Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησα να παρατηρώ. Και μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα συναισθήματά μου, τα οποία εναλλάσσονταν. Συγκίνηση, χαμόγελο, μια εσωτερική σιωπή, μια μικρή ταραχή.
Ο κύριος Κακάλας παραδίδει μαθήματα στον τρόπο μετάδοσης. Δεν θα κάνει ούτε μισό σαρδάμ, ο ρυθμός του είναι σταθερός και η έκφανση του εξαιρετική. Η χροιά της φωνής βοηθά, ώστε η εξιστόρηση να μπαίνει στο πετσί μας και ο ιδιάζων λόγος του δημιουργού δεν προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση.
Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο με κέρδισε αμέσως. Το σκηνικό, λιτό αλλά εξαιρετικά ζωντανό, λειτουργούσε ως ενεργός αφηγητής της ιστορίας, χωρίς περιττές υπερβολές. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν συγκλονιστικές. Παραστατικές, σωματικές, βαθιά ρεαλιστικές.
Οι Reflection έχουν αναγάγει το έπος και την αφήγηση αυτού σε κάτι δικό τους. Και ακριβώς αυτό ακούσαμε και είδαμε το βράδυ της Κυριακής. Τέσσερα άτομα που ακούγονταν για χίλια πεντακόσια και ένα γεμάτο Κύτταρο, να τραγουδάει τους στίχους και να ουρλιάζει σε κάθε νεύμα, σε κάθε πρόσταγμα.
O Diman μίλησε κάμποσες φορές, καλώς ορίζοντας και ευχαριστώντας, προλογίζοντας και ορίζοντας το μοτίβο της βραδιάς. Το πνευματικό παιδί του έγινε είκοσι ετών και – καθώς φαίνεται – ανυπομονεί να γίνει και τριάντα. Και η μουσική ήταν εκείνη που καθόρισε τις νόρμες, τον ρυθμό και το χειροκρότημα. Πρόκειται για ένα μουσικό σύνολο προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τουλάχιστον για πολύ μεγάλα πράγματα.
Σάββατο βράδυ στο Gagarin και ο ενθουσιασμός γειτνιάζει με την ουσία της προηγούμενης παραγράφου. Το σεξτέτο των Iron Beast, η δεδομένη λατρεία του για τους αυτοκράτορες του Μέταλ, η δεδομένη εμμονή του κόσμου με το τσούρμο των μικροκαμωμένων Εγγλέζων και ένα setlist που θα έντυνε απ’ άκρη σ’ άκρη το Μπεν Χουρ. Τρεις ώρες έπαιξαν τα παιδιά, χαρίζοντάς μας δυόμισι ντουζίνες τραγούδια.
Το «Μόνο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» στον Μικρό Κεραμικό είναι ένα έργο που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Η ερμηνεία της Νικολέτας Βλαβιανού είναι ο βασικός λόγος. Με χιούμορ, συγκίνηση και αμεσότητα, καταφέρνει να μετατρέψει έναν μονόλογο σε ζωντανή εμπειρία.
Έχετε σκεφτεί αν ταιριάζει η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τους Clash; Ο Σωκράτης Μάλαμας με τον Γιώργο Ζαμπέτα; Οι Nirvana με τον Κώστα Μπίγαλη; Τέτοια mash up, συνοδευόμενα από λογοπαίγνια και αστεία ενδιάμεσα από τη μουσική, είναι βέβαιο ότι θα σε κάνουν να γελάσεις και να χειροκροτήσεις. Εμείς πάντως το ευχαριστηθήκαμε πολύ!
Ο τελευταίος Γιάνκης, το έργο που αναφέρεται στον Λιρόι Χάμιλτον, αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, γραμμένο το 1993 και το οποίο καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Την επίδραση του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας στον άνθρωπο, τις αξίες και τις σχέσεις του. Ίσως, στο τέλος της παράστασης, μπορεί ακόμα και να τσαντιστείς που δεν παρακολούθησες νωρίτερα έργα του τεράστιου αυτού θεατρικού συγγραφέα, ο οποίος έχει θίξει όλα τα επίκαιρα θέματα αρκετά χρόνια πριν να αρχίσουν οι δικές σου αγωνίες.
Ο Καλυβάτσης, εκτός του ότι είναι υπερταλαντούχος – νομίζω οι υπερθετικοί βαθμοί επιθέτων αρμόζουν να περιγράψουν τη πληθωρική του προσωπικότητα – έχει ένα δικό του προσωπικό χαρακτήρα πάνω στη σκηνή, την οποία γεμίζει μόνος του πολύ άνετα.
Ήταν κλειδωμένη στον ρόλο της. Ήταν διπλοκλειδωμένη στον χαρακτήρα της. Η κυρία Κορίνα Χρυσάιδου, στον ρόλο της κυρίας Μαργαρίτας, μας έπεισε εντελώς. Ήταν τόσο καλή σε αυτό που έκανε, που πολλές φορές θεώρησα ότι όντως ήμουν μαθητής και όχι θεατής και άλλες τόσες φορές ήθελα να εγκαταλείψω την αίθουσα, αφού αισθανόμουν όλη τούτη την κλειστοφοβία που προκαλούσαν οι φράσεις της.
Από την έξοδο μέχρι τον σταθμό είναι περίπου οκτώ λεπτά περπάτημα. Χρονικό διάστημα το οποίο παραδόθηκε άνευ όρων σε καταιγισμό πρόσφατων αναμνήσεων. Ευχαριστούμε, David! Ευχαριστούμε πολύ!
Καλοί μουσικοί, καλές προτάσεις, ωραίο δέσιμο και μία μπροστάρισσα, η οποία λατρεύει να βρίσκεται εκεί πάνω και να μας κάνει να περνάμε καλά.
Ένας ακόμη χρόνος φτάνει στο τέλος του, σηματοδοτώντας μια νέα αρχή. Το Keysmash γιόρτασε τα τρίτα του γενέθλια δυναμικά, κουβαλώντας πλέον στις σελίδες του περίπου 210 θεατρικές ανταποκρίσεις, 137 συνεντεύξεις, 59 μουσικές ανταποκρίσεις και μια σειρά από παρουσιάσεις άλμπουμ — όχι όσες θα θέλαμε, αφού η μέρα εξακολουθεί πεισματικά να έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες και δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει, ούτε τώρα ούτε στο κοντινό μέλλον.
Είναι η τέταρτη χρονιά που υποδύεται τη Ρόζα η κυρία Καλοπήτα. Και πρόκειται για ένα από τα πιο άνετα και εντυπωσιακά δεσίματα και κουμπώματα ηθοποιού και ρόλου. Είναι η θνησιγένεια του θεάτρου στα καλύτερά της. Είναι η τέχνη των ηθοποιών, όπως την έχουμε ονειρευτεί.
Οι συντελεστές της παράστασης έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό άμεσο στους θεατές, που πετυχαίνει τον στόχο του και αισθάνεσαι την πίεση και τον αγώνα των συμμετεχόντων στον μαραθώνιο. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη, σε μετάφραση και διασκευή δική τους, θα δώσει έμφαση στους ανθρώπινους χαρακτήρες και στο πώς οι φιλοδοξίες και τα όνειρα μπορούν να σε επηρεάσουν.
Οι δύο ηθοποιοί έδειξαν, με αυτή τους την παρουσία και αυτή τους την απόδοση, ότι το θέατρο είναι η τέχνη των ηθοποιών.
Το «Στην Εξοχή» αγγίζει πολλά και καίρια θέματα. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η θέση της γυναίκας και οι δυναμικές εξουσίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η γενικότερη φύση των ανθρώπινων δεσμών. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και την απειλή, την οικειότητα και την απόσταση, την ανάγκη για ασφάλεια και την αναπόφευκτη σύγκρουση.
ΚΑΛΟ το billing, ΚΑΛΟ το venue, ΚΑΛΗ η βραδιά, από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσοι ήλθατε, ζήσατε και ξέρατε. Όσοι δεν ήλθατε, σας περιμένουμε την επόμενη φορά. Και όσοι επιλέξατε να μην έλθετε «γιατί έτσι», προσέξτε μην δαγκώσετε κατά λάθος τη γλώσσα σας και πεθάνετε από το δηλητήριο. Καλή και πολλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που έπαιξαν!
Δείτε αυτή την παράσταση. Εστιάστε στις ερμηνείες, στους διαλόγους, σε όλα αυτά που αναδύονται από τις στιχομυθίες. Σκύψτε πάνω από τα χιουμοριστικά ιντερμέδια και τις παύσεις, τις μουσικές σιωπές του έργου. Και εμπνευστείτε από τη λίστα.
Μια ακόμη εξαιρετική θεατρική βραδιά μας επεφύλασσε η παράσταση «Το Δώρο της Παπλωματούς» στο θέατρο Βασιλάκου-Μαριάννας Τόλη, στο κέντρο της πόλης. Ένα παιδικό έργο που φυσικά απευθύνεται και σε ενήλικους, το οποίο σου αφήνει στο τέλος μια γλυκιά μελαγχολία μέσα από την πλοκή του.
Όταν υπάρχει ένα τόσο δυνατό κείμενο, όταν βρίσκεσαι στην αίθουσα και θεωρείς ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο πέρα από αυτό που βλέπεις μπροστά σου… Όταν οι ηθοποιοί κάνουν το παν για να δείξουν πόσο μαγικό είναι το θέατρο…
Αν δεν έχετε δει ακόμη την παράσταση, πραγματικά μην τη χάσετε. Είναι από εκείνες τις θεατρικές εμπειρίες που συνδυάζουν μυστήριο, χιούμορ, ρυθμό και υπέροχες ερμηνείες, αφήνοντάς σας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά.
Το ατμοσφαιρικό Θέατρο Εμπορικόν σε αγκαλιάζει. Σου θυμίζει ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να μαλακώνει τις μέρες. Οι ηθοποιοί — ταλαντούχοι, αφοσιωμένοι — παίζουν κάθε δευτερόλεπτο με ακρίβεια και ψυχή. Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχασα ούτε ανάσα τους.
Είναι μία παράσταση που προβληματίζει ιδιαίτερα. Η δυστοπία είναι μέρος του κόσμου μας. Είναι το μέλλον μας. Το ζοφερό του πράγματος τείνει να γίνει συνοδοιπόρος μας, καθώς το τέρας αρνείται να πεθάνει και εμείς οι άνθρωποι δεν κάνουμε κάτι για να το ξεφορτωθούμε.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ξεπροβάλλει μια μεγάλη αλήθεια. Ό,τι μας φαίνεται σοβαρό μπορεί να είναι τελικά αστείο. Και ό,τι θεωρούμε ασήμαντο, μπορεί να κουβαλάει ολόκληρο το βάρος της ζωής. Το θέατρο, άλλωστε, πάντα είχε αυτή τη δύναμη – να μας κάνει κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι δική μας, αλλά θα μπορούσε να είναι.
Τριάντα χρόνια InnerWish! Η εσώτερη επιθυμία για μουσική δημιουργία έκλεισε τριακόσιους εξήντα μήνες ύπαρξης και το γιορτάζει, εννοείται! Αρχικά και τελικά… οι έξι τους. Οι άνθρωποι που απαρτίζουν τη μπάντα εδώ και χρόνια. Εκείνοι που αποφάσισαν να είναι παρέα και συγκρότημα και ό,τι θέλουν.
Και τέλος, οι αγαπημένοι Mother! Πάντα θα λέω ότι η φωνή του Προκοπίου με γοητεύει. Με μαγεύει, ρε παιδί μου, πώς το λένε; Ακόμα κι όταν τον άκουγα με τους Poem – δεν θυμάμαι χρονιά, παιδιά, είπαμε η ηλικία φταίει – το ίδιο έλεγα.
H Παπαθωμά υψώνει το βλέμμα της. Περήφανη Ελληνίδα. Αναπνέει… μιλά… συνδιαλέγεται… Είναι λευκή και γαλάζια, είναι γραμμές και σταυρός… ουρανός και κύμα. H ίδια υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία και διαπιστεύει εαυτόν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Ίσως μία ερμηνεία της, η οποία θα λάμπει συνεχώς, δείχνοντας τον δρόμο προς την καλλιτεχνική αρτιότητα.
Η ερμηνεία της Δανάης Επιθυμιάδη ως Χριστίνα αποτελεί αναμφίβολα τον πυρήνα της παράστασης, μια ερμηνευτική κατάθεση υψηλής ακρίβειας και συναισθηματικής διαφάνειας. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, χτίζει έναν χαρακτήρα εύθραυστο αλλά ποτέ ανίσχυρο, αποτυπώνοντας το ψυχικό της ταξίδι μέσα από υποδόριες μετατοπίσεις, λεπτές σιωπές και στιγμές όπου η εσωτερική της πάλη γίνεται σχεδόν χειροπιαστή.
Ένα έξοχο κείμενο, ήδη βραβευμένο μάλιστα, μας προσφέρει η κυρία Νατάσα Σίδερη. Καλογραμμένο, γλαφυρό στην έλιξή του και άψογο στη σκιαγράφηση χαρακτήρων. Θα μπορούσε άνετα να γίνει μία καταπληκτική ταινία και είμαι σίγουρος πως κάποιος ή κάποιοι θα κρούσουν την πόρτα του συγγραφέα σύντομα.
Ο Σαίξπηρ εδώ απομακρύνεται από τον μύθο της εθνικής δόξας και μετατρέπεται σε πολιτικό σχόλιο για τη φύση της ηγεσίας, την ευθύνη του πολέμου και τη σχεδόν τραγική μοίρα όσων βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Είναι πολύ καλή η χημεία ανάμεσα στου δύο πρωταγωνιστές, κάτι που έρχεται σαν επιστέγασμα της μεταξύ τους επαφής, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.
Η κυρία Θέμις Μπαζάκα είναι τόσο άνετη και τόσο χαλαρή, που είχα την εντύπωση ότι απλά εκείνη ήταν όντως ο χαρακτήρας της, ο οποίος είπε στην ηθοποιό «Άσε να πάω εγώ στο θέατρο. Άσε να τα πω εγώ». Θα πρέπει να δείτε το όλο στήσιμό της και θα συμφωνήσετε απόλυτα μαζί μου.
Οι ηθοποιοί ήταν πραγματικά εξαιρετικοί. Δεν έπαιζαν απλώς ρόλους· σου παρέδιδαν κομμάτια του εαυτού τους. Σε έβαζαν στον κόσμο τους με τέτοια αμεσότητα, που χωρίς να το καταλάβεις γινόσουν και εσύ ένας ακόμη χαρακτήρας. Έπαιρνες τον ρόλο που σου έδιναν, τον ζούσες, τον κουβαλούσες. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της παράστασης. Ότι σε κάνει μέρος της.
Ο Θεοδόσης Τανής έχει χτυπήσει τριπλοβελονιά σε όλο αυτό, αφήνοντας την παράσταση, τις ατάκες και τους χαρακτήρες να ανοίξουν τις πύλες τους στο κοινό. Οι δραματικές στιγμές κεντιόνται με απίστευτα κωμικές ατάκες και φτάνεις να γελάς με κάτι, που κανονικά θα έπρεπε να σου κόβει την ανάσα.
Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης αποδίδει με αξιοπρέπεια τον θυμικό παλμό του Μισανθρώπου, ενώ η Σωτηρία Τσαμή φωτίζει με λεπτότητα την υπολογιστική φύση της Σελιμέν. Μαζί με την Ανθία Μπαλή, τον Δημήτρη Κατσίκα, τη Μιχαέλα Δεληγιαννάκη, τον Άγγελο Λιάγκο, τον Ηλία Μαυροειδή και τη Θεοδώρα Τσαμή – η οποία υπογράφει και τη μετάφραση – συγκροτούν μια ομάδα που δείχνει πως διαθέτει το πάθος για ένα ακόμη πιο στέρεο μέλλον στις επόμενες παραγωγές της.
Η παράσταση κινείται με ρυθμούς που θυμίζουν αριθμητική πρόοδο. Είναι γλυκιά και τρυφερή και στη συνέχεια βάζει μπρος τις μηχανές και μετατρέπεται σε μία κωμωδία με κορυφαίο ατακαριό, με το κοινό να γελάει χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, με τις ιστορίες να εκτυλίσσονται με χάρη, χωρίς φτηνά κατασκευάσματα, χωρίς περιττούρες.
Το είδαμε πρώτοι απ’ όλους, το διαβάζετε πρώτοι απ’ όλους. Και κοίτα να δεις… Δεν είμαστε καν διάσημοι!
Οι ερμηνείες είναι ωμές, αφιλτράριστες, αυθεντικές. Οι ηθοποιοί αλληλεπιδρούν και κινούνται στον χώρο με τρόπο που κάθε συνεδρία αποκτά διαφορετική και ενδιαφέρουσα οπτική.
Πραγματικά πολύ καλή παράσταση, η οποία κλείνει με τη διαδραστική συμμετοχή του κοινού, η οποία απογειώνει το ενδιαφέρον των παιδιών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ανέβουν στη σκηνή και να πάρουν μέρος στην τελική έκβαση του έργου, καθιστώντας τα πολύ σημαντικά για αυτή.
Είναι μια παράσταση που αξίζει να δείτε, γιατί δεν περιορίζεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, σας βυθίζει σε μια εμπειρία. Σας μεταφέρει σε έναν κόσμο ωμό και ποιητικό ταυτόχρονα, όπου οι χαρακτήρες κουβαλούν τις σκιές τους, μα και τις στιγμές τρυφερότητας που τους κάνουν ανθρώπινους.
Να πάτε να δείτε την παράσταση. Να πάτε με αγαπημένα σας πρόσωπα, να τα δείτε και ακούσετε να γελούν με την καρδιά τους και να ανακαλύψετε ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τόσο πολύ το θέατρο, ώστε να κάνουν και δικά τους πράγματα και να τα παρουσιάζουν με τρόπο που αιχμαλωτίζει τη σκέψη, τη θωριά, το μυαλό γενικότερα.
Η παράσταση καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη συγκίνηση και στο χιούμορ, στην τραχύτητα και στη λεπτότητα, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου κάθε χαρακτήρας έχει βάρος, ανάσα και παλμό. Μια γλυκόπικρη ευωδιά, που μιλά για το θάρρος να συνεχίζεις, για την ανάγκη να βλέπεις με την καρδιά και για τη μαγεία των συναντήσεων που αλλάζουν τον δρόμο και ενίοτε και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ένας τεράστιος θίασος ηθοποιών που διαθέτουν και γάργαρες φωνές, ένα μιούζικαλ ερωτευμένο με την πρόζα, ένα απίστευτο τσούρμο γεμάτο τάλαντο και σκληρή δουλειά, πήρε τη σκηνή του Παλλάς και την έφερε δέκα γύρες!
Ο κύριος Πιφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος και την άνεσή του στο να προφέρει με άριστο τρόπο δεκάδες λέξεις ανά λεπτό. Το βλέμμα του είναι αυτού του φοβισμένου, του οργισμένου, εκείνου που συνειδητοποιεί πως πρέπει να ξεφύγει και δεν το βλέπει να έρχεται. Κάπως σαν τα όνειρα, που ο κακός μας κυνηγάει με δρασκελιές αλά Γιουσέιν Μπολτ και εμείς κινούμαστε σε σλόου μόσιον.
Πίσω από τη χιουμοριστική αφετηρία, κρύβεται ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Πέντε χαρακτήρες, πέντε διαφορετικοί κόσμοι, πέντε άνθρωποι που εκπροσωπούν τα στερεότυπα, τις ψευδαισθήσεις που κουβαλάμε όλοι μας. Μέσα από τις συγκρούσεις και τις αλήθειες που ξεπηδούν, αναρωτιέσαι. Είναι το όνομα η αφορμή ή όλα τα υπόλοιπα που ξεσκεπάζονται σιγά σιγά μέσα από αυτό;
Οι Fading Echoes προσέφεραν το βάθος και την ατμόσφαιρα, οι Wildfire την ακατέργαστη heavy metal δύναμη και οι Sirius τον επικό, τεχνικό δυναμισμό, που τους έχει καθιερώσει ως ένα από τα κορυφαία σχήματα του power metal στην Ελλάδα.
Ο Αβδελιώδης έχει επιτύχει να μας ταξιδέψει περίπου εκατόν πενήντα χρόνια πίσω και ακόμα πιο πίσω, την εποχή που οι γονείς άφηναν μακριά μαλλιά στα αγόρια τους και τα έντυναν με φούστες, για να μην υποψιαστούν οι γενίτσαροι. Ο Νικόπουλος αναδεικνύεται σε έναν μεστό πρωταγωνιστή, ο οποίος χρησιμοποιεί πέρα από τον λόγο του και το σώμα του και τις ανάσες του και την αύρα του και ό,τι άλλο μπορεί να συλλογιστεί ο ανθρώπινος νους.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι καταιγιστικός στον ρόλο του Τζέι Ο’Νιλ. Γεμίζει τη σκηνή με την αλαζονεία, την γοητεία, αλλά και την ενέργεια του ήρωά του. Η δύναμη της ερμηνείας του κρύβεται στην αντίθεση. Στο χαμόγελο που τρέμει από πόνο, στην έκρηξη που δεν κραυγάζει αλλά αποκαλύπτει.
Μέσα από μια σειρά ηχητικών και οπτικών τεχνασμάτων, οι θεατές παγιδεύονται στον κατακερματισμένο κόσμο της άνοιας, όπου δυσπιστία, θυμός, ταραχή και αβεβαιότητα διαδέχονται η μία την άλλη σε ένα φρενιασμένο γαϊτανάκι συναισθημάτων. Επιπλέον, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Λέας Κούση ήταν τόσο προσεγμένα, που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα κινηματογραφικά αδελφάκια τους.
Το «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» είναι μια παράσταση που περιγράφει το σήμερα, το τώρα. Ωμή, καυστική, τραγικά επίκαιρη. Θίγει, με χιούμορ και οξυδέρκεια, τα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, της ενοχής και της υποκρισίας. Πότε το προσωπικό γίνεται θέαμα; Μήπως η ψηφιακή εποχή έχει καταργήσει κάθε σύνορο; Είναι το σχολείο μικρογραφία της κοινωνίας εκεί έξω;
Μια παράσταση που διαρκεί περίπου ογδόντα λεπτά και η οποία δεν σε κουράζει, γιατί είναι πολύ έξυπνα δομημένη και αξίζει τον κόπο να δώσετε μια ευκαιρία στον εαυτό σας να παρακολουθήσετε μια καινούρια άποψη και αισθητική στο έργο του Μπραμ Στόκερ. Εμείς περάσαμε πολύ καλά.
Οι ηθοποιοί συγκρότησαν ένα σύνολο με δυνατή συνοχή και φανερή αφοσίωση στο υλικό. Η Μυγδαλιά Ανδρέου, ως Μπερνάρντα, απέδωσε μια αυστηρή, απόλυτη φιγούρα εξουσίας, με βλέμμα που δεν άφηνε χώρο για αμφισβήτηση. Η Σωτηρία Χρυσικοπούλου (Ανγκούστιας), η Χριστίνα Μούζη (Μαγκνταλένα), η Αναστασία Ραβάνη (Αμέλια) και η Παναγιώτα Χαϊδεμένου (Μαρτίριο), έδωσαν στις αδελφές σαφή, ξεχωριστή ψυχή, με αποχρώσεις επιθυμίας, φόβου και εσωτερικής αντίστασης. Η Μαρία Δώρα Λέων, ως Αδέλα, υπήρξε η φλόγα της παράστασης, προσφέροντας μια συγκινητική ερμηνεία γεμάτη ζωή, σώμα και καρδιά. Η Σόνια Πούλη, ως Μαρία Χοσέφα, άφησε τρυφερές και γήινες στιγμές, θυμίζοντας πως ακόμη και μέσα στην καταπίεση, η ελπίδα βρίσκει τρόπο να ψιθυρίσει. Η Αριστέα Ανύση (Δούλα) και η Σοφία Πασπαλιάρη (Πόνθια) συμπλήρωσαν με ακρίβεια την καθημερινή, σιωπηρή αλήθεια του σπιτιού.
Είναι υπεράνω κριτικής μία τέτοια παράσταση. Είναι ένα γερό στοίχημα και – όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα αντιδράσεις – έχει κερδηθεί από τα αποδυτήρια. Το όραμα της δημιουργικής αυτής ομάδας δεν σταματά ούτε καν στον ουρανό. Η νοηματική είναι πιο γρήγορη και πιο περιεκτική από κάθε άλλη γλώσσα.
Οι ηθοποιοί, με την ερμηνεία τους, κράτησαν ατόφια την ένταση. Ήταν αληθινοί, βαθιά συγκινητικοί, χωρίς υπερβολές. Κάθε βλέμμα, κάθε παύση, κάθε μικρή χειρονομία, έδινε χώρο στο συναίσθημα να αναπνεύσει. Ένιωθες πως δεν έπαιζαν ρόλους, αλλά ζούσαν την ιστορία. Αυτή η αυθεντικότητα είναι που έκανε το έργο να αποκτήσει δύναμη — η απόλυτη ειλικρίνεια στο παίξιμο.
Στιβαρές ερμηνείες και υπέροχος λόγος θα δώσουν όσα η παράσταση χρειάζεται. Οι αρμονικές τους κινήσεις χορογραφούν την ιστορία και μεταφέρουν όμορφα τον θεατή στην εποχή του έργου. Φωτισμοί και κοστούμια συμπληρώνουν ολοκληρωτικά το σύνολο.
Ο Δημητρης Λιόλιος και η Αναστασία Χατζάρα είναι πραγματικά υπέροχοι, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους σε όλα τα σημεία της παράστασης, με τρομερή ενέργεια και υποκριτική ικανότητα, άψογη κινησιολογία και πολύ τρυφερή φιλοξενία στον χώρο τους.
Στο θέατρο Αργώ, η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου μιλούν για τον άνθρωπο που δεν χωρά σε κανένα κοινωνικό και ταξικό κουτάκι. Που προσπαθεί να βρει τη δική του ταυτότητα έξω από την αγέλη των ζωντανών νεκρών.
Δίπλα του, στον ρόλο του Λουκά, η ίδια η ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, της ελληνικής τηλεόρασης και ό,τι άλλο βάνει ο νους. Ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου, ο ηθοποιός, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο «Και εκείνος». Σαν Λουκάς είναι απλά εξαίρετος, είναι μοναδικός, είναι φαινόμενο φαινομένων.
Φεύγοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είχα ταξιδέψει. Ότι είχα βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου η φαντασία συναντά την αλήθεια και το συναίσθημα γίνεται καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού. Αλλιώς, μια Κυριακή γεμάτη θέατρο, σκέψη και ψυχή. Τι συνέβη στη Ρούμπι; Ζει; Πού βρίσκεται; Θα βρεθεί ποτέ; Τελικά, υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια;
Η κυρία Υρώ Μανέ. Η γλυκιά μας Ραραού. Εκρηκτική, γεμάτη χιούμορ αλλά και ευαισθησία, ζωντανεύει υποδειγματικά την ηρωίδα που υποδύεται. Η πληθωρική και χειμαρρώδης ερμηνεία της κάνει το κοινό να γείρει πάνω της. Να ανοίξει τα χέρια και να την αγκαλιάσει. Είναι οικεία και άμεση.
Δεν θα περίμενα ποτέ κάτι λιγότερο από άψογο από την κυρία Θέμιδα Μαρσέλλου. Εδώ όμως… εδώ όμως μπορεί να έχει ξεπεράσει και τον ίδιο της τον εαυτό.
O Γιώργος Καραμίχος από την πλευρά του, ολοκληρώνει ακαταπόνητα τον άθλο της αναπαράστασης οκτώ διαφορετικών ηρώων. Ένας αυτός, ενσαρκώνει πολλούς μαζί, που συνομιλούν, ερωτοτροπούν , αντιπαρατίθενται και όλα αυτά μέσα από την ακρίβεια και τη συγκέντρωση του πρωταγωνιστή.
Στη σκηνή του Nous ο «γελοίος» ξαναζωντανεύει μέσα από τα μάτια του Δημήτρη Μαζιώτη. Ήδη, από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη γυμνή αλήθεια του γελοίου και τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή, αλλά τελικά βιώνει και ο ίδιος μια υπαρξιακή αναταραχή για το εγώ και τον κόσμο γύρω του.
Η παράσταση IRЯINA αποτελεί μια τολμηρή και βαθιά συγκινητική συνομιλία με το κλασικό έργο του Τσέχωφ «Οι Τρεις Αδελφές», φωτίζοντας ξανά την εμβληματική φιγούρα της Ιρίνας, μέσα από ένα σύγχρονο, φεμινιστικό και πολυεπίπεδο πρίσμα. Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές...
Το «Απόρρητο» σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι τέλους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι όχι μόνο για το πού φτάνει η τεχνολογία, αλλά και για το πού φτάνει ο άνθρωπος. Για το αν υπάρχει ακόμα χώρος για ευαισθησία, ειλικρίνεια και αποδοχή, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μετράει, αναλύει και καταγράφει.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι «μεγάλο». Είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι αληθινό. Και αυτή είναι η ουσία. Η Δουλεία δεν ήρθε να αλλάξει τη ζωή μας. Ήρθε να μας τη δείξει, όπως ακριβώς είναι – γυμνή, σιωπηλή, γεμάτη οθόνες, αλλά και με μια μικρή φλόγα ανθρωπιάς που, ευτυχώς, ακόμη δεν έχει σβήσει.
Συμπερασματικά, η παράσταση «Ράφτης Κυριών» συνιστά μια εύστοχη επιλογή για όποιον επιθυμεί να περάσει ένα ευχάριστο και ανάλαφρο θεατρικό απόγευμα.
Στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Ντίνος Γκελαμέρης αποφασίζει να μην παραμείνει μόνο στον ρόλο του ηθοποιού, αλλά για πρώτη φορά υπογράφει και ως συγγραφέας και σκηνοθέτης την παράσταση «Ωριμότητα», η οποία έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου.
Ο κύριος Ζήσης Ρούμπος επιστρέφει στη σκηνή του TGI Fridays και μαζί του φέρνει πολλά πιάτα με το απόλυτο φαγητό για όλες τις ηλικίες, ανεξαρτήτως προέλευσης, θρησκεύματος (ίσως) και πολιτικών πεποιθήσεων. Τηγανητές πατάτες ή τσιπς – κατά Βρετανούς – ή φρεντς φράις – κατά ανιστόρητους δηλαδή Γιάνκηδες – και μην με βάλετε να μιλήσω για φρίντομ φράις, γιατί θα γελάμε μέχρι Δευτέρας Παρουσίας.
Ο κύριος Σταμάτης Πακάκης επιστρέφει με καινούργιο έργο και έναν εξαιρετικό προβληματισμό πάνω στη μοναξιά. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Μήπως η μοναξιά; Ίσως το γεγονός ότι μπορεί να γεράσετε έχοντας μηδέν άτομα γύρω σας; Ο «συντονιστής» του πειράματος και τα τέσσερα γενναία πειραματόζωα, σας καλωσορίζουν σε ένα παιχνίδι με τον άνθρωπο.
Πόση τόλμη χωράει άραγε στο ταξίδι της δημιουργίας; Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στον πειραματισμό, ο οποίος αιφνιδιάζει χωρίς να αυθαδιάζει, αυτοσχεδιάζει χωρίς να σοκάρει, παρόλο που το ρίσκο συνιστά την ιδιοσυστασία του. Μέσα από αυτήν την τόλμη, αναδεικνύεται το ανόθευτο ταλέντο αυτών των ανθρώπων.
Επιτρέψτε μου να κατατάξω αυτή την παράσταση στις πέντε καλύτερες που έχω δει ποτέ μου, όσον αφορά τέτοιους μονολόγους. Εννοείται ότι δεν χάνεται αυτό το θέαμα. Θα εισέλθετε σε ένα μαγικό σημείο του χωροχρόνου, το οποίο σπάνια θυμόσαστε αλλά ποτέ – ποτέ όμως – δεν ξεχάσατε.
Ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή να υποδύεται ο κύριος Κωνσταντίνος Τσονόπουλος. Ο κόσμος έμπαινε στον χώρο και εκείνος ήταν ήδη κουμπωμένος στον ρόλο του. Ο τρόπος που έξυνε το κεφάλι του σε συγκεκριμένο σημείο… Ένας “rainman” που δεν θα πήγαινε ποτέ στο Vegas…
Η παράσταση «Αυτοί που κοιτούν» αποτελεί για μένα ένα εξαιρετικό δείγμα θεάτρου, που συνδυάζει ψυχαγωγία και κοινωνική κριτική. Από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς μέχρι τη σκηνογραφική επιμέλεια, όλοι οι συντελεστές συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο και καθηλωτικό αποτέλεσμα.
Κάθε στιγμή σε αγγίζει, σε ανατρέπει λίγο, σε κάνει να σταθείς και να σκεφτείς τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος – να ζεις, να χάνεσαι, να ακούς και να εκφράζεις την αλήθεια σου.
Το «Φίλεμα» δεν είναι απλώς μια σύγχρονη ιστορία εμπνευσμένη από την κατοχή. Είναι μια αλληγορία για την εποχή μας, για τη στάση που επιλέγουμε απέναντι στον «άλλο», για τα όρια της φιλοξενίας, για την ευθύνη και το δίλλημα του ανθρώπου να παραμένει άνθρωπος, ακόμη και όταν οι συνθήκες σε δοκιμάζουν.
Ο τίτλος της παράστασης, που με έκανε να θέλω να πάω σε αυτήν, είναι δεδομένα ειρωνικός και σαρκαστικός, θέλοντας να δείξει τι θα γινόταν αν η αλήθεια και η αυθεντικότητα των παιδιών κυριαρχούσαν σε έναν κόσμο βασισμένο στην υποκρισία των ενηλίκων.
Στο «Δράμα της Δημοκρατίας» υπάρχει μια ανάδρομη στα αρχαία κείμενα που μιλούν για τις αρχές, τα ιδεώδη αλλά και τους κινδύνους και τις δυσλειτουργίες της αρχαίας δημοκρατίας. Απέναντί τους στέκονται σύγχρονες μαρτυρίες από διαφορετικές γενιές πολιτών και στοιχεία-ντοκουμέντα που αποτυπώνουν την τωρινή μας σχέση με τη δημοκρατία. Στόχος του έργου είναι όλο αυτό το υλικό να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε να ανοίξει στο τέλος διάλογος με το κοινό.
Πιτσάρει τη φωνή του. Η χροιά του, αυτή η γεμάτη γρέζι και μπράσσο, έρχεται να παίξει με την ακοή μας. Ο Καταλειφός αποδεικνύει σε κάθε παράστασή του πως δεν κλειδώνει απλά στον ρόλο. Τον κάνει ενδοσκελετό του.
Η “Τέλεση” δεν είναι μια εύκολη παράσταση. Είναι μια τολμηρή, βαθιά βουτιά στον κόσμο του ηθοποιού, ο οποίος, στην προσπάθειά του να φέρει σε πέρας έναν ρόλο, κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του. Το Studio Μαυρομιχάλη φιλοξενεί ένα έργο που θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την αλήθεια και το ψέμα…
Ήταν μια από εκείνες τις παραστάσεις που μπορούν να μεταμορφώσουν την πιο κουραστική μέρα της εβδομάδας σε μια βραδιά γεμάτη γέλιο και καλή διάθεση. Προσωπικά, γέλασα πολύ και θαύμασα το ταλέντο όλου του θιάσου.
Συνοδοιπόρος μας σε αυτή τη μουσική διαδρομή γίνεται η Ελληνίδα πρέσβειρα της bossa nova, Μιράντα Βερούλη, με το φανταστικό κουιντέτο της. Αν και η πρόκληση ήταν μεγάλη, το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία!
Και όταν αυτή η μπάντα έφτασε στο “Fortress Of Sorrow”… Ίσως η πιο επική στιγμή της βραδιάς και ας με συγχωρήσουν για την «απολυτοποίηση» οι φίλοι και οι φίλες που παρακολουθούσαν μαζί μου. Είναι αυτό το ρεφρέν, είναι αυτές οι λέξεις… Ψηλότερα! Ψηλότερα! Στο πέρας του ουρανού!
Ο Γιώργης Κοντοπόδης δεν «παίζει» τον Χαλεπά. Γίνεται ο Χαλεπάς. Μπαίνει στη δίνη του νου του με τόση αφοσίωση, που ο θεατής σχεδόν φοβάται μήπως χαθεί κι ο ίδιος εκεί μέσα. Πώς δεν χάνεται πάνω στην ορμή των λόγων του; Πώς κατορθώνει να κρατήσει ζωντανό το νήμα της λογικής, την ώρα που το βλέμμα του βυθίζεται στην άβυσσο;
Η ματιά του Κιμούλη δεν χαρίζεται στον θεατή. Τον κοιτά κατάματα και τον προκαλεί να σταθεί απέναντι σε όσα προτιμά να ξεχνά. Δεν είναι εύκολη, δεν είναι “ευχάριστη”, είναι όμως αληθινή. Και αυτή η αλήθεια καίει, όσο και φωτίζει.
Για δύο ώρες ακριβώς, οι θεατές παρασύρονται σε μια αφήγηση που ορμά μπροστά, μα την ίδια στιγμή σκαλώνει σε λούπες. Παρόλο που δεν διαφαίνεται κάποια αίσθηση σχεδιασμού, τα γεγονότα κατατείνουν σχεδόν νομοτελειακά στο φινάλε. Η τραγικότητα του έργου έγκειται ακριβώς στην ανυπέρβλητη φύση του.
Μεταξύ μίας αγκαλιάς και οτιδήποτε άλλου, πάντα να επιλέγετε την αγκαλιά.