Ένα μιούζικαλ μεταδιδακτορικού επιπέδου, με τους ηθοποιούς να στέκονται πολύ υψηλά ερμηνευτικά, με μουσική που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής και με στήριξη ισάξια του τάλαντου και της δουλειάς των συντελεστών.
Ένα μιούζικαλ μεταδιδακτορικού επιπέδου, με τους ηθοποιούς να στέκονται πολύ υψηλά ερμηνευτικά, με μουσική που αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής και με στήριξη ισάξια του τάλαντου και της δουλειάς των συντελεστών.
Είχα ρίξει έναν απίστευτο τσακωμό με τον κουμπάρο μου για το θέμα Zep/Who. Υποστήριζα ότι οι Led Zeppelin ήταν «απλά» μία μπάντα που το πήγαινε να γίνει τόσο καλή όσο οι Who, αλλά δεν τα κατάφερε και πολύ καλά. Το τι βρισίδι είχα ακούσει… Η κουβέντα κράτησε κάνα τρίωρο, το λήξαμε κατά τη μία το πρωί, η παρέα μας κυριολεκτικά μας βαρέθηκε από την πρώτη μισή ώρα και ο διάλογος έληξε με την ατάκα του. «Θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο. Για να σε βρίσω»…
Στο θέατρο Ροές, η Νάνα και ο Βαγγέλης δεν αφηγήθηκαν απλώς μια ιστορία. Την ξεδίπλωσαν μπροστά μας σαν ένα σκοτεινό κουβάρι συναισθημάτων, καλώντας τον θεατή να χαθεί μέσα του και να αναζητήσει τα δικά του νήματα. Είναι συνάνθρωποι μιας πλαστικής κοινωνίας, που τους βουλιάζει κάθε στιγμή, ενώ παράλληλα τους τραβάει σε μια μακρινή δίνη φόβου και ανασφάλειας.
Από τη μια μεριά ένας Έλληνας διεθνής. Γιώργος Φακανάς. Ένας μουσικός με πάνω από επτακόσιους δίσκους πορτφόλιο, με δεκατρείς προσωπικές κυκλοφορίες, ένας μαέστρος με δεκαεπτά βιβλία, με μουσική για θέατρο και κινηματογράφο, με συναυλίες σε κάθε γωνιά της Γης. Από την άλλη ένας Αμερικανός υπέρ-μουσικός, που έχει κερδίσει τρία Grammy και έχει παίξει με τον Chick Corea, μεταξύ πολλών άλλων και έχει αποκτήσει τον τίτλο ενός από τους νονούς της Jazz-Fusion. Lenny White, κυρίες και κύριοι και θεωρώ ότι ήταν απλά θέμα χρόνου η σύμπραξη με τον μπασίστα των ονείρων μας.
Ένα θαυμάσιο κείμενο γίνεται παράσταση. Μία ιστορία που κατανοούμε από την αρχή. Ο κύριος Παναγιώτης Καστρίτσης, ο οποίος το σκέφτηκε όλο αυτό, έγραψε το κείμενο μαζί με την κυρία Δανάη Ντέμου και υπογράφει τη σκηνοθεσία, έκανε το αυτονόητο τέχνη. Μαζί με την καλλιτεχνική συνοδοιπόρο του πήραν τρεις χαρακτήρες ανθρώπινους, εντελώς καθημερινούς και τους ταξίδεψαν από μία χρονική περίοδο σε μια άλλη.
Φωνή γλυκιά και κοντινή μας. Τραγουδά ο φίλος στο δίπλα διαμέρισμα, τραγουδά ο γνωστός στη διπλανή αίθουσα στο ωδείο, τραγουδά ο κιθαρίστας που μέχρι πρότινος μόνο έπαιζε. Και εκείνο το κλασσικίζον στο τελείωμα… Ο Θέμος είναι μανούλα στις ενορχηστρώσεις, συν το γεγονός ότι έχουν συνδράμει όλοι οι μουσικοί σύντροφοί του.
Η συγκίνηση είναι δεδομένη, όπως και ο θαυμασμός. Για όσους αγαπούν το θέατρο, εδώ, σε αυτό το έργο, βρίσκεται το ορμητήριο, το ησυχαστήριο και η σκήτη τους.
Ανοιχτή συζήτηση για τις πρακτικές του type casting, την πρόσβαση σε ρόλους και ευκαιρίες και το ποιος «χωράει» στη σκηνή σήμερα – από το σύγχρονο ρεπερτόριο έως το κλασικό.
Μπορεί το G.O.T. να έκανε θραύση, αλλά έχω την αίσθηση πως αυτή η σειρά θα αγαπηθεί πολύ βαθύτερα από τους αληθινούς φαν της φανταστικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος ο Martin αναφέρει ότι η σειρά τιμά την πηγή της με σεβασμό και χαρακτήρα.
Τελικά, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι να μας δουν, να μας ακούσουν και να μας αποδεχθούν.
Ένα έργο που σε καθηλώνει για πολλούς λόγους, ξεκινώντας από το κείμενο, το οποίο θίγει και αναδεικνύει σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από τον έγγαμο βίο και τις δυναμικές εξουσίας που μπορεί να αναπτυχθούν μέσα σε αυτόν, οδηγώντας τελικά στην απόλυτη μοναξιά ακόμη και μέσα στον γάμο.
Ο Σίμος Στυλιανού αποδίδει συγκλονιστικά τη σωματική – αλλά και ψυχική – αναπηρία του Πάβελ, ενώ η Λίλλυ Μελεμέ κεντάει πάνω στη σκηνή με τους μικρομανιερισμούς της. Ως πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις, είναι η αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη της παράστασης.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία καταφέρνει κάτι σχεδόν αδιανόητο. Ενσαρκώνει είκοσι έξι διαφορετικές φωνές και χαρακτήρες, τους δίνει σάρκα και οστά και τους συνδέει αρμονικά σε ένα ενιαίο, σφιχτοδεμένο θεατρικό σύμπαν.
Η εξέλιξη επί σκηνής. Οι Acid Death εφορμούν και το “Evolution” πρόκειται να σερβιριστεί ζωντανά για πρώτη φορά στην Αθήνα.
Η κυρία Κυριακή Σπανού έχει κάνει τη θεατρική προσαρμογή, βασισμένη στη μετάφραση του κυρίου Γιάννη Στρίγκου και έχει στήσει και δουλέψει με τρόπο που τιμά την τέχνη της και το βιβλίο. Διατηρεί και την «αυτονομία» στη διαδρομή των ηρωίδων και των ιστοριών, διατηρεί όμως και την «ένωση» στο τελείωμα, όπως προστάζουν και οι σελίδες της Κολομπανί.
Οι Cyanide 4 επιβιβάζονται στη σκηνή του Academy. Εξαιρετική εμφάνιση και ύφος «Εδώ που ήλθαμε, να τα μαΓήσουμε όλα, θα σας αρέσει πολύ και θα παρακαλάτε να μην τελειώσουμε». Ξεκίνημα και μπόλικη μελωδία, πολύ ταρακούνημα και ανάλογη και αντίστοιχη κίνηση των γοφών.
Συνολικά, το Vengeance είναι μια από τις πιο ουσιαστικές επιστροφές της βρετανικής
metalcore σκηνής των τελευταίων ετών. Δεν βασίζεται στη νοσταλγία, ούτε προσπαθεί
να αναπαράγει μια εποχή που έχει περάσει. Είναι μία κυκλοφορία που δικαιολογεί την
ύπαρξή της με κάθε riff, κάθε ρεφρέν και κάθε κραυγή.
Οι Ov Sulfur απέφυγαν με επιτυχία την "παγίδα του δεύτερου δίσκου" αγκαλιάζοντας τις
αντιφάσεις τους. Είναι ταυτόχρονα αντι-θρησκευτικοί και βαθιά πνευματικοί, βάναυσοι και
μελωδικοί, παραδοσιακοί και πρωτοποριακοί. Το Endless είναι ένα σημείο αναφοράς για
το είδος το 2026, ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι το deathcore μπορεί να έχει καρδιά,
ακόμα κι αν αυτή είναι μαύρη και ποτισμένη με θειάφι.
Στο τέλος της ημέρας, το Icon είναι ένας δίσκος που θα ικανοποιήσει όσους θέλουν 40
λεπτά στιβαρού, παραδοσιακού death metal χωρίς εκπλήξεις, για να περάσει η ώρα τους
μέχρι να ακούσουν κάτι άλλο, νεό και πιο ενδιαφέρον.
Για τους φίλους του underground ακραίου metal, ο
δίσκος αυτός αξίζει σίγουρα μια ακρόαση. Για τους υπόλοιπους, λειτουργεί ως μια
υπόσχεση για κάτι μεγαλύτερο που μπορεί να έρθει.
Το βιρτουοζιτέ δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Η ομάδα διαθέτει κορυφαίους παίχτες. Thanos, Alex Flouros, Scott Naylor…
Συγγνώμη… Όλα αυτά δηλαδή έχουν δημιουργηθεί από παιδιά; Πέρα από Μέταλ πρωτεύουσα της Ευρώπης, γίναμε τώρα και νέο Bay Area;
To “Burning Roads” είναι κολλητικό τραγούδι, το ρεφρέν θα σας βρει να το μουρμουρίζετε και να το τραγουδάτε και το σόλο είναι τίγκα στο wah και την τάβλα με πολλά κάπα.
Οι Ponte del Diavolo αποδεικνύουν ότι αποτελούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες δυνάμεις της ευρωπαϊκής dark‑arts σκηνής και ότι το μέλλον τους προμηνύεται ακόμη πιο τολμηρό.
Μια κυκλοφορία που
απευθύνεται σε όσους αγαπούν το death metal όχι μόνο για την τεχνική του, αλλά για την αισθητική του. Για όσους μεγάλωσαν με VHS τρόμου, με αφίσες που έσταζαν αίμα και με riffs που μύριζαν βενζίνη και υγρασία.
Τα tutti είναι εκτός πραγματικότητας, η συνεννόηση γίνεται μάλλον με λέιζερ και μιγαδικούς αλγόριθμους και η γενικότερη performance… Υπεράνω σχολίων και δεξαμενή όλων των σχολίων του κόσμου.
Η κυρία Σοφία Λιάκου είναι απίστευτα γλυκιά! Είναι σκέτη καραμέλα, είναι η σικάτη κυρία που μένει στο απέναντι διαμέρισμα και κάθε μέρα λαμβάνει ένα μπουκέτο λουλούδια. Η εκφορά της είναι ιδανική, το ηχόχρωμά της εξαιρετικό και ο τρόπος που κοιτάζει και κινείται, αγγίζουν την τέλεια φυσικότητα.
Το σκηνικό της παράστασης είναι ό,τι πιο ωραίο έχω δει στο secret room του Αλκμήνη και μία πραγματική δήλωση οξύνοιας στη μοντέρνα σκηνογραφία, με την υπογραφή του κυρίου Δημήτρη Μέλλου.
Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε και ένιωσα τιμή να παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση αντίστοιχου υψηλού επιπέδου. Η τεχνική αρτιότητα των χορευτριών φανερώνεται στην σεκάνς όπου η μητέρα διδάσκει στο παιδί την όρθια στάση. Ήταν ένα μάθημα ανατομίας και εμπιστοσύνης.
Η Βανέσσα Βαϊτση, υπό τη λιτή αλλά ουσιώδη σκηνοθετική ματιά και καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, μετουσιώνει σε λόγο όλα εκείνα που βιώνει ένας άνθρωπος ηττημένος – αυτή την ανεξέλεγκτη δίψα για υπέρβαση της ίδιας μας της φύσης.
“Trivial” και… πώς ξεκινάει έτσι τούτο εδώ; Πόσο κινηματογραφικό και κρυστάλλινο; Όταν σκάνε τα μπασοτύμπανα και χρωματίζουν οι κιθάρες… Και για ακούστε εκείνο το θεματάκι, μόλις τεσσάρων νοτών, που παίζουν ανά τακτά τα πλήκτρα. Ξετρελαθήκατε και σεις; Σας πειράζει να είναι και μένα το αγαπημένο μου;
“Orkizome” αιώνια ζωή τραγουδά και η σπονδυλική σου στήλη τραντάζεται ολόκληρη. Ανατριχιαστικό ξεκίνημα για το νέο προσωπικό άλμπουμ του Σάκη Τόλη. Θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ενός βαθύ προσωπικού απολογισμού
Το 5,8 στο IMDb μοιάζει υπερβολικά επιεικές για ένα φιλμ που πασχίζει να βρει τα πατήματά του και τελικά βυθίζεται σε έναν αφηγηματικό παραλογισμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Το Descending είναι η στιγμή όπου οι Elwood Stray δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν δίπλα σε μπάντες που ορίζουν το σύγχρονο ευρωπαϊκό metalcore.
Μετά από πολλές παραστάσεις που έχουμε παρακολουθήσει, μπορώ να πω με ειλικρίνεια ότι όποιος επιλέξει να τη δει θα περάσει όμορφα, είτε για να απολαύσει αγαπημένους ηθοποιούς σε πολύ καλές ερμηνείες, είτε γιατί θα αναγνωρίσει μέσα στην ιστορία κομμάτια της ελληνικής πραγματικότητας που, με χιούμορ και ευαισθησία, ανεβαίνουν στη σκηνή.
Μπροστά σε αυτό το εφιαλτικό παιχνίδι, ο θεατής αρχικά συνοφρυώνεται, ειδικά αν δεν είναι εξοικειωμένος με την υπερρεαλιστική παράδοση. Αλλά ακόμα και τότε, η γλώσσα του κειμένου είναι τόσο έξοχη, που σε συμπαρασύρει σαν χείμαρρος.
Γκρούβα στα τύμπανα; Χαμηλότερο κούρδισμα και αβάν γκαρντ αισθητική; Μήπως νουάρ ντιρεκτίβες σε κατάμαυρους πίνακες; Και ένα βίντεο, το οποίο τα παίρνει όλα αυτά και κάνει το “The Unforgiven” να τρώει τα λυσσακά του από τη ζήλια του; Έχει πολλές εκπλήξεις το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος. Και θα τις ξεδιπλώσει όλες μία-μία. ΚΑΙ σε βινύλιο.
Η κυρία Χαλίλι, φιλόλογος και γλωσσολόγος, υπογράφει ένα βιβλίο για παιδιά και για όλα τα παιδιά αυτών των παιδιών. Μας δείχνει το αυτονόητο. Κάτι που είναι διαφορετικό, δεν είναι ξένο. Δεν “απαιτεί” ή “προϋποθέτει” να του φερόμαστε διαφορετικά. Κάτι που είναι διαφορετικό, κάθε τι που είναι διαφορετικό, δεν παύει να αποζητά την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας.
Στη συζήτηση, που ακολουθεί, με τους ηθοποιούς, τη δημιουργό αλλά και τον σκηνοθέτη και συνεργάτη της, Γιάννη Σκουρλέτη, η Μάμα απογυμνώνεται και αναδεικνύεται ως μια ωμή ανατομία του περιθωρίου. Αν, με όρους ρομαντικούς, το έργο μιλάει για την πείνα και την ηθική, με όρους πολιτικούς παραπέμπει σε ένα ανελέητο μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στο σύμβολο του Ζητιάνου και τον αδηφάγο μηχανισμό του καπιταλισμού.
Αυτή η διασκευή δεν επιδιώκει ούτε τη δικαίωση ούτε την καταδίκη της ηρωίδας. Αντίθετα, ανοίγει χώρο για ερωτήματα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευθύνη; Πόσο βαριά είναι η κοινωνική πίεση; Και τελικά, πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για το φως χωρίς να κοιτάξουμε κατάματα το σκοτάδι;
Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν και μια κρίσιμη αποκάλυψη για τον έναν από τους δύο λειτουργεί καταλυτικά. Εκεί το έργο παύει να είναι θεωρητικό και γίνεται βαθιά προσωπικό, σχεδόν ενοχλητικό.
Συνολικά, η θεατρική μεταφορά του έργου «Λόλα» είναι μια προσεγμένη, δυναμική και συναισθηματικά φορτισμένη παράσταση, που τιμά τόσο την κινηματογραφική της προέλευση όσο και το σύγχρονο θέατρο, προσφέροντας στο κοινό μια εμπειρία έντονα ανθρώπινη και βαθιά συγκινητική.
Ανεμελιά εκπεφρασμένη σε νότες και η φωνή της Κατερίνας οδηγεί με άνεση. Δεν νομίζω να την έχω ακούσει πιο γεμάτη. Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στην ηχογράφηση ή την παραγωγή, αλλά η εκφορά της ποτέ δεν έχει ακουστεί καλύτερη.
Οι Destiny Calls είναι απλά αγαπημένοι. Είναι καταπληκτικά παιδιά, είναι πολύ καλοί μουσικοί, έχουν να επιδείξουν πολλές συμμετοχές σε έτερες μπάντες και ένα σωρό δισκογραφικές δουλειές και το “Alive”, το ντεμπούτο τους, έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό από όλα τα παιδιά που αρέσκονται να ακούνε μελωδικό και βαρβάτο Hard/Heavy Rock και όχι μόνο.
Ένας μαγικά δοσμένος μονόλογος, ο οποίος στην ουσία είναι ραφή επιμέρους μονολόγων, όλων διαμέσου ενός προσώπου, που μεταμορφώνεται άμα τη βουλήσει. Συνιστάται χωρίς δεύτερη σκέψη και δεύτερη κουβέντα.
Οι κυρίες Θεανώ Κλάδη και Βιβιάννα Γιαννούτσου και οι κύριοι Χάρης Τραχανίδης, Ηρακλής Τσουζίνοβ και Γιάννης Κούλπερ, δουλεύουν και φαίνονται σαν ομάδα. Δεν υπάρχει ο πρωταγωνιστής που θα διαφανεί περισσότερο. Υπάρχουν οι πέντε πρωταγωνιστές, που ξεχωρίζουν το ίδιο, γιατί, πολύ απλά, ξεχωρίζει η ίδια η παράσταση.
Οι Just A Pinch Of Glory θα έπρεπε να μετονομαστούν σε Just Ten Megatons Of Rock, γιατί κάπως έτσι μας πυροβόλησαν με το που κατέλαβαν τη σκηνή. Φωνή αλά wildcat, με κάτι από Janis και μουσική που έμπλεκε το Ροκ με τις ιριδίζουσες περιοχές προηγούμενων δεκαετιών και τωρινής/μελλοντικής μελωδιοθεσίας.
Οι δύο πρωταγωνιστές διαθέτουν τόση άνεση, που πραγματικά διερωτάσαι, σαν θεατής, αν όλο αυτό βγαίνει από την εμπειρία τους, από το δέσιμο με την τέχνη τους, από τη διαρκή ενασχόληση ή πρόκειται «απλά» για μία συνομωσία των αρχαίων δαιμόνων του θεάτρου.
Όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Η νέα, ακραία, κατάσταση, λόγω της καταστροφικής πανδημίας, οδηγεί τις συμπεριφορές εκτός πλαισίου. Η αγάπη γίνεται μίσος, ο έρωτας δίνει τη θέση του στην αδιαφορία και σε κάτι από αλαζονεία.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος, δεν σταμάτησα να παρατηρώ. Και μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, τα συναισθήματά μου, τα οποία εναλλάσσονταν. Συγκίνηση, χαμόγελο, μια εσωτερική σιωπή, μια μικρή ταραχή.
Ο κύριος Κακάλας παραδίδει μαθήματα στον τρόπο μετάδοσης. Δεν θα κάνει ούτε μισό σαρδάμ, ο ρυθμός του είναι σταθερός και η έκφανση του εξαιρετική. Η χροιά της φωνής βοηθά, ώστε η εξιστόρηση να μπαίνει στο πετσί μας και ο ιδιάζων λόγος του δημιουργού δεν προκαλεί προβλήματα στην κατανόηση.
Η πρώτη μου επαφή με τον χώρο με κέρδισε αμέσως. Το σκηνικό, λιτό αλλά εξαιρετικά ζωντανό, λειτουργούσε ως ενεργός αφηγητής της ιστορίας, χωρίς περιττές υπερβολές. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν συγκλονιστικές. Παραστατικές, σωματικές, βαθιά ρεαλιστικές.
Οι Reflection έχουν αναγάγει το έπος και την αφήγηση αυτού σε κάτι δικό τους. Και ακριβώς αυτό ακούσαμε και είδαμε το βράδυ της Κυριακής. Τέσσερα άτομα που ακούγονταν για χίλια πεντακόσια και ένα γεμάτο Κύτταρο, να τραγουδάει τους στίχους και να ουρλιάζει σε κάθε νεύμα, σε κάθε πρόσταγμα.
O Diman μίλησε κάμποσες φορές, καλώς ορίζοντας και ευχαριστώντας, προλογίζοντας και ορίζοντας το μοτίβο της βραδιάς. Το πνευματικό παιδί του έγινε είκοσι ετών και – καθώς φαίνεται – ανυπομονεί να γίνει και τριάντα. Και η μουσική ήταν εκείνη που καθόρισε τις νόρμες, τον ρυθμό και το χειροκρότημα. Πρόκειται για ένα μουσικό σύνολο προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τουλάχιστον για πολύ μεγάλα πράγματα.
This is purely Prog Music, given by true lovers of absolute melody and carriers of tons of knowledge and charisma. SOEN is the very equivalent of art in a musical landscape where labels and genres do not apply. It’s music. One and for all.
Να, εδώ μου τα χαλάτε. “I Won’t Follow”; Εγώ θα ακολουθήσω σας το λέω! Από τώρα. Είχα χρόνια να γουστάρω τόσο αυτό το είδος της μουσικής. Τώρα που σας βρήκα… την κάτσατε που λένε. Πέρα από την πλάκα, το τραγούδι τα σπάει. Έχει μια κλασσική αύρα να το τυλίγει και μια αγριάδα που θα γοητεύσει κάθε αυτί. Συνδυασμός που σκοτώνει!
Τέταρτος δίσκος για τους δικούς μας Scorcher και αυτή τη φορά έχουμε ένα ακόμα πιο ώριμο σύνολο θεματικών, το οποίο όμως σερβίρεται με θάρρος, θράσος, ενθουσιασμό και τρελαμάρα. Ακούστε τα σόλο, ακούστε τα σημεία που ορίζουν οι δίκασες, ακούστε σκασίματα και τρεχαλητά. Και το συζητάμε αυτό το πακέτο όσο θέτε.
Η μουσική ευφυία του George Halliwell είναι δεδομένη, όπως δεδομένη είναι και η απίστευτη έκταση της φωνής της Nancy Mos. Από κει και πέρα, μερικοί εξαίρετοι μουσικοί έχουν συνδράμει στη διαδρομή και την έκβαση αυτού του θεάματος.
Σάββατο βράδυ στο Gagarin και ο ενθουσιασμός γειτνιάζει με την ουσία της προηγούμενης παραγράφου. Το σεξτέτο των Iron Beast, η δεδομένη λατρεία του για τους αυτοκράτορες του Μέταλ, η δεδομένη εμμονή του κόσμου με το τσούρμο των μικροκαμωμένων Εγγλέζων και ένα setlist που θα έντυνε απ’ άκρη σ’ άκρη το Μπεν Χουρ. Τρεις ώρες έπαιξαν τα παιδιά, χαρίζοντάς μας δυόμισι ντουζίνες τραγούδια.
Το «Μόνο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» στον Μικρό Κεραμικό είναι ένα έργο που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Η ερμηνεία της Νικολέτας Βλαβιανού είναι ο βασικός λόγος. Με χιούμορ, συγκίνηση και αμεσότητα, καταφέρνει να μετατρέψει έναν μονόλογο σε ζωντανή εμπειρία.
Έχετε σκεφτεί αν ταιριάζει η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τους Clash; Ο Σωκράτης Μάλαμας με τον Γιώργο Ζαμπέτα; Οι Nirvana με τον Κώστα Μπίγαλη; Τέτοια mash up, συνοδευόμενα από λογοπαίγνια και αστεία ενδιάμεσα από τη μουσική, είναι βέβαιο ότι θα σε κάνουν να γελάσεις και να χειροκροτήσεις. Εμείς πάντως το ευχαριστηθήκαμε πολύ!
Ο τελευταίος Γιάνκης, το έργο που αναφέρεται στον Λιρόι Χάμιλτον, αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, γραμμένο το 1993 και το οποίο καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Την επίδραση του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας στον άνθρωπο, τις αξίες και τις σχέσεις του. Ίσως, στο τέλος της παράστασης, μπορεί ακόμα και να τσαντιστείς που δεν παρακολούθησες νωρίτερα έργα του τεράστιου αυτού θεατρικού συγγραφέα, ο οποίος έχει θίξει όλα τα επίκαιρα θέματα αρκετά χρόνια πριν να αρχίσουν οι δικές σου αγωνίες.
Ο Καλυβάτσης, εκτός του ότι είναι υπερταλαντούχος – νομίζω οι υπερθετικοί βαθμοί επιθέτων αρμόζουν να περιγράψουν τη πληθωρική του προσωπικότητα – έχει ένα δικό του προσωπικό χαρακτήρα πάνω στη σκηνή, την οποία γεμίζει μόνος του πολύ άνετα.
Ήταν κλειδωμένη στον ρόλο της. Ήταν διπλοκλειδωμένη στον χαρακτήρα της. Η κυρία Κορίνα Χρυσάιδου, στον ρόλο της κυρίας Μαργαρίτας, μας έπεισε εντελώς. Ήταν τόσο καλή σε αυτό που έκανε, που πολλές φορές θεώρησα ότι όντως ήμουν μαθητής και όχι θεατής και άλλες τόσες φορές ήθελα να εγκαταλείψω την αίθουσα, αφού αισθανόμουν όλη τούτη την κλειστοφοβία που προκαλούσαν οι φράσεις της.
Από την έξοδο μέχρι τον σταθμό είναι περίπου οκτώ λεπτά περπάτημα. Χρονικό διάστημα το οποίο παραδόθηκε άνευ όρων σε καταιγισμό πρόσφατων αναμνήσεων. Ευχαριστούμε, David! Ευχαριστούμε πολύ!
Καλοί μουσικοί, καλές προτάσεις, ωραίο δέσιμο και μία μπροστάρισσα, η οποία λατρεύει να βρίσκεται εκεί πάνω και να μας κάνει να περνάμε καλά.
Ένας ακόμη χρόνος φτάνει στο τέλος του, σηματοδοτώντας μια νέα αρχή. Το Keysmash γιόρτασε τα τρίτα του γενέθλια δυναμικά, κουβαλώντας πλέον στις σελίδες του περίπου 210 θεατρικές ανταποκρίσεις, 137 συνεντεύξεις, 59 μουσικές ανταποκρίσεις και μια σειρά από παρουσιάσεις άλμπουμ — όχι όσες θα θέλαμε, αφού η μέρα εξακολουθεί πεισματικά να έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες και δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει, ούτε τώρα ούτε στο κοντινό μέλλον.
Είναι η τέταρτη χρονιά που υποδύεται τη Ρόζα η κυρία Καλοπήτα. Και πρόκειται για ένα από τα πιο άνετα και εντυπωσιακά δεσίματα και κουμπώματα ηθοποιού και ρόλου. Είναι η θνησιγένεια του θεάτρου στα καλύτερά της. Είναι η τέχνη των ηθοποιών, όπως την έχουμε ονειρευτεί.
Οι συντελεστές της παράστασης έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό άμεσο στους θεατές, που πετυχαίνει τον στόχο του και αισθάνεσαι την πίεση και τον αγώνα των συμμετεχόντων στον μαραθώνιο. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη, σε μετάφραση και διασκευή δική τους, θα δώσει έμφαση στους ανθρώπινους χαρακτήρες και στο πώς οι φιλοδοξίες και τα όνειρα μπορούν να σε επηρεάσουν.
Οι δύο ηθοποιοί έδειξαν, με αυτή τους την παρουσία και αυτή τους την απόδοση, ότι το θέατρο είναι η τέχνη των ηθοποιών.
Το «Στην Εξοχή» αγγίζει πολλά και καίρια θέματα. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η θέση της γυναίκας και οι δυναμικές εξουσίας μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η γενικότερη φύση των ανθρώπινων δεσμών. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και την απειλή, την οικειότητα και την απόσταση, την ανάγκη για ασφάλεια και την αναπόφευκτη σύγκρουση.
ΚΑΛΟ το billing, ΚΑΛΟ το venue, ΚΑΛΗ η βραδιά, από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσοι ήλθατε, ζήσατε και ξέρατε. Όσοι δεν ήλθατε, σας περιμένουμε την επόμενη φορά. Και όσοι επιλέξατε να μην έλθετε «γιατί έτσι», προσέξτε μην δαγκώσετε κατά λάθος τη γλώσσα σας και πεθάνετε από το δηλητήριο. Καλή και πολλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που έπαιξαν!
Δείτε αυτή την παράσταση. Εστιάστε στις ερμηνείες, στους διαλόγους, σε όλα αυτά που αναδύονται από τις στιχομυθίες. Σκύψτε πάνω από τα χιουμοριστικά ιντερμέδια και τις παύσεις, τις μουσικές σιωπές του έργου. Και εμπνευστείτε από τη λίστα.
Πρώτο άκουσμα το απίστευτα ορμητικό, καθόλα sexy, “Frantic”. Γκρουβαριστό, αλήτικο και γεμάτο δυναμισμό, έρχεται και σε ξεσηκώνει. Τα σόλο έρχονται και σε σαγηνεύουν, ενώ η φωνάρα της Λίλιαν Ανερούση αφήνει τη δική της σφραγίδα στο κομψοτέχνημα.
Μια ακόμη εξαιρετική θεατρική βραδιά μας επεφύλασσε η παράσταση «Το Δώρο της Παπλωματούς» στο θέατρο Βασιλάκου-Μαριάννας Τόλη, στο κέντρο της πόλης. Ένα παιδικό έργο που φυσικά απευθύνεται και σε ενήλικους, το οποίο σου αφήνει στο τέλος μια γλυκιά μελαγχολία μέσα από την πλοκή του.
Όταν υπάρχει ένα τόσο δυνατό κείμενο, όταν βρίσκεσαι στην αίθουσα και θεωρείς ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο πέρα από αυτό που βλέπεις μπροστά σου… Όταν οι ηθοποιοί κάνουν το παν για να δείξουν πόσο μαγικό είναι το θέατρο…
Αν δεν έχετε δει ακόμη την παράσταση, πραγματικά μην τη χάσετε. Είναι από εκείνες τις θεατρικές εμπειρίες που συνδυάζουν μυστήριο, χιούμορ, ρυθμό και υπέροχες ερμηνείες, αφήνοντάς σας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά.
Το ατμοσφαιρικό Θέατρο Εμπορικόν σε αγκαλιάζει. Σου θυμίζει ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να μαλακώνει τις μέρες. Οι ηθοποιοί — ταλαντούχοι, αφοσιωμένοι — παίζουν κάθε δευτερόλεπτο με ακρίβεια και ψυχή. Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχασα ούτε ανάσα τους.
Είναι μία παράσταση που προβληματίζει ιδιαίτερα. Η δυστοπία είναι μέρος του κόσμου μας. Είναι το μέλλον μας. Το ζοφερό του πράγματος τείνει να γίνει συνοδοιπόρος μας, καθώς το τέρας αρνείται να πεθάνει και εμείς οι άνθρωποι δεν κάνουμε κάτι για να το ξεφορτωθούμε.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ξεπροβάλλει μια μεγάλη αλήθεια. Ό,τι μας φαίνεται σοβαρό μπορεί να είναι τελικά αστείο. Και ό,τι θεωρούμε ασήμαντο, μπορεί να κουβαλάει ολόκληρο το βάρος της ζωής. Το θέατρο, άλλωστε, πάντα είχε αυτή τη δύναμη – να μας κάνει κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι δική μας, αλλά θα μπορούσε να είναι.
Τριάντα χρόνια InnerWish! Η εσώτερη επιθυμία για μουσική δημιουργία έκλεισε τριακόσιους εξήντα μήνες ύπαρξης και το γιορτάζει, εννοείται! Αρχικά και τελικά… οι έξι τους. Οι άνθρωποι που απαρτίζουν τη μπάντα εδώ και χρόνια. Εκείνοι που αποφάσισαν να είναι παρέα και συγκρότημα και ό,τι θέλουν.
Και τέλος, οι αγαπημένοι Mother! Πάντα θα λέω ότι η φωνή του Προκοπίου με γοητεύει. Με μαγεύει, ρε παιδί μου, πώς το λένε; Ακόμα κι όταν τον άκουγα με τους Poem – δεν θυμάμαι χρονιά, παιδιά, είπαμε η ηλικία φταίει – το ίδιο έλεγα.
H Παπαθωμά υψώνει το βλέμμα της. Περήφανη Ελληνίδα. Αναπνέει… μιλά… συνδιαλέγεται… Είναι λευκή και γαλάζια, είναι γραμμές και σταυρός… ουρανός και κύμα. H ίδια υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία και διαπιστεύει εαυτόν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Ίσως μία ερμηνεία της, η οποία θα λάμπει συνεχώς, δείχνοντας τον δρόμο προς την καλλιτεχνική αρτιότητα.
Θεωρώ άνετα ότι πρόκειται για το καλύτερο άλμπουμ των παιδιών, αν και – μεταξύ μας πάντα – πριστεύω ότι ακόμα δεν έχουμε ακούσει τίποτα και ότι η επόμενη δουλειά τους θα είναι ακόμα καλύτερη.
Η ερμηνεία της Δανάης Επιθυμιάδη ως Χριστίνα αποτελεί αναμφίβολα τον πυρήνα της παράστασης, μια ερμηνευτική κατάθεση υψηλής ακρίβειας και συναισθηματικής διαφάνειας. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, χτίζει έναν χαρακτήρα εύθραυστο αλλά ποτέ ανίσχυρο, αποτυπώνοντας το ψυχικό της ταξίδι μέσα από υποδόριες μετατοπίσεις, λεπτές σιωπές και στιγμές όπου η εσωτερική της πάλη γίνεται σχεδόν χειροπιαστή.
Ένα έξοχο κείμενο, ήδη βραβευμένο μάλιστα, μας προσφέρει η κυρία Νατάσα Σίδερη. Καλογραμμένο, γλαφυρό στην έλιξή του και άψογο στη σκιαγράφηση χαρακτήρων. Θα μπορούσε άνετα να γίνει μία καταπληκτική ταινία και είμαι σίγουρος πως κάποιος ή κάποιοι θα κρούσουν την πόρτα του συγγραφέα σύντομα.
Ο Σαίξπηρ εδώ απομακρύνεται από τον μύθο της εθνικής δόξας και μετατρέπεται σε πολιτικό σχόλιο για τη φύση της ηγεσίας, την ευθύνη του πολέμου και τη σχεδόν τραγική μοίρα όσων βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Είναι πολύ καλή η χημεία ανάμεσα στου δύο πρωταγωνιστές, κάτι που έρχεται σαν επιστέγασμα της μεταξύ τους επαφής, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.
Η κυρία Θέμις Μπαζάκα είναι τόσο άνετη και τόσο χαλαρή, που είχα την εντύπωση ότι απλά εκείνη ήταν όντως ο χαρακτήρας της, ο οποίος είπε στην ηθοποιό «Άσε να πάω εγώ στο θέατρο. Άσε να τα πω εγώ». Θα πρέπει να δείτε το όλο στήσιμό της και θα συμφωνήσετε απόλυτα μαζί μου.
Οι ηθοποιοί ήταν πραγματικά εξαιρετικοί. Δεν έπαιζαν απλώς ρόλους· σου παρέδιδαν κομμάτια του εαυτού τους. Σε έβαζαν στον κόσμο τους με τέτοια αμεσότητα, που χωρίς να το καταλάβεις γινόσουν και εσύ ένας ακόμη χαρακτήρας. Έπαιρνες τον ρόλο που σου έδιναν, τον ζούσες, τον κουβαλούσες. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της παράστασης. Ότι σε κάνει μέρος της.