ανακαλύψετε ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο, ώστε να κάνουν και δικά τους πράγματα και να τα παρουσιάζουν με τρόπο που αιχμαλωτίζει τη σκέψη, τη θωριά, το μυαλό γενικότερα.
Η παράσταση καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη συγκίνηση και στο χιούμορ, στην τραχύτητα και στη λεπτότητα, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου κάθε χαρακτήρας έχει βάρος, ανάσα και παλμό. Μια γλυκόπικρη ευωδιά, που μιλά για το θάρρος να συνεχίζεις, για την ανάγκη να βλέπεις με την καρδιά και για τη μαγεία των συναντήσεων που αλλάζουν τον δρόμο και ενίοτε και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ένας τεράστιος θίασος ηθοποιών που διαθέτουν και γάργαρες φωνές, ένα μιούζικαλ ερωτευμένο με την πρόζα, ένα απίστευτο τσούρμο γεμάτο τάλαντο και σκληρή δουλειά, πήρε τη σκηνή του Παλλάς και την έφερε δέκα γύρες!
Ο κύριος Πιφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος και την άνεσή του στο να προφέρει με άριστο τρόπο δεκάδες λέξεις ανά λεπτό. Το βλέμμα του είναι αυτού του φοβισμένου, του οργισμένου, εκείνου που συνειδητοποιεί πως πρέπει να ξεφύγει και δεν το βλέπει να έρχεται. Κάπως σαν τα όνειρα, που ο κακός μας κυνηγάει με δρασκελιές αλά Γιουσέιν Μπολτ και εμείς κινούμαστε σε σλόου μόσιον.
Πίσω από τη χιουμοριστική αφετηρία, κρύβεται ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Πέντε χαρακτήρες, πέντε διαφορετικοί κόσμοι, πέντε άνθρωποι που εκπροσωπούν τα στερεότυπα, τις ψευδαισθήσεις που κουβαλάμε όλοι μας. Μέσα από τις συγκρούσεις και τις αλήθειες που ξεπηδούν, αναρωτιέσαι. Είναι το όνομα η αφορμή ή όλα τα υπόλοιπα που ξεσκεπάζονται σιγά σιγά μέσα από αυτό;
Οι Fading Echoes προσέφεραν το βάθος και την ατμόσφαιρα, οι Wildfire την ακατέργαστη heavy metal δύναμη και οι Sirius τον επικό, τεχνικό δυναμισμό, που τους έχει καθιερώσει ως ένα από τα κορυφαία σχήματα του power metal στην Ελλάδα.
Ο Αβδελιώδης έχει επιτύχει να μας ταξιδέψει περίπου εκατόν πενήντα χρόνια πίσω και ακόμα πιο πίσω, την εποχή που οι γονείς άφηναν μακριά μαλλιά στα αγόρια τους και τα έντυναν με φούστες, για να μην υποψιαστούν οι γενίτσαροι. Ο Νικόπουλος αναδεικνύεται σε έναν μεστό πρωταγωνιστή, ο οποίος χρησιμοποιεί πέρα από τον λόγο του και το σώμα του και τις ανάσες του και την αύρα του και ό,τι άλλο μπορεί να συλλογιστεί ο ανθρώπινος νους.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι καταιγιστικός στον ρόλο του Τζέι Ο’Νιλ. Γεμίζει τη σκηνή με την αλαζονεία, την γοητεία, αλλά και την ενέργεια του ήρωά του. Η δύναμη της ερμηνείας του κρύβεται στην αντίθεση. Στο χαμόγελο που τρέμει από πόνο, στην έκρηξη που δεν κραυγάζει αλλά αποκαλύπτει.
Μέσα από μια σειρά ηχητικών και οπτικών τεχνασμάτων, οι θεατές παγιδεύονται στον κατακερματισμένο κόσμο της άνοιας, όπου δυσπιστία, θυμός, ταραχή και αβεβαιότητα διαδέχονται η μία την άλλη σε ένα φρενιασμένο γαϊτανάκι συναισθημάτων. Επιπλέον, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Λέας Κούση ήταν τόσο προσεγμένα, που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα κινηματογραφικά αδελφάκια τους.
Το «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» είναι μια παράσταση που περιγράφει το σήμερα, το τώρα. Ωμή, καυστική, τραγικά επίκαιρη. Θίγει, με χιούμορ και οξυδέρκεια, τα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, της ενοχής και της υποκρισίας. Πότε το προσωπικό γίνεται θέαμα; Μήπως η ψηφιακή εποχή έχει καταργήσει κάθε σύνορο; Είναι το σχολείο μικρογραφία της κοινωνίας εκεί έξω;
Μια παράσταση που διαρκεί περίπου ογδόντα λεπτά και η οποία δεν σε κουράζει, γιατί είναι πολύ έξυπνα δομημένη και αξίζει τον κόπο να δώσετε μια ευκαιρία στον εαυτό σας να παρακολουθήσετε μια καινούρια άποψη και αισθητική στο έργο του Μπραμ Στόκερ. Εμείς περάσαμε πολύ καλά.
Οι ηθοποιοί συγκρότησαν ένα σύνολο με δυνατή συνοχή και φανερή αφοσίωση στο υλικό. Η Μυγδαλιά Ανδρέου, ως Μπερνάρντα, απέδωσε μια αυστηρή, απόλυτη φιγούρα εξουσίας, με βλέμμα που δεν άφηνε χώρο για αμφισβήτηση. Η Σωτηρία Χρυσικοπούλου (Ανγκούστιας), η Χριστίνα Μούζη (Μαγκνταλένα), η Αναστασία Ραβάνη (Αμέλια) και η Παναγιώτα Χαϊδεμένου (Μαρτίριο), έδωσαν στις αδελφές σαφή, ξεχωριστή ψυχή, με αποχρώσεις επιθυμίας, φόβου και εσωτερικής αντίστασης. Η Μαρία Δώρα Λέων, ως Αδέλα, υπήρξε η φλόγα της παράστασης, προσφέροντας μια συγκινητική ερμηνεία γεμάτη ζωή, σώμα και καρδιά. Η Σόνια Πούλη, ως Μαρία Χοσέφα, άφησε τρυφερές και γήινες στιγμές, θυμίζοντας πως ακόμη και μέσα στην καταπίεση, η ελπίδα βρίσκει τρόπο να ψιθυρίσει. Η Αριστέα Ανύση (Δούλα) και η Σοφία Πασπαλιάρη (Πόνθια) συμπλήρωσαν με ακρίβεια την καθημερινή, σιωπηρή αλήθεια του σπιτιού.
Είναι υπεράνω κριτικής μία τέτοια παράσταση. Είναι ένα γερό στοίχημα και – όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα αντιδράσεις – έχει κερδηθεί από τα αποδυτήρια. Το όραμα της δημιουργικής αυτής ομάδας δεν σταματά ούτε καν στον ουρανό. Η νοηματική είναι πιο γρήγορη και πιο περιεκτική από κάθε άλλη γλώσσα.
Οι ηθοποιοί, με την ερμηνεία τους, κράτησαν ατόφια την ένταση. Ήταν αληθινοί, βαθιά συγκινητικοί, χωρίς υπερβολές. Κάθε βλέμμα, κάθε παύση, κάθε μικρή χειρονομία, έδινε χώρο στο συναίσθημα να αναπνεύσει. Ένιωθες πως δεν έπαιζαν ρόλους, αλλά ζούσαν την ιστορία. Αυτή η αυθεντικότητα είναι που έκανε το έργο να αποκτήσει δύναμη — η απόλυτη ειλικρίνεια στο παίξιμο.
Στιβαρές ερμηνείες και υπέροχος λόγος θα δώσουν όσα η παράσταση χρειάζεται. Οι αρμονικές τους κινήσεις χορογραφούν την ιστορία και μεταφέρουν όμορφα τον θεατή στην εποχή του έργου. Φωτισμοί και κοστούμια συμπληρώνουν ολοκληρωτικά το σύνολο.
Ο Δημητρης Λιόλιος και η Αναστασία Χατζάρα είναι πραγματικά υπέροχοι, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους σε όλα τα σημεία της παράστασης, με τρομερή ενέργεια και υποκριτική ικανότητα, άψογη κινησιολογία και πολύ τρυφερή φιλοξενία στον χώρο τους.
Στο θέατρο Αργώ, η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου μιλούν για τον άνθρωπο που δεν χωρά σε κανένα κοινωνικό και ταξικό κουτάκι. Που προσπαθεί να βρει τη δική του ταυτότητα έξω από την αγέλη των ζωντανών νεκρών.
Δίπλα του, στον ρόλο του Λουκά, η ίδια η ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, της ελληνικής τηλεόρασης και ό,τι άλλο βάνει ο νους. Ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου, ο ηθοποιός, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο «Και εκείνος». Σαν Λουκάς είναι απλά εξαίρετος, είναι μοναδικός, είναι φαινόμενο φαινομένων.
Φεύγοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είχα ταξιδέψει. Ότι είχα βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου η φαντασία συναντά την αλήθεια και το συναίσθημα γίνεται καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού. Αλλιώς, μια Κυριακή γεμάτη θέατρο, σκέψη και ψυχή. Τι συνέβη στη Ρούμπι; Ζει; Πού βρίσκεται; Θα βρεθεί ποτέ; Τελικά, υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια;
Η κυρία Υρώ Μανέ. Η γλυκιά μας Ραραού. Εκρηκτική, γεμάτη χιούμορ αλλά και ευαισθησία, ζωντανεύει υποδειγματικά την ηρωίδα που υποδύεται. Η πληθωρική και χειμαρρώδης ερμηνεία της κάνει το κοινό να γείρει πάνω της. Να ανοίξει τα χέρια και να την αγκαλιάσει. Είναι οικεία και άμεση.
Δεν θα περίμενα ποτέ κάτι λιγότερο από άψογο από την κυρία Θέμιδα Μαρσέλλου. Εδώ όμως… εδώ όμως μπορεί να έχει ξεπεράσει και τον ίδιο της τον εαυτό.
O Γιώργος Καραμίχος από την πλευρά του, ολοκληρώνει ακαταπόνητα τον άθλο της αναπαράστασης οκτώ διαφορετικών ηρώων. Ένας αυτός, ενσαρκώνει πολλούς μαζί, που συνομιλούν, ερωτοτροπούν , αντιπαρατίθενται και όλα αυτά μέσα από την ακρίβεια και τη συγκέντρωση του πρωταγωνιστή.
Στη σκηνή του Nous ο «γελοίος» ξαναζωντανεύει μέσα από τα μάτια του Δημήτρη Μαζιώτη. Ήδη, από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη γυμνή αλήθεια του γελοίου και τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή, αλλά τελικά βιώνει και ο ίδιος μια υπαρξιακή αναταραχή για το εγώ και τον κόσμο γύρω του.
Η παράσταση IRЯINA αποτελεί μια τολμηρή και βαθιά συγκινητική συνομιλία με το κλασικό έργο του Τσέχωφ «Οι Τρεις Αδελφές», φωτίζοντας ξανά την εμβληματική φιγούρα της Ιρίνας, μέσα από ένα σύγχρονο, φεμινιστικό και πολυεπίπεδο πρίσμα. Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές...
Το «Απόρρητο» σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι τέλους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι όχι μόνο για το πού φτάνει η τεχνολογία, αλλά και για το πού φτάνει ο άνθρωπος. Για το αν υπάρχει ακόμα χώρος για ευαισθησία, ειλικρίνεια και αποδοχή, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μετράει, αναλύει και καταγράφει.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι «μεγάλο». Είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι αληθινό. Και αυτή είναι η ουσία. Η Δουλεία δεν ήρθε να αλλάξει τη ζωή μας. Ήρθε να μας τη δείξει, όπως ακριβώς είναι – γυμνή, σιωπηλή, γεμάτη οθόνες, αλλά και με μια μικρή φλόγα ανθρωπιάς που, ευτυχώς, ακόμη δεν έχει σβήσει.
Συμπερασματικά, η παράσταση «Ράφτης Κυριών» συνιστά μια εύστοχη επιλογή για όποιον επιθυμεί να περάσει ένα ευχάριστο και ανάλαφρο θεατρικό απόγευμα.
Στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Ντίνος Γκελαμέρης αποφασίζει να μην παραμείνει μόνο στον ρόλο του ηθοποιού, αλλά για πρώτη φορά υπογράφει και ως συγγραφέας και σκηνοθέτης την παράσταση «Ωριμότητα», η οποία έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου.
Ο κύριος Ζήσης Ρούμπος επιστρέφει στη σκηνή του TGI Fridays και μαζί του φέρνει πολλά πιάτα με το απόλυτο φαγητό για όλες τις ηλικίες, ανεξαρτήτως προέλευσης, θρησκεύματος (ίσως) και πολιτικών πεποιθήσεων. Τηγανητές πατάτες ή τσιπς – κατά Βρετανούς – ή φρεντς φράις – κατά ανιστόρητους δηλαδή Γιάνκηδες – και μην με βάλετε να μιλήσω για φρίντομ φράις, γιατί θα γελάμε μέχρι Δευτέρας Παρουσίας.
Ο κύριος Σταμάτης Πακάκης επιστρέφει με καινούργιο έργο και έναν εξαιρετικό προβληματισμό πάνω στη μοναξιά. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Μήπως η μοναξιά; Ίσως το γεγονός ότι μπορεί να γεράσετε έχοντας μηδέν άτομα γύρω σας; Ο «συντονιστής» του πειράματος και τα τέσσερα γενναία πειραματόζωα, σας καλωσορίζουν σε ένα παιχνίδι με τον άνθρωπο.
Πόση τόλμη χωράει άραγε στο ταξίδι της δημιουργίας; Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στον πειραματισμό, ο οποίος αιφνιδιάζει χωρίς να αυθαδιάζει, αυτοσχεδιάζει χωρίς να σοκάρει, παρόλο που το ρίσκο συνιστά την ιδιοσυστασία του. Μέσα από αυτήν την τόλμη, αναδεικνύεται το ανόθευτο ταλέντο αυτών των ανθρώπων.
Επιτρέψτε μου να κατατάξω αυτή την παράσταση στις πέντε καλύτερες που έχω δει ποτέ μου, όσον αφορά τέτοιους μονολόγους. Εννοείται ότι δεν χάνεται αυτό το θέαμα. Θα εισέλθετε σε ένα μαγικό σημείο του χωροχρόνου, το οποίο σπάνια θυμόσαστε αλλά ποτέ – ποτέ όμως – δεν ξεχάσατε.
Ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή να υποδύεται ο κύριος Κωνσταντίνος Τσονόπουλος. Ο κόσμος έμπαινε στον χώρο και εκείνος ήταν ήδη κουμπωμένος στον ρόλο του. Ο τρόπος που έξυνε το κεφάλι του σε συγκεκριμένο σημείο… Ένας “rainman” που δεν θα πήγαινε ποτέ στο Vegas…
Η παράσταση «Αυτοί που κοιτούν» αποτελεί για μένα ένα εξαιρετικό δείγμα θεάτρου, που συνδυάζει ψυχαγωγία και κοινωνική κριτική. Από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς μέχρι τη σκηνογραφική επιμέλεια, όλοι οι συντελεστές συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο και καθηλωτικό αποτέλεσμα.
Κάθε στιγμή σε αγγίζει, σε ανατρέπει λίγο, σε κάνει να σταθείς και να σκεφτείς τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος – να ζεις, να χάνεσαι, να ακούς και να εκφράζεις την αλήθεια σου.
Το «Φίλεμα» δεν είναι απλώς μια σύγχρονη ιστορία εμπνευσμένη από την κατοχή. Είναι μια αλληγορία για την εποχή μας, για τη στάση που επιλέγουμε απέναντι στον «άλλο», για τα όρια της φιλοξενίας, για την ευθύνη και το δίλλημα του ανθρώπου να παραμένει άνθρωπος, ακόμη και όταν οι συνθήκες σε δοκιμάζουν.
Ο τίτλος της παράστασης, που με έκανε να θέλω να πάω σε αυτήν, είναι δεδομένα ειρωνικός και σαρκαστικός, θέλοντας να δείξει τι θα γινόταν αν η αλήθεια και η αυθεντικότητα των παιδιών κυριαρχούσαν σε έναν κόσμο βασισμένο στην υποκρισία των ενηλίκων.
Στο «Δράμα της Δημοκρατίας» υπάρχει μια ανάδρομη στα αρχαία κείμενα που μιλούν για τις αρχές, τα ιδεώδη αλλά και τους κινδύνους και τις δυσλειτουργίες της αρχαίας δημοκρατίας. Απέναντί τους στέκονται σύγχρονες μαρτυρίες από διαφορετικές γενιές πολιτών και στοιχεία-ντοκουμέντα που αποτυπώνουν την τωρινή μας σχέση με τη δημοκρατία. Στόχος του έργου είναι όλο αυτό το υλικό να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε να ανοίξει στο τέλος διάλογος με το κοινό.
Πιτσάρει τη φωνή του. Η χροιά του, αυτή η γεμάτη γρέζι και μπράσσο, έρχεται να παίξει με την ακοή μας. Ο Καταλειφός αποδεικνύει σε κάθε παράστασή του πως δεν κλειδώνει απλά στον ρόλο. Τον κάνει ενδοσκελετό του.
Η “Τέλεση” δεν είναι μια εύκολη παράσταση. Είναι μια τολμηρή, βαθιά βουτιά στον κόσμο του ηθοποιού, ο οποίος, στην προσπάθειά του να φέρει σε πέρας έναν ρόλο, κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του. Το Studio Μαυρομιχάλη φιλοξενεί ένα έργο που θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την αλήθεια και το ψέμα…
Ήταν μια από εκείνες τις παραστάσεις που μπορούν να μεταμορφώσουν την πιο κουραστική μέρα της εβδομάδας σε μια βραδιά γεμάτη γέλιο και καλή διάθεση. Προσωπικά, γέλασα πολύ και θαύμασα το ταλέντο όλου του θιάσου.
Συνοδοιπόρος μας σε αυτή τη μουσική διαδρομή γίνεται η Ελληνίδα πρέσβειρα της bossa nova, Μιράντα Βερούλη, με το φανταστικό κουιντέτο της. Αν και η πρόκληση ήταν μεγάλη, το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία!
Και όταν αυτή η μπάντα έφτασε στο “Fortress Of Sorrow”… Ίσως η πιο επική στιγμή της βραδιάς και ας με συγχωρήσουν για την «απολυτοποίηση» οι φίλοι και οι φίλες που παρακολουθούσαν μαζί μου. Είναι αυτό το ρεφρέν, είναι αυτές οι λέξεις… Ψηλότερα! Ψηλότερα! Στο πέρας του ουρανού!
Ο Γιώργης Κοντοπόδης δεν «παίζει» τον Χαλεπά. Γίνεται ο Χαλεπάς. Μπαίνει στη δίνη του νου του με τόση αφοσίωση, που ο θεατής σχεδόν φοβάται μήπως χαθεί κι ο ίδιος εκεί μέσα. Πώς δεν χάνεται πάνω στην ορμή των λόγων του; Πώς κατορθώνει να κρατήσει ζωντανό το νήμα της λογικής, την ώρα που το βλέμμα του βυθίζεται στην άβυσσο;
Η ματιά του Κιμούλη δεν χαρίζεται στον θεατή. Τον κοιτά κατάματα και τον προκαλεί να σταθεί απέναντι σε όσα προτιμά να ξεχνά. Δεν είναι εύκολη, δεν είναι “ευχάριστη”, είναι όμως αληθινή. Και αυτή η αλήθεια καίει, όσο και φωτίζει.
Για δύο ώρες ακριβώς, οι θεατές παρασύρονται σε μια αφήγηση που ορμά μπροστά, μα την ίδια στιγμή σκαλώνει σε λούπες. Παρόλο που δεν διαφαίνεται κάποια αίσθηση σχεδιασμού, τα γεγονότα κατατείνουν σχεδόν νομοτελειακά στο φινάλε. Η τραγικότητα του έργου έγκειται ακριβώς στην ανυπέρβλητη φύση του.
Μεταξύ μίας αγκαλιάς και οτιδήποτε άλλου, πάντα να επιλέγετε την αγκαλιά.
Αρθρωμένη γύρω από μια ραχοκοκαλιά διπολικών όρων (π.χ., σκοτάδι- φως), γύρω από τη μοναξιά και τη μοναχικότητα, η παράσταση μυεί τους θεατές σε μια πρωτόγνωρη συνθήκη, όπου οι άγνωστοι γίνονται συνομιλητές και η ατμόσφαιρα φορτίζεται από μια νοσταλγική αίσθηση οικειότητας.
Το έργο της Μάρτα Μπουτσάκα είναι ζωντανό, είναι θορυβώδες… Από την άλλη μεριά… ενώ εισχωρεί αθόρυβα στο μυαλό, κάνοντας τις σκέψεις μας να παίρνουν φωτιά, καταφέρνει να μας γυρίζει τη ματιά και τη θεώρηση προς τον θόρυβο του πράγματος. Το χιούμορ και η υπερβολή είναι απλώς ένα περιτύλιγμα. Δυο πινελιές αποσυμφόρησης.
Οι Septicflesh, διεθνώς αναγνωρισμένοι στον χώρο του συμφωνικού death/black metal, συνάντησαν την Κρατική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Ολλανδού μαέστρου Koen Schoots και πραγματικά μας θάμπωσαν.
Τελευταίο τραγούδι λοιπόν το “Locomotive Breath”. Ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος και με το τέλος των νοτών, άρχισαν το χειροκρότημα και τα μπράβο και τα κι άλλο.
Βγήκαν γύρω στις δέκα και πέντε. Όλοι ήταν εκεί. Η πρώτη σειρά προετοιμάζεται να κοπανηθεί. Από δίπλα και οι επόμενες πέντε σειρές τουλάχιστον. To “Just A Burn” τσουρουφλίζει την πέτσα με καλλιτεχνικό τρόπο και το κουαρτέτο μπαίνει σε ένα μοναδικό grove mode, το οποίο κουνάει ολόκληρη την Τεχνόπολη. Πολύς κόσμος στο photo pit γέμιζε επικίνδυνα. Είναι πάντα ωραίοι οι τυπάδες. Φωνάζουν, ευχαριστούν, προσκαλούν για ωραία φασαρία, γκαρίζουν εκεί που πρέπει και δεν αφήνουν το κοινό σε ησυχία.
Στο τέλος της παράστασης το χειροκρότημα ήταν ατελείωτο! Τα μπράβο ηχούσαν στην ακουστική του θεάτρου. Και κάπου εκεί κατεβαίνει ο μαέστρος από τη θέση του, πάει στο πλάι για να ανέβει στη σκηνή και μαζί με τους δύο πρωταγωνιστές ξεδιπλώνουν μια σημαία της Ουκρανίας!
Ο Γιώργος Κιμούλης, ο Γιώργος για όλο το κατάμεστο θέατρο, που ζητωκραύγασε «μπράβο» στο τέλος της παράστασης, που κατέχει τον κεντρικό ρόλο και τη σκηνοθετική ματιά, άρτια, ταπεινά με σεβασμό στο κοινό του. Κάθε φορά που βλέπω τον Κιμούλη στο θέατρο, νιώθω την ίδια έλξη για την υποκριτική του δεινότητα, τη λεπτότητα και την αφοσίωση με την οποία προσεγγίζει κάθε ρόλο.
Όλο το σκηνικό θυμίζει κάτι από “One” των Metallica ή από “Another Brick In The Wall, Pt. 2” των Floyd (και όχι του άθλιου Waters), ιδίως με εκείνον τον προβολέα που «υποδύεται» το ελικόπτερο. Τρομερό μπάσιμο, με την υπογραφή του κυρίου Θέμη Μαμουλίδη, ο οποίος σκηνοθέτησε το έργο με σαφή διάθεση να τιμήσει το θεόρατο κείμενο του ακόμα πιο θεόρατου Σοφοκλή.
Θα ήθελα να πάει σεζόν αυτή η παράσταση. Θα ήθελα να φιλοξενηθεί σε μία στέγη για τους μήνες που έπονται. Είναι ένα κείμενο που εξιτάρει και έχει γίνει μία παράσταση που προβληματίζει. Πόσο κακό κάνει η έπαρση στον άνθρωπο; Είναι όντως το μέτρο της βλακείας; Και τι κάνει τη διαφορά, όταν πρόκειται για την επιβίωση του ισχυρότερου, χωρίς καν να συντρέχει τέτοιος λόγος;
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι συγκλονιστικός, γεμίζει τον χώρο με το ταλέντο του. Σε κεντρίζει, σε παγώνει, σε ταλανίζει. Γίνεται η Οφηλία, η Γερτρούδη, ο Κλαύδιος, ο Πολώνιος και φυσικά γίνεται ο Άμλετ του τότε και του τώρα. Καταφέρνει να δώσει μια γερή μπουνιά στο στομάχι μας. Να αφυπνίσει, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του σήμερα, παίζοντας ένα έργο που γράφτηκε τετρακόσια χρόνια πριν. Πόσο δυσοίωνο ακούγεται… Πόσο θλιβερό…
Στο τελευταίο μέρος παρακολουθήσαμε κάτι απίστευτα γλυκύ και συγκινητικό. Ένας καλός χαμός, από παιδάκια ντυμένα στα λευκά (Xορωδία του CGS, Εκπαιδευτήρια Κωστέα – Γείτονα), με συνοδό την κυρία Κλαυδία, συνέδεσε φωνές και συναίσθημα και η Ειρήνη ξεπρόβαλε, πιο αναγκαία και πιο επιτακτική από ποτέ. Ο Αριστοφάνης τρόλαρε το σύμπαν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν. Και δεν σταματά να το κάνει, μέσω των έργων του.
May I wonder if Mike Myers will be announcing the infield opening with the “Party on!” slogan? And why not add Jason Momoa to the lineup, as he recently rocked Ozzy Osbourne’s final Birmingham show, both as a host and diving deep into the moshpit?
Ο Αύγουστος δεν μπήκε με το δεξί… Μπούκαρε και με τα δύο πόδια και με τα δύο χέρια, με το κεφάλι και ένα ρουκετοβόλο από δίπλα! Παρασκευή και Gagarin, ένας εθιστικός συνδυασμός, που αυτή τη φορά φέρει επί σκηνής τέσσερις μπάντες. Και το αποτέλεσμα; Ιδρώτας, απίστευτο ξύλο, stage diving και crowd surfing, καθώς και ένα γεμάτο μαγαζί, που το χάρηκε τελείως και εντελώς. Και μια και είμαστε μέσα στην υπερβολή, πάμε να δούμε τι μας έκανε να θέλουμε να γκρεμίσουμε φρούριο με μια κουτουλιά…
Τούτη τη βραδιά απολαμβάνουμε στην Ελλάδα μας δύο από τους μεγαλύτερους και πλέον επιδραστικούς κιθαρίστες όλων των εποχών. Joe Satriani και Steve Vai. Μαζί!
Ο Dave Holland διανύει την έκτη δεκαετία της τεράστιας καριέρας του. Miles Davis, Chick Corea, Steve Coleman… Η στάση του αυτή στη γη και τη σκηνή των θεών, αποτελεί κομβικό σημείο στη μουσική περιήγησή του στον κόσμο και ο ίδιος το βάζει στο τραπέζι με το που παίρνει το μικρόφωνο για να μας απευθυνθεί. Ένας υπέροχος χώρος, μία υπέροχη βραδιά.
Στο “L.O.V.E. Machine” χάζεψα την απόδοση της μπάντας και το πόσο εντυπωσιακή ακουγόταν. Στο “Sleeping (In The Fire)” απλά τραγουδούσα μόνος μου – έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Και όταν οι τύποι μας είπαν «Καληνύχτα»… Τι μας περιμένει τώρα;
Η Λένα Παπαληγούρα στο ρόλο της Αντιγόνης διαθέτει μια καταγγελτική ορμή που εντυπωσιάζει. Ο Μελέτης Ηλίας στον ρόλο του Κρέοντα σμιλεύει προσεχτικά την εικόνα μιας εξουσιαστικής φιγούρας που εργαλειοποιεί τον φόβο, για να διασώσει την αυθεντία της. Ο Μιχάλης Οικονόμου, στον νευραλγικό ρόλο του φύλακα, αποδίδει έξοχα την ηθική τρικυμία ανάμεσα στο σωστό και το άδικο, ενώ η Λίλα Μπακλέση ενσαρκώνει πιστά το εύθραυστο σθένος της Ισμήνης.
Στις δέκα και μισή ο Alice Cooper ήρθε και μας πήρε τα μυαλά! Αλήθεια τώρα, γίνεται ένας άνθρωπος εβδομήντα επτά ετών να τραγουδά λες και είναι τριάντα; Σουπερμαντολίνη παίρνει; Δεν γίνεται, σας λέω, κάθε φορά που τον βλέπουμε να είναι και τελειότερος.
Μουσική, τραγούδι και θέαμα στα καλύτερά τους. Αποσπάσματα της καθημερινότητάς μας στην κόψη του ξυραφιού. Όσα αγαπάμε και όσα μισούμε, όσα μας απελπίζουν και όσα μας δίνουν ελπίδα, όλα σε μια θεατρική μονοδόση της τραγελαφικής ζωής μας.
Καταχάρηκα που έπαιξαν το “Voodoo”, το ομώνυμο ενός άλμπουμ που θεωρώ από τα μεγάλα του. Εννοείται ότι δεν άφησε τίποτα όρθιο, παίζοντας “Sleepless Nights”, παίζοντας το κολοσσιαίο “Halloween”, αμέσως μετά την παρουσίαση του Διόσκουρού του στο σχήμα του, του θεόρατου Andy LaRocque. Να σας πω κάτι; Και να μας έλεγε καληνύχτα μετά το “Halloween”, κανένα πρόβλημα δεν θα είχα.
Πέντε χορωδίες, επτά τραγουδιστές, μισή ντουζίνα μουσικοί, ένας μαέστρος για το ανσάμπλ των χορωδών και ένας συνθέτης που οδηγούσε με ασφάλεια και άνεση. Ο Δημήτρης Μαραμής, ο οποίος είναι μάλιστα και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Δελφών «Το Λάλον Ύδωρ», πήρε το μικρόφωνο και προλόγισε τα μουσικά θέματα για τη βραδιά.
Ο Biondi επικοινωνούσε με το κοινό με εκείνη την ιταλική, θεατρική ζεστασιά. Γελούσε, μιλούσε με έναν τρόπο σχεδόν οικείο – σαν να ήμαστε καλεσμένοι στο σαλόνι του. Η φωνή του, βαθιά και αισθαντική, έβρισκε τον δρόμο της μέσα από τα δέντρα, μέσα από τα σώματα των ανθρώπων, μέσα από το καλοκαίρι της Ελλάδας. Η μπάντα του, δεμένη και εκρηκτική, έδινε παλμό σε κάθε κομμάτι.
Μετά από τις απαραίτητες αλλαγές, οι KALEO ανέβηκαν στη σκηνή της Τεχνόπολης και απλά μας πήραν σβάρνα. Το setlist τους, μια πανδαισία αισθήσεων, τραγούδια που όλοι έχουμε σίγουρα τραγουδήσει, δημιουργούσαν μια μοναδική ατμόσφαιρα. Η μπάντα να παίζει άψογα, σαν δίσκος, να αισθάνεσαι και την παραμικρή νότα στο πετσί σου και ο JJ Julius Son, με την καθηλωτική φωνή του, να σε διαπερνά με ηλεκτρισμό από άκρη σε άκρη.
Όπως θα έχω να θυμάμαι για όλη μου τη ζωή, το τι βιώσαμε εκείνο το βράδυ. Μερικές φορές τα λόγια δεν είναι αρκετά για να μπορέσεις να μεταφέρεις στον αναγνώστη την ακριβή εμπειρία αυτής της συναυλίας. Το πόσο μεγάλη μπάντα είναι οι Savatage, το πόσο τιτανομέγιστοι φαίνονται πάνω στη σκηνή…
Headliners για τη δεύτερη μέρα οι δικοί μας Rotting Christ και ο καιρός δεν μας τα λέει και πολύ καλά. Στο βάθος κεραυνοί και αστραπές και το σούρουπο παραείναι απειλητικό. Ο Σάκης Τόλης και οι κομάντος του δεν φοβούνται ούτε πυρηνικό ολοκαύτωμα, ο κόσμος όμως ψιλοψάχνεται. Ξεκινούν. Ξύλο. Κι άλλο ξύλο. Η μπάντα σπέρνει. Ο ήχος είναι εξαιρετικός.
Αν με ρωτούσε κανείς τι συγκράτησα πιο έντονα από τον «Φιλοκτήτη», θα απαντούσα την αλληλεγγύη που οφείλει να διατρέχει τον πυρήνα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως πολύ εύστοχα έθεσε ο Σοφοκλής, προτού καν εφεύρουμε την έννοια της ενσυναίσθησης, όταν η ευτυχία επισκέπτεται τους ανθρώπους, εκείνοι οφείλουν να θυμούνται τους δυστυχείς και τους πονεμένους. Μόνο έτσι έχει νόημα ο ανθρώπινος βίος. Μόνο έτσι αξίζουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν μας ενημέρωσαν ότι βιντεοσκοπούσαν την εμφάνισή τους. Τιμή μας, αγαπημένοι, να μοιραστείτε αυτές τις στιγμές και να «γνωρίσετε» την ελληνική τρέλα και παραέξω. Έχουμε μπόλικη και μπορούμε να την κάνουμε και εξαγωγή!
Το τελευταίο χειροκρότημα κρατά κι εγώ δεν ξέρω πόση ώρα. Θεωρώ και πιστεύω ότι είμαι πλέον κατά τι σοφότερος. Και λιγάκι τυχερός. Να δω ένα τέτοιο γκρουπ στη χώρα μου; Δώρο απ’ τον ουρανό. Εκείνον με την ασημένια γραμμή…
«Γάμος», «Η αρκούδα», «Πρόταση γάμου», «Η επέτειος». Τέσσερα μονόπρακτα, τέσσερις προκλήσεις. Οι ηθοποιοί ανέλαβαν να μεταφέρουν τα αθάνατα κείμενα στο κοινό και τα κατάφεραν περίφημα. Καταρχάς, δεν σταματήσαμε να γελάμε. Κατά δεύτερον, δεν σταματήσαμε να γελάμε. Και κατά τρίτον… πολύ καλά το καταλάβατε!
Gunzi Gun! Είχα να τους δω καιρό και τους περίμενα πώς και πώς. Και εκείνοι βγήκαν και την έφαγαν τη σκηνή! Με ένα γεμάτο σετ, με άψογη κίνηση και περφοράρισμα, το κουιντέτο μας παρέσυρε σε ένα κοπάνημα που συνόδευε κάθε τραγούδι τους.
Illusory. Το ξεκίνημα ήταν συγκινητικό, έχοντας στη σκηνή το μπάσο του αδερφού τους Νικήτα, που μας άφησε νωρίς. H οικογένεια των Illusory ανεβαίνει και όλοι τους, αγκαλιασμένοι, ενωμένοι, κοιτώντας την οθόνη, αφήνονται να τον θυμηθούν για άλλη μια φορά, μέσα από το video του “Thread & Thrum”, του τελευταίου τραγουδιού που ηχογράφησε μαζί τους πριν φύγει από τη ζωή.
Στον Φάκο αρέσει να μιλάει ανάμεσα στα τραγούδια του. Ίσως κάποτε μας κάνει τη χάρη και φτιάξει ένα LiVE γεμάτο ιστορίες και μελωδίες. Να κάνει κι αυτός το δικό του “Springsteen on Broadway”. Τις ιστορίες τις έχει. Τα τραγούδια ΤΑ έχει. Κατά συνέπεια, είναι απλά θέμα χρόνου. Μέχρι τότε όμως… Γρεναδίνη, γρεναδίνη, έπινα απ’ τα χείλη σου. Καλοκαιρινό, γκράντε, αλέγκρο. Σκορπίζει δροσιά σε κάθε λογής άνυδρες γαίες.
Όταν ανακοινώθηκε η φετινή συναυλία στον Λυκαβηττό και όταν διαπίστωσα πώς ήταν πάλι πλαισιωμένος από τους απίστευτους συνεργάτες – μουσικούς του, δεν θα έχανα την ευκαιρία να πάω και να τους απολαύσω ξανά και ξανά και ξανά!
Δίπλα της η κυρία Κατερίνα Χάσκα και ο κύριος Αγκ Απολλονί, ο συγγραφέας του βιβλίου που έγινε παράσταση και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Κοσόβου. «Ένα κλαδί ελπίδας, ένα κλαδί φλόγας». Η κυρία Γιώτα Κουνδουράκη πατά πάνω εκεί, γράφει ένα εκπληκτικό κείμενο και το σκηνοθετεί με οξύνοια, ψυχή και καλλιτεχνικό οίστρο.
Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους κυρίους Θανάση Τσαλταμπάση, Ζήση Ρούμπο, Αργύρη Αγγέλου (μας ξετρέλανε η δρακουλίστικη/ιρμαβέπικη χροιά του), Στράτο Λύκο, Γιώργο Χατζή, Βαγγέλη Πιτσιλό και τις κυρίες Κατερίνα Σούσουλα και Παρθένα Χοροζίδου. Οι οποίοι κύριοι και οι οποίες κυρίες θα πρέπει να είναι τα κορυφαία τρελοκομεία στον πλανήτη, όση ώρα κρατά η παράσταση.
Η Πωλίνα Μαρκάκη υποδύεται μια Ιοκάστη που είναι ταυτόχρονα και Εύα, δίχως να αφήνει καμία χαραμάδα αμφιβολίας για την ερμηνευτική της δεινότητα. Παίζει με τόση αυθεντικότητα, που σου έρχεται να σηκωθείς απ’ τη θέση σου και να την αγκαλιάσεις. Ο Ουσίκ Χανικιάν παραδίδει στο κοινό ψυχή τε και σώματι, μεταπηδώντας από τον ρόλο του πατέρα στου γιου δίχως να τον πιάνει ίλιγγος. Η χημεία μεταξύ των δύο είναι απίστευτη, ενώ η λιτότητα των σκηνικών τους επιτρέπει να γεμίζουν τον χώρο αποκλειστικά με τις ερμηνείες τους.
Η κυρία Αναστασία Ρεβή στέκεται απέναντί μας, ως Λασκαρίνα. Και μας σερβίρει τον απόλυτο μονόλογο για τούτη και για την επόμενη χρονιά! Γιατί θα πάει και την επόμενη, έτσι δεν είναι; Όχι, μην μου το χαλάτε. Να πάει! Είναι εκπληκτική, είναι συγκινητική, είναι υπέροχη, είναι φωτιά και ατσάλι, είναι η μάνα όλων όσων την παρακολουθούν.
Το έμπα της μπάντας ήταν εντυπωσιακό. Πέρασαν τις πύλες και ξεχύθηκαν με ορμή σε ένα δίωρο απόλυτης νίκης, που δεν θέλαμε να τελειώσει. Από όλα είχε ο μουσικός τους μπαχτσές, αλλά έδωσαν βάση φυσικά στο “The Enemy Within”, όπως ήταν αναμενόμενο.
Η κυρία Ιόλη Ανδρεάδη σκηνοθετεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα όλων των εποχών. Αθάνατο το κείμενο, εκπληκτική η διασκευή (δική της και του πανταχού παρόντα Άρη Ασπρούλη) και μερικά νοήματα που θα ήταν καλό να διδάσκονται στα σχολεία πέντε φορές την εβδομάδα και άλλες τόσες – και περισσότερες – στα σπίτια.