Dear syntelestes of this parastasi…
Dear syntelestes of this parastasi…
Εδώ έχουμε να κάνουμε με την άριστη διδασκαλία, το τάλαντο και τη σκληρή δουλειά. Ο κύριος Κωνσταντίνος Μάρκελλος, ο οποίος υπογράφει κείμενο και σκηνοθεσία, φρόντισε να «ραντίσει» στους πρωταγωνιστές του την αστρόσκονη του ηθοποιού μέσα από ένα κοστούμι «απλού» ανθρώπου. Οι τρεις τους δεν ερμηνεύουν, δεν παίζουν. «Βρίσκονται» σε έναν χώρο και ζουν τις ζωές που τους εμπιστεύτηκε ο δημιουργός. Μία «έκδοση» θεάτρου που μας βρίσκει απόλυτα εντυπωσιασμένους.
Η ένταξη μουσικοχορευτικών στοιχείων απέδωσαν με καλλιτεχνικό τρόπο τη σημασία της ομαδικότητας και της συλλογικής θεραπείας. Το κοινό έγινε μάρτυρας μιας δυναμικής που προσομοίαζε μια ομαδική συνεδρία, όπου κάθε άτομο μπορούσε να βρει τη θέση του και να αισθανθεί μέρος ενός ευρύτερου συνόλου. Κανείς δεν είναι πραγματικά μόνος.
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Μπέλλος είναι καθηλωτική. Οι δύο ηθοποιοί λειτουργούν ως μονάδα. Τα χάνεις με την αμεσότητα που τους διακρίνει. Έρχονται τόσο κοντά και οι δύο στον ρόλο, ο καθένας με τη δική του δυναμική.
Η κυρία Μπουριώτη όργωσε την αίθουσα. Κάθισε, ανασηκώθηκε, ξαπλώθηκε, περπάτησε και στηρίχτηκε και έκανε τη μία ώρα αφήγησης να μοιάζει πεντάλεπτο. Αφήνω στην άκρη την εκνευριστική ομορφιά της και εστιάζω στην αψεγάδιαστη ερμηνεία της και στο γλυκύτατο ύφος, κατά τη διάρκεια της υπόκλισης, εκεί που έδειξε πόσο συγκινημένη ήταν και πόσο αγάπησε την αντίδραση του κοινού.
Ο Γιώργος Κιμούλης, με την εμπειρία και το ταλέντο του, αποδίδει τον Τόμπι ως έναν ευάλωτο, αλλά περήφανο άνδρα, που παλεύει με το παρελθόν του. Η Κατερίνα Θεοχάρη φέρνει στη Λίζα μια αυθεντικότητα και έναν αφοπλιστικό συναισθηματισμό, ενώ ο Βασίλης Γιακουμάρος δίνει στον Μάικλ μια σκληράδα που ενισχύει τη σύγκρουση.
Ο κύριος Κώστας Μεσάρης, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία, καθώς και ο κύριος Γιάννης Παπαθύμνιος, ήταν άψογοι στους ρόλους των Στέφου και Γάκη αντίστοιχα, των δύο γέρων του γνωστού θεωρείου, οι οποίοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν για να βρεθούν στη σκηνή του θεάτρου Αλκμήνη. Έκοβε ο ένας, έραβε ο άλλος, είχαν τις συγκρούσεις τους, τα φιλιώματά τους, τις αψιμαχίες τους, είχαν διάφορες όμορφες και ακόμα πιο όμορφες στιγμές. Τους καταχάρηκα, ιδίως στις εντελώς ακραίες εκφάνσεις τους, οι οποίες φωτογράφιζαν τις ακραίες αντιδράσεις των συμπολιτών μας, όταν μπλέκουν με τα πολιτικά και τα οπαδικά. Βλακείας εγκώμιον και αποχαύνωση κατά τας γραφάς.
Ένα έργο για τη ζωή, τη μετάβαση και την αποδοχή. Οι «Λύκαινες» είναι μια παράσταση που θίγει καίρια ζητήματα. Την αναμέτρηση με το παρελθόν, τις δυναμικές της οικογένειας, τη διαφορετικότητα. Μέσα από το χιούμορ, τη συγκίνηση και τις έντονες αντιθέσεις, το έργο προσφέρει μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.
Είναι λυρική η κυρία Λυκοτσέτα. Είναι απόλυτα περιγραφική. Η σταθερή φωνή της, η ηρεμία του προσώπου της, οι τονισμοί και οι εμφατικές αλλαγές σε ένταση, κάνουν κάθε ιστορία ξεχωριστή. Η ίδια κινείται κατά μήκος της σκηνής, ενώ άλλες φορές αφηγείται καθισμένη.
Οι χαρακτήρες, οι ηθοποιοί, οι άνθρωποι που μας μετέφεραν εκεί, με όλο αυτό το παραμυθένιο σκηνικό, ήταν τοποθετημένοι με μαεστρία στις θέσεις τούς. Είναι απίθανο το πώς πάντα οι άνθρωποι θέλουμε να ζήσουμε το παραμύθι.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια παράσταση, η οποία προκαλεί έντονα και ποικίλα συναισθήματα στους θεατές. Επίσης, μας βάζει όλους σε σκέψεις ανάλογα με το πού πρέπει να σταματάει και πού πρέπει να τελειώνει η εξουσία. Επισημαίνει τέλος τη διαχρονικότητά του, όπως ακόμη και σήμερα, που έχουμε πολλά κοινά σημεία, όσον αφορά την ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στην εξουσία. Είναι μια παράσταση που πραγματικά αξίζει όλοι να δουν.
Θαυμάζω στους ηθοποιούς τη μοναδική μαεστρία τους, σε σκηνές γκροτέσκ μέσα στην παράνοια της «Στρινμπεργκικής» δραματουργίας, να δίνουν στο κοινό τους στιγμές εύθυμου πνεύματος, που δεν αλλοιώνουν με αστεϊσμούς τη μοναδική πλοκή του έργου και οι Ιωάννης Παπαζήσης και Γιάννης Κακουράκης είναι αριστοτέχνες σ’ αυτό. Η Ιωάννα Παππά είναι στο κεντρικό πλάνο, με μια συγκλονιστική ερμηνεία. Η Μαρίζα Τσάρη στον κόντρα ρόλο της Καταρίνα.
Η «Αμφιβολία» είναι μια παράσταση που ξεχωρίζει για τις δυνατές γυναικείες ερμηνείες της, τη σκηνοθετική της προσέγγιση και τη διαχρονικότητα της θεματικής της. Εστιάζοντας στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αμφιβολία, το έργο προσφέρει στο κοινό μια αξέχαστη εμπειρία, γεμάτη σκέψη και συναισθηματική φόρτιση.
Ο δωδεκαμελής θίασος αποτελείται από καταξιωμένους και νέους ταλαντούχους ηθοποιούς και παιδιά που αναπαριστούν μια πληθώρα χαρακτήρων της εποχής, με αμεσότητα και κέφι. Η ζωηρή κινησιολογία σε αρκετές περιπτώσεις και η συνολική ροή, διατηρούν το ενδιαφέρον του παιδικού κοινού αμείωτο.
«Δύο γυναίκες χορεύουν», μια παράσταση που αναδεικνύει τον κύκλο της ζωής και τις διάφορες πτυχές του. Μας παρουσιάζει δυο «απρόσωπες» γυναίκες που αλληλοεπιδρούν, μαθαίνοντας η μια από την άλλη για τις κακουχίες που τους επιφυλάσσει η ζωή, αλλά συγχρόνως τους δίνει το δώρο να ορίσουν εκείνες το δικό τους μονοπάτι. Και εκείνες γνωρίζοντάς το, δειλά δειλά, βηματίζουν και χορεύουν προς αυτό… Δίνοντας, για πρώτη φορά, νόημα στις ζωές τους!
Εξαιρετικές οι ερμηνείες όλης της ομάδας και οι αντιθέσεις, αλλά και οι ομοιότητες των ζευγαριών που παρακολουθούμε. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη σκληρή πραγματικότητα.
Υπάρχουν και μουσικά όργανα στη σκηνή, τα οποία χρησιμοποιούνται ανάλογα και αντίστοιχα και τα οποία βγάζουν ακόμα και γέλιο. Έχω την εντύπωση πως η οξύνοια και η ευφυής παρουσίαση από τον κύριο Ασπιώτη και τους ηθοποιούς του, εισαγάγουν ένα νέο θέατρο. Αυτό της πολύπλευρης επικοινωνίας, που κάνει ακόμα και το κοινό συμμέτοχο. Κι αν δεν με πιστεύετε, για ρωτήστε και την κυρία που… Όχι, δεν σποϊλάρω! Να πάτε να το δείτε μόνοι σας!
Οι τρεις υπέροχοι ηθοποιοί δημιουργούν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα και δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα από το γέλιο. Ο Σπύρος Πούλης, ο αρχιφύλακας Πλοντ, κρατά τα ηνία της διάδρασης από τα πρώτα λεπτά. Είναι ευρηματικός, ετοιμόλογος και δεν σταματά πουθενά και σε τίποτα. Οπότε μην κάνετε το λάθος να τον προκαλέσετε… θα ενδώσει!
Μέχρι τώρα είναι η πιο εικαστική παράσταση του συγκεκριμένου σκηνοθέτη και το αποτέλεσμα, εκτός από πλήρως πετυχημένο, είναι από τις καλύτερες παραστάσεις φέτος.
Η παράσταση είναι συγκλονιστική. Ξεδιπλώνεται αργά και σε ταράζει συθέμελα. Όλα οι μικρές κινήσεις, τα μισά λόγια, οι εκφράσεις, αποτελούν στοιχεία ενός μεγάλου παζλ που εσύ χρειάζεται να φτιάξεις. Γίνεσαι μάρτυρας της σκληρής πραγματικότητας και δεν είναι λίγες οι φορές που το στομάχι σου σφίγγεται και το μυαλό σου αντιδρά σε όλο αυτό που βιώνει. Τίποτα δεν προμηνύει αυτό που θα συμβεί, παρά την πατριαρχική φιγούρα του Στάθη.
Ένας ερωτικός λόγος, που άλλοτε ήταν ποίηση, τραγούδι, ή ακόμα και ψίθυρος, μετατρέπεται σε σκηνικό λόγο, φέρνοντας νέες διαστάσεις και σύγχρονη κατανόηση για το συναίσθημα. Η αστΕΡΩΣκονη, λοιπόν, δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση παλιών ιστοριών, αλλά ενσαρκώνει αυτές τις παλιές φωνές και το ερωτικό συναίσθημα, με τρόπο που να μιλά στους ανθρώπους του σήμερα.
Ο κύριος Γιώργος Πυρπασόπουλος είναι τεράστιος ηθοποιός! Το βήμα του, οι κινήσεις του, η εκφορά του λόγου του. Ακόμα και εκείνο το δασύ «είκοσι» που ξεστόμισε αρκετές φορές, ακούστηκε τόσο διαφορετικό και τόσο γλυκύ, που θα θέλαμε να το ακούμε καθόλη τη διάρκεια της βραδιάς.
Είναι ένας θεατρικός μονόλογος, που ερμηνεύει ο Σαμψών Φύτρος, ο οποίος ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον αφηγητή και τους χαρακτήρες των ιστοριών. Με εκφραστικότητα και αμεσότητα, ο ηθοποιός καταφέρνει να γεφυρώσει το κείμενο του Καρκαβίτσα με τον θεατή, αποδίδοντας αυθεντικά την εσωτερική δύναμη, τον πόνο και τη νοσταλγία των ναυτικών.
Η παράσταση ισορροπεί στα όρια της απλότητας, αλλά και της πολυσύνθετης αισθητικής, κάτι που το κάνει άριστα, χωρίς να στέκεται μόνιμα σε κάποιο από αυτά τα όρια.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος δημιούργησε στο Θέατρο Κνωσός μια εμβληματική παράσταση, που έντυσε υπέροχα με ένα σύνολο εξαιρετικών καλλιτεχνών. Ένα ξύλινο σκηνικό, σαν να βρίσκεσαι σε ένα τεράστιο κουτί κλεισμένος και απομονωμένος, γίνεται όλες οι εικόνες. Εικόνες τόσο ζωντανές και πραγματικές.
Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είναι εξαιρετικός στον ρόλο του Μπεν. Κάθε κίνησή του, κάθε έκφραση που χρησιμοποιεί και κάθε ατάκα, κεντρίζουν τον θεατή, ενώ ο Μιχάλης Τιτότπουλος, μέσα από τη γήινη απόδοση του ρόλου του, προκαλεί ερωτήματα που φέρουν διαφορετικές απαντήσεις. Είναι τόσο καλά κουμπωμένοι και οι δύο στους ρόλους τους και ενεργούν με ρεαλισμό, βυθίζοντάς μας σε αδιέξοδα. Πού σταματά το θέατρο και πού ξεκινά η ζωή;
Είναι μία παράσταση που οφείλουν να δουν όλες οι γυναίκες που θέλουν να λένε και βλέπουν τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως τα παρουσιάζουν άλλοι. Είναι μία παράσταση που οφείλουν να δουν όλοι οι άνδρες που διατυμπανίζουν ότι πραγματικά νοιάζονται για τις συντρόφους τους, τις γυναίκες και τις κόρες τους και τις γυναίκες γενικότερα. Νοιάζομαι σημαίνει στηρίζω.
Αυτή η ισχυρή θεματική αποτελεί τον κεντρικό άξονα της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Σταύρος Στάγκος στο θέατρο Olvio. Η παράσταση μεταφέρει στη σκηνή την ένταση και την αίσθηση εγκλωβισμού των ατόμων εκείνης της εποχής, αναδεικνύοντας το πόσο βαθιά μπορεί να επηρεαστούν ο τρόπος σκέψης, τα όνειρα και οι αντιδράσεις μας από τον αυταρχισμό.
Η σκηνοθεσία είναι μετρημένη και βασίζεται εξ ολοκλήρου στις δύο πρωταγωνίστριες, ενώ είναι και εναρμονισμένη με την ερμηνευτική βαρύτητα των ρόλων. Εξυπηρετούν επαρκών τα σκηνικά και κουστούμια, όπως, για παράδειγμα, η ολόσωμη φόρμα και οι φθαρμένες μπότες, που παραπέμπουν στην ατμόσφαιρα του έργου και στην εποχή που όλα αυτά συμβαίνουν.
Είναι μία συγκινητική παράσταση, η οποία, όπως με χαρά μου έμαθα, είναι sold out για τα επόμενα Σάββατα και που πραγματικά ελπίζω και πιστεύω ότι θα ήταν καλό να επεκταθεί για μερικά ακόμα. Το μυστικό της Μιμόζας χρειάζεται να το μάθει κι άλλος κόσμος. Όπως χρειάζεται να μάθει κι άλλος κόσμος για αυτή την παράσταση και να έλθει να δει, για να χαρεί την επιτυχία μίας ομαδικότατης δουλειάς.
Η ομάδα MONKS επικεντρώνεται στην καινοτομία και τη δημιουργία μιας έντονης θεατρικής εμπειρίας. H παράσταση χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα προσεγμένη σκηνοθετική προσέγγιση, που αξιοποιεί απλά σκηνικά, φωτιστικά και ζωντανή μουσική επί σκηνής, συχνά δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα σχεδόν κινηματογραφική.
Οι χορογραφίες ήταν άρτια σχεδιασμένες και ο τρόπος με τον οποίο εκτελέστηκαν κατέδειξε τη σοβαρή προετοιμασία και την αφοσίωση των χορευτών. Με κομψότητα και χάρη οι χορευτές απέδωσαν τις κινήσεις με ακρίβεια, δημιουργώντας όμορφες εικόνες στη σκηνή και αποτυπώνοντας την κλασική αισθητική του μπαλέτου. Οι τεχνικές απαιτήσεις ήταν υψηλές και το αποτέλεσμα ενίσχυσε την καλλιτεχνική ποιότητα της παράστασης.
Οι τρείς ηθοποιοί, Μικαέλα Καρή, Χαρά Νικολάου και Χάρης Γεωργιάδης, κατάφεραν να μας αφηγηθούν με πολύ όμορφο και έξυπνο τρόπο, τη ζωή μιας γυναίκας που θα ήθελε να ζήσει πραγματικά. Οι εναλλαγές στα ρούχα τους έδιναν κάθε στιγμή τις εικόνες της ιστορίας. Μας ταξίδευαν στον χώρο και στον χρόνο, με το σωστό συναίσθημα και την κατάλληλη ένταση. Μας έδειξαν μια ιστορία με δυσκολίες, αντιφάσεις, προσπάθεια, απόγνωση και τέλος.
Ανυπομονώ για την επόμενη ιστορία της κυρίας Βρανά. Θέλω να ακούσω αυτό το ζιζάνιο να αφηγείται την επόμενη δημιουργία της. Θυμάμαι το σκηνικό, που καλούν τον πατέρα της από τη Μαλαισία, για να του πουν ότι η κόρη του είναι στο νοσοκομείο. Ζόφος, θα σκεφτείτε. Κι όμως η Κατερίνα το έκανε θέμα για πολλά γέλια. «Κύριε Βρανά, έχετε επισκεφθεί ποτέ τη Μαλαισία; Όχι, ε; Τι θα λέγατε να έλθετε τώρα»;
Στη σκηνοθεσία, τη συγγραφή, αλλά και τον ρόλο του Αλφόνς, βρίσκουμε τον Χρήστο Άνθη. Έχει δημιουργήσει την κατάλληλη γοτθική ατμόσφαιρα, έχει μπολιάσει με χιούμορ τα δρώμενα, ενώ αφήνει να ξεδιπλώνονται από την παράσταση μύρια ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, την οικογένεια και πολλά άλλα.
Η σκηνοθεσία και ο φωτισμός παίζουν σημαντικό ρόλο στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Ο φωτισμός ακολουθεί τον χαρακτήρα του Zo, δημιουργώντας εντυπωσιακές σκηνές, όπως εκείνη με τον φακό μέσα στο σκοτάδι, που προσθέτει μια αίσθηση μυστηρίου.
Και οι τρεις ήταν υπέροχοι! Κρεσέντο δεξιοτεχνίας στην υποκριτική, μεγαλείο ψυχής και μοναδικός συνδυασμός ψυχαγωγίας και συγκίνησης. Πάνος Σκουρολιάκος, Κώστας Αρζόγλου και Χρήστος Βαλαβανίδης. Χωρίς αξιοκρατική σειρά. Άριστα δέκα και στους τρεις τους.
Φανταστείτε αυτό. Είτε πιστεύετε, είτε δεν πιστεύετε, είτε είστε υπέρ των δογμάτων ή υπέρ της λογικής, αυτή η παράσταση σας καλύπτει. «Φύλακας άγγελός μου» το ξεδίπλωμα μίας ιστορίας που έχει σαν κεντρικό σημείο της τον αδύναμο άνθρωπο και εκείνον που η παντοδυναμία του του επιτρέπει να είναι ασύδοτος. Εννιά στις δέκα φορές θα κερδίσει ο ασύδοτος, αλλά πόσο υπέροχο είναι το συναίσθημα όταν συμβεί εκείνη η δέκατη φορά;
Ο Ελισσαίος Βλάχος, στον ρόλο του Γιοσίρου, ενσαρκώνει με ακρίβεια την εσωτερική πάλη και το αίσθημα εγκατάλειψης του ήρωα που υποδύεται. Τον φέρνει κοντά μας, τον εναρμονίζει με το περιβάλλον και μέσα από τα κωμικά στοιχεία της παράστασης ανοίγει τις σκοτεινές αλλά και γλυκές αποχρώσεις της ψυχοσύνθεσης του ήρωα.
Ο κύριος Παύλος Κοντογιαννίδης δεν χρειάζεται καμία σύσταση. Και μόνο το γεγονός ότι υποδύεται αυτόν που υποδύεται σε ένα έργο του οποίου το κείμενο είναι εντελώς τρελοκομείο, είναι ευκαιρία για γιορτή. Και έτσι ακριβώς το μεθοδεύει ο μεγάλος αυτός ηθοποιός. Με άνεση, με φοβερές εφευρέσεις επί σκηνής και ίσως ένα αυτοσχεδιαστικό μοτίβο υψηλής ποιότητας, καταφέρνει να μας κάνει να συμμετέχουμε και εμείς. Και το εννοώ. Το έργο είναι διαδραστικό.
Στον ρόλο του πατέρα ο κύριος Γιάννης Βούρος. Όποτε τον έχω δει, έχω συγκλονιστεί. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα καλύτερος. Από την ατάκα «Τι συμβαίνει εδώ;» μέχρι τον τρόπο που ξεκλείδωσε τη Rock Star πανοπλία του και βρέθηκε να πετά πιο κοντά στη γη. Περπάτησε μερικά βήματα και έγινε σεισμός! Έμεινε ακίνητος και θεωρήσαμε ότι όλοι οι υπόλοιποι κινούμαστε γύρω του. Ο Roger Daltrey συναντά τον Graham Bonnet και το μείγμα είναι κάτι παραπάνω από εκρηκτικό.
Η κυρία Νατάσα Ασίκη είναι απίστευτη στον ρόλο της Βιολέτας. Έχει την κωμωδία στο αίμα της. Ο τρόπος που χειρίζεται τον ρόλο σκορπά αβίαστα το γέλιο. Ο κύριος Αντώνης Αντωνίου είναι μια κατηγορία μόνος του. Μπορεί να τον έχετε απολαύσει στη μικρή οθόνη, αλλά πραγματικά είναι θησαυρός πάνω στη σκηνή. Εκατό φορές καλύτερος!
Ο Βασίλης Καλφάκης στη σκηνοθεσία φωτίζει το κείμενο, εναλλάσσοντας με δεξιοτεχνία το τραγικό και το κωμικό στη σύγκρουση των στάσεων και των παθών. Ο ίδιος στον ρόλο του Λεωνίδα και η Σάντρα Λειβαδάρα, ως Ελένη, προσφέρουν δύο εξαιρετικές ερμηνείες με βάθος, όπου η ειρωνεία διαδέχεται τη δύναμη.
Κάποια στιγμή, κατά τη ροή του έργου, ακούγεται από σκηνής η κορυφαία ατάκα της παράστασης. «Τι θα πρέπει να γίνει για να ξεσηκωθούμε»; Ακριβώς αυτό! Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αντιδρά πλέον. Από το γεγονός ότι ενάμισι εκατομμύριο Γάλλοι πλημμύρισαν τους δρόμους, για να αντιταχθούν στην κατάργηση του αξάν σιρκονφλέξ, στο έτερο γεγονός, ότι για εγκλήματα κατά της δημοκρατίας, κατά της ανθρωπότητας της ίδιας, ο κόσμος δεν αντιδρά.
Οι λέξεις φαίνονται μικρές και λίγες για να περιγράψω τον υπερταλαντούχο Θανάση Κουρλαμπά. Κάθε φορά μεταμορφώνεται άριστα στον χαρακτήρα που υποδύεται. Κάθε φορά «μεγαλώνει» στα μάτια μας για τον τρόπο που χειρίζεται τον κάθε ρόλο. Τον παρακολουθείς με πραγματικό δέος εκεί πάνω, να αποτυπώνει βαθιά στον θεατή κάθε πτυχή του ρόλου του.
Σαρκαστικές και χιουμοριστικές συμπεριφορές, που με αρκετή παραστατικότητα μας δείχνουν τα κρυμμένα μηνύματα. Παράλληλα, η σκηνοθεσία της Λίνας Φουντόγλου αναδεικνύει ακριβώς κάθε συναίσθημα που θέλει το σενάριο να μας μεταφέρει.
Η θεατρική ομάδα 4Frontal απέδειξε τη δύναμη της πραγματικής ομάδας σε μία σκηνή, με ένα υπέροχο κείμενο της Νεφέλης Μαϊστράλη, τόσο σκληρό όσο και πραγματικό. Σύμμαχος του κειμένου η μουσική από ελληνικούς και πανκ ήχους των Θραξ Πανκc.
Ο κύριος Αντώνης Καλομοιράκης υπογράφει ένα κείμενο φινετσάτο, φρέσκο, γρήγορο στη ροή και έντονο σε συναισθήματα. Οι χαρακτήρες είναι ανθρώπινοι, με το γκροτέσκο του θεάτρου να καλύπτεται με άνεση από αυτό της καθημερινότητας, ενώ όλα εκείνα που συμβαίνουν βγάζουν άνετα το γέλιο από τους θεατές, οι οποίοι ώρες-ώρες δεν προλαβαίνουν να «χωνέψουν» το αστείο, αφού το ατακαριό είναι καταιγιστικό.
Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται η φράση «Γιατί η ιδιαίτερη ζωή έχει πολλές τρύπες και η συνηθισμένη… μπαλώματα». Η πρωταγωνίστρια μιλά για τις τρύπες ως μεταφορές για τα κενά, τις ελλείψεις και τις στιγμές απώλειας, τις αναποδιές και τις απογοητεύσεις. Όμως, αντί να τις κρύψει ή να τις διορθώσει με μπαλώματα, τις αφήνει ανοιχτές, επιλέγοντας να ζήσει με αυτές, να τις αποδεχτεί.
Και οι τρεις κυρίες μας έκαναν να ασφυκτιούμε για όση ώρα διήρκησαν οι μονολογήσεις τους. Με το εξαίρετο τρικ της εναλλαγής προσώπων ανά περίπτωση και το δέσιμο των χαρακτήρων μέσω της καίριας τοποθέτησης των ηθοποιών, μας σέρβιραν τις ιστορίες σχεδόν κινηματογραφικά. Η διήγηση άψογη, το αποτέλεσμα εντελώς επιθυμητό.
Το μινιμάλ σκηνικό και η μετρημένη χρήση ήχου και φωτισμών, αφήνουν ολόκληρη την προσοχή στραμμένη στους ηθοποιούς, επιτρέποντάς τους να αναδείξουν πλήρως το ταλέντο και τις ερμηνείες τους. Παρόλ’ αυτά, όταν ο ήχος και τα φώτα χρησιμοποιούνται, το κάνουν με ακρίβεια και επιδέξιο σχεδιασμό, προσθέτοντας ουσιαστική βαρύτητα σε κάθε σκηνή.
Μια παράσταση που διαρκεί περίπου μία ώρα και θεωρώ ότι είναι μια εξαιρετική επιλογή για ένα βράδυ Τετάρτης, σε συνδυασμό με βόλτα στο κέντρο. Γελάς με την καρδιά σου και φεύγεις με πολύ καλύτερη διάθεση!
Στη συνέχεια… ο Ιωσηφίδης. Τον είχαμε δει στην Πανούκλα του Καμύ, στον Παίχτη του Ντοστογιέφσκι, στο απίστευτο και μαγικό «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου και τώρα… Άλλη μία ερμηνεία, με την οποία ο ηθοποιός πιστοποιεί ότι μπορεί να παίξει οποιοδήποτε ρόλο και να μας κάνει να μην πιστεύουμε τα μάτια και τα αυτιά μας.
Οι Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης μας προσφέρουν ένα κείμενο έντονο και σκληρό, που γεννάει συναίσθημα για θέματα δύσκολα, που ακόμα υπάρχουν και η κοινωνία δεν μπορεί να εξαλείψει. Η Μαρία Καρακίτσου, η Μικαέλα Δανά και η Κατερίνα Παρισσινού αποτελούν τις τρεις γυναίκες του σκληρού αυτού κειμένου, που ζωντανεύει στη σκηνή.
Οι ηθοποιοί μιλούν με εξομολογητική διάθεση γι’ αυτά που ποθούν και ζουν, πότε ανάλαφρα, πότε τεταμένα. Οι διάλογοι είναι γρήγοροι και σύντομοι και διατηρούν την ένταση και το αμείωτο ενδιαφέρον έως το τελευταίο λεπτό.
Παίζουν, τραγουδούν, χορεύουν. Οι ατάκες τρέχουν, η προσοχή είναι τεταμένη, οι πρωταγωνίστριες απίστευτα διαβασμένες και μελετημένες και τα νοήματα πολλά. Κάποια στιγμή μας πλησιάζουν. Πού είναι η γυναίκα σου; Πού είναι η φίλη σου; Πού είναι η κοπέλα που έμενε στην απέναντι τέντα; ΠΟΥ; Γιατί εξαφανίστηκαν;
Η σκηνοθέτις, Νατάσα Παπαδάκη, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι θεατές βρίσκονται συνεχώς στο χείλος της ψυχικής κατάρρευσης του πρωταγωνιστή, με τη χρήση ασαφούς χρονικού πλαισίου και μη γραμμικής αφήγησης.
Η παράσταση θα σας καθηλώσει. Είναι μια «σφαλιάρα», ένα ταρακούνημα, που όλοι χρειαζόμαστε για να ευθυγραμμιστούμε με την αλήθεια.
Στον ρόλο του Φωκίωνα ο κύριος Γιώργης Κοντοπόδης, ο οποίος μας περιγράφει τα έργα και τις ημέρες ενός ανθρώπου που δεν έχει μέλλον, ενώ ο ίδιος θα ήθελε πολύ να έχει. Γιατί είναι άνθρωπος πάνω απ’ όλα. Γιατί η καρδούλα του το ξέρει.
Η ανάκριση είναι καταιγιστική, ο θεατής δεν παίρνει ανάσα, δεν μπορεί να πάρει το βλέμμα του από εκεί. Όλα μπροστά μου γίνονται τόσο ζωντανά, που η καρδιά σου σφίγγεται. Έχω παρακολουθήσει αρκετές σειρές και ταινίες με τέτοιου είδους θεματολογία, αλλά δεν περίμενα να αντιδράσω έτσι. Έχω μείνει κολλημένη στη θέση μου καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, πλημμυρίζοντας με ανάμεικτα συναισθήματα.
Τη σκίσαμε μόλις τώρα τη μυθολογία, κυρίες και κύριοι. Χάρη στο πανέξυπνο, ανατρεπτικό και πλήρως τρελοκομειακό κείμενο που υπογράφουν Θύμιος Διαμάντης, Ίρις Κατσούλα και Μαρία Παπαϊωάννου, μεταβήκαμε σε μία άλλη διάσταση, αυτή των social media απέναντι από τέτοιες καταστάσεις. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν υπήρχαν κατά την περίοδο της μαύρης πανούκλας, ας πούμε. Το φαντάζεστε; Όχι, ε; Ούτε εγώ.
Η Τίνα Τζάθα σκηνοθετεί με φυσικότητα, με ζωντάνια, απογυμνώνοντας τις ηρωίδες και καταφέρνει να τις φέρει πολύ κοντά στο κοινό. Η Μαρία Κεσίλογλου και η Ρεγγίνα Ιωαννίδου ακροβατούν πάνω στους πολλαπλούς ρόλους που υποδύονται. Γίνονται η αφορμή να δούμε πέρα από τις τεθλασμένες γραμμές, να αφυπνιστούμε και να βάλουμε σκοπό να ζήσουμε όλα όσα επιθυμούμε.
«Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς ετούτος είναι ο άνθρωπος που τόσον καιρό τον ζητούσα και δεν τον έβρισκα. Μια ζωντανή καρδιά, ένα ζεστό λαρύγγι, μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της, τη Γης. Τι θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης ετούτος μού το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια».
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Δρόμος είναι μοναδική! Σίγουρα θα την ξαναδώ. Ο Εμμανουήλ Μαύρος έχει κάνει τρομερή δουλειά στη διασκευή, παντρεύοντας τα δύο έργα του Edgar Allan Poe «Το κλεμμένο γράμμα» και «Οι Φόνοι της οδού Μοργκ».
Και οι οκτώ ηθοποιοί έπαιξαν καταπληκτικά και ομολογώ πως επιθυμώ να δηλώσω οπαδός και θαυμαστή κάθε ενός και κάθε μίας από τους υπέροχους οκτώ. Ένας θίασος που κάνει τρομερή ζημιά επί σκηνής και ταυτόχρονα μας τροφοδοτεί με το υπέρτατο απόφθεγμα. Ο πόλεμος δεν δίνει ζωή. Μόνο παίρνει.
Εξαιρετικό το πρωταγωνιστικό δίδυμο, το οποίο αναφέρεται σε ζητήματα όπως η γυναικοκρατία, το συναίσθημα μέσα από το συμφέρον και η συναισθηματική υποταγή σε ένα ζευγάρι, καθώς και οι συνέπειες που αναλογούν.
Το θεατρικό έργο "18/9" είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος, που εστιάζει στην ένταση, την αγωνία και τον αγώνα απέναντι στη βία και την αδικία, με κεντρικό θέμα την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Στην παράσταση, η οποία συνδέεται...
Πανέξυπνη ιδέα, ομοίως πανέξυπνο κείμενο και πέντε ηθοποιοί επί σκηνής – παρέα τους και ένας κιθαρίστας – με τρελή όρεξη να πάνε την κουβέντα στα άκρα. Ο περίφημος «τσακωμός», με τους δύο εκ των πρωταγωνιστών να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον σε… αργοπορία και τις δύο από τις τρεις συμπρωταγωνίστριες να λειτουργούν σαν κόουτς σε αγώνα μποξ, είναι απλά απολαυστικός.
Ο Σταμάτης Πακάκης, αυτό το πολυτάλαντο πλάσμα, έστησε μια παράσταση, όπου παρόλα τα κωμωδιακά της στοιχεία, είναι ένα βαθύ κατηγορώ σε εκείνη τη χαζή, όχι θα το πω, την άχρηστη φράση που ακουγόταν συνεχώς, μέσα από καθημερινές ιστορίες. Όλη η ομάδα είναι τρομερά κουμπωμένη στους ρόλους της.
Τρελοκομείο! Κυρίες και κύριοι, τούτη εδώ παίζει να είναι η πιο παλαβή παράσταση της χρονιάς. Και το γράφω από τώρα, προσέξτε. Δεν θα ανεχθώ παρεμβάσεις μετά. Εδώ μία κυρία τόλμησε και πέρασε από τη μέση του σκηνικού – κι εσύ, μωρή καρακαηδόνα, ντιπ δεν πρόσεξες – και την «έλουσε» ο ίδιος τύπος. «Εεεε! Πού πας; Θα μας γαμήσεις»; Και η κυρία άνοιξε με απορία το στόμα της και έγινε κατά τι πιο ερωτεύσιμη.
Η σεζόν για τις παιδικές παραστάσεις ξεκίνησε με το δεξί. Είδαμε ένα θαυμάσια δοσμένο έργο, με όμορφα σκηνικά (ρεσιτάλ έμπνευσης και εφαρμογής από την κυρία Γεωργία Μπούρδα) και μάλιστα ψηφιακά, με περιοχές μαγικές και την οθόνη στο πίσω μέρος της σκηνής να δείχνει έναν πλανήτη σε διάφορες μεριές του. Χωράφια, θάλασσες, πειρατικά πλοία, φωτιά στον ουρανό και χαρά στην ψυχή. Ο κύριος Τζαβάρας μας φρόντισε ιδιαίτερα. Πήρε μία ιστορία υπέροχη (υπογράφει και τη διασκευή, μαζί με τον κύριο Γιώργο Ζαφειρόπουλο) και την έκανε περιβάλλον μας.
Ο κύριος Τάκης Παλαντζίδης υποδύεται έναν διαφορετικό Οδυσσέα, έξω από τα έπη του Ομήρου ή του Joyce. Αυτή τη φορά ο πολυμήχανος είναι απλά ένας γλυκύτατος γερούλης, ο οποίος βάλλεται από μία ύπουλη αρρώστια. Είναι αεικίνητος, διαθέτει και εκείνη την απίστευτη χροιά… Κοιμάται στο ταβάνι, φλερτάρει και χορεύει, θυμάται και ξεχνά, με το δεύτερο να υπερνικά το πρώτο. Δίνει μαθήματα υποκριτικής και καταφέρνει να δημιουργήσει μία γλυκιά μελαγχολία σε όλους μας
Η Χριστίνα Πετρολέκα θα μας οδηγήσει στη μοναξιά του σημερινού κόσμου, μέσα από αστείες στιγμές ενός χαρακτήρα που ενσαρκώνει μοναδικά, κάνοντας χρήση του ταλέντου της θεατρικής κλόουν και ξυλοπόδαρης, που διαθέτει. Είναι ολομόναχη στη σκηνή, αλλά δημιουργεί ένα ζωντανό γεμάτο θίασο.
Δεν το συζητώ ότι πάτε και βλέπετε αυτή την παράσταση χθες κιόλας. Είναι ο ιδανικός τρόπος να ανοίξετε τη σεζόν, είναι σφαλιάρα και κλωτσιά στα αχαμνά μίας κοινωνίας που προτιμάει την αλήθεια «γουίδ ε τουίστ» (Τουίστ, ε; Συγκρατήστε το αυτό το τελευταίο), παρά ως έχει.
Ήταν πραγματικά μια αξέχαστη εμπειρία αυτή η παράσταση και νοιώθουμε ευγνώμονες που την παρακολουθήσαμε.
Οι χορευτές απέδειξαν την εξαιρετική τους τεχνική στις πουέντ, εκτελώντας δύσκολες κινήσεις με ακρίβεια και χάρη. Η ένταση και η λεπτομέρεια της κίνησης αναδείκνυαν το πόσο καλά καταρτισμένοι είναι ως επαγγελματίες, ενώ οι ευέλικτες σωματικές τους ερμηνείες διατηρούσαν την κωμική διάθεση της παράστασης. Το χιούμορ δεν ήταν επιφανειακό, αλλά καλά μελετημένο και συνδυασμένο με την τεχνική τους, καθιστώντας την παράσταση όχι “απλά μια παρωδία”, αλλά ένα αληθινό έργο τέχνης.
Για το τέλος έμεινε η ψηφοφορία των ενόρκων, δηλαδή του κοινού. Αποτέλεσμα 95 – 145. Το ποια ήταν η απόφαση, δεν έχει σημασία. Σε κάθε παράσταση θα είναι διαφορετική.
Οι κύριοι Νεκτάριος Μάστορης, Γιώργος Χατζηθεοδώρου και Γιώργος Κορρές. Ο τελευταίος μάλιστα πρόλαβε και έμαθε τα λόγια και κάνει ό,τι είδατε, βλέπετε και θα δείτε, μέσα σε μόλις δύο ημέρες! Οι τρεις τους λοιπόν δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα, έχοντας σαν βάση δυο-τρία απλά πραγματάκια.
Μπροστά μας βρίσκεται ο κύριος Μάρκος Γέττος, o οποίος υπογράφει και το κείμενο. Ο Νίκος για απόψε. Αφηγείται. Πηγαινοέρχεται. Πέφτει κάτω. Σηκώνεται. Πασαλείβεται με χώμα. Πίνει νερό. Χτυπιέται. Αφηγείται. Στέκεται. Σταματά να μιλά. Κοιτάζει. Αφηγείται.
Το ζευγάρι επί σκηνής σε τραβάει κι εσένα μέσα σε αυτή την παρτίδα που παίζει, σε αυτό το τανγκό μίσους και αγάπης, μιας αγάπης που είναι έτοιμη να πέσει σε γκρεμό για χάρη της κοινωνικής ανόδου. Η κυρία Λειβαδάρα συγκλονιστική, κατάφερε να μας κάνει να νιώσουμε και εμείς εγκλωβισμένοι σε έναν γάμο αλλοιωμένο. Ο κύριος Καλφάκης, πιο ώριμος και πιο συνειδητοποιημένος, ο ίδιος φανερά αηδιασμένος με τον Λεωνίδα προς το τέλος, μετά τη συγκλονιστική μεταμόρφωση, φωνάζει της Ελένης «να μην πάρει μαζί της τίποτα από το σπίτι ενός ξεφτίλα».
Το κείμενο έχει σημεία με εξαιρετικό χιούμορ. Και το τονίζω αυτό. Είναι λεπτό, είναι προσεγμένο, έχει υψηλή αισθητική και πραγματικά το κοινό το αναγνώρισε.
Η ταλαντούχα σολίστ Fernandez Menes Natalia και ο βραβευμένος σολίστ Julian Mackay είναι οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της υπέροχης αυτής μουσικής ιστορίας. Μιας ιστορίας σκηνοθετημένης σύμφωνα με τις οδηγίες του Alexander Mogilev, πάνω σε συνθέσεις του μοναδικού Smirnov Arsenii, οι οποίες συνδέονται άψογα με τη μουσική καθοδήγηση από τον διάσημο μαέστρο και ιδρυτή της Συμφωνικής ορχήστρας Arman Urazgaliev.
Μια διπλή παράσταση μας περιμένει, από Παρασκευή έως Δευτέρα, στις οκτώ το βράδυ, στο ΤΗΕΑΤRE OF THE NO, μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη παράσταση αφορά το έργο του Jibbe Willems “RESISTANCE IN A TIME OF PEACE”. Το έργο επικεντρώνεται στην έννοια της αντίστασης, όχι σε περιόδους φανερού πολέμου ή καταπίεσης, αλλά σε καιρό ειρήνης – όταν οι γραμμές μεταξύ του σωστού και του λάθους μπορεί να γίνουν θολές και το διακύβευμα της αντίστασης είναι λιγότερο σαφές.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά ήταν προσεγμένη και ισορροπημένη, επιτρέποντας στους ηθοποιούς να αναδείξουν τις ερμηνείες τους χωρίς περιττές υπερβολές. Ο Καρατζάς φρόντισε να δώσει χώρο στο συναισθηματικό βάρος του έργου, με την ένταση να κλιμακώνεται σταδιακά μέχρι την κορύφωση της τραγωδίας. Επίσης, η χρήση του φυσικού χώρου ήταν ιδιαίτερα ευρηματική, με το περιβάλλον του θεάτρου Βράχων να ενισχύει την αίσθηση της μοίρας και της παντοδυναμίας των θεών.
Ο συγκλονιστικός Robert McNamara αφήνεται στον ρόλο του πιθήκου. Γίνεται ορμητικός, γίνεται entertainer, φορά το ανθρώπινο «ρούχο», προσπαθώντας να μας πείσει ότι έγινε άνθρωπος. Κάποιες φορές με χιούμορ και άλλες με βαθιά πίκρα, εξιστορεί όλα όσα τράβηξε στα χέρια των ανθρώπων. Στο πρόσωπό του υπάρχει ακόμα η ουλή της αιχμαλώτισής του, η μία από τις δύο για την ακρίβεια. Προτίθεται να μας δείξει και τη δεύτερη για να πειστούμε.
Το κοινό ετερόκλητο και από διάφορα σημεία της μεγάλης γαλάζιας σφαίρας. Από την Καστοριά και από το εξωτερικό, άνθρωποι που διάβασαν για την εκδήλωση και ήλθαν να περάσουν καλά. Και πέρασαν, είμαι σίγουρος. Ο Walter, που ανέβηκε και μίλησε για τα καλά της χώρας μας, για τα όχι-και-τόσο-καλά της χώρας μας, για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Και έβγαλε μπόλικο γέλιο. Ο Τάσος, που τον έχω δει και σε ελληνικό stand up, ήταν επίσης εξαίρετος, με τις αναφορές τους στους straight looking gay συνανθρώπους μας και τις αντιδράσεις των άλλων για ό,τι τους φαίνεται κάπως στριφνό στην κατάποση…
Το πρωτοποριακό σκηνικό της Μικαέλας Λιακατά δεσπόζει στον χώρο και δίνει έναν αέρα αίγλης και μεγαλοπρέπειας, ενώ παράλληλα λειτουργεί σαν μέσο εστίασης φωτισμού και βίντεο, καθώς ενσωματώνει όλα τα τεχνολογικά μέσα της παράστασης. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα διαπερνούν τον χρόνο και φαντάζουν ταυτόχρονα σύγχρονα και εποχής, δίνοντας ένα ξεχωριστό αέρα και θεατρική υφή στις προσεγμένες κινήσεις των ηθοποιών, υπό την κινησιολογική καθοδήγηση της Πατρίσιας Απέργη και τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου.
Ο βοηθός του δικαστή, ο κύριος Αργύρης Αγγέλου, είναι σε κέφια και μεγάλη φόρμα. Σερβίρει τις ατακάρες του με άνεση, το διασκεδάζει και κάνει το κοινό να γελά χωρίς να κοπιάσει. Από την άλλη μεριά, ο επιθεωρητής, ο κύριος Βασίλης Πουλάκος, είναι πολύ τίμιος στην προσέγγισή του, βγάζει γέλιο και δίνει πάσες στους συμπρωταγωνιστές του, για ακόμα περισσότερο γέλιο. Στον ρόλο του δικαστή, ο κύριος Γιώργος Κιμούλης, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει την παράσταση και έχει αναλάβει τη διασκευή του κειμένου. Και μόνο που έφερε ενώπιόν μας αυτή την ιστορία, του πρέπουν πολλά μπράβο. Όσο για την απόδοσή του… Γελούσαμε συνέχεια. Συνέχεια όμως!
Πάνω από δυόμισι ώρες κράτησε η παράσταση! Μπεν Χουρικών διαστάσεων μοτίβο, μόλις στην πρώτη από τις πολλές στάσεις της περιοδείας. Και αυτό έχει να κάνει φυσικά με το πόσο συμμετέχει το κοινό και σε τι κέφια είναι οι ερωτώντες. Κάπως έτσι επηρεάζονται η δομή και η πλοκή και κάπως έτσι έγινε θρύλος αυτή η παράσταση. Ο κόσμος που ήλθε το θέατρο ήξερε τι να περιμένει; Ήξερε ότι από ένα σημείο και μετά θα ανάψουν τα φώτα;
Η Αμαρυλλίς και ο Dirk είναι ευθυγραμμισμένοι πλήρως στους ρόλους τους. Ακροβατούν στα νοήματα του έργου. Στηρίζουν τους ήρωές τους με παιχνιδιάρικες σπίθες, πυρπολώντας τη φαντασία των θεατών. Χρησιμοποιούν εξαιρετικά τις μικρές πινελιές κωμωδίας, δημιουργώντας πιο «γεμάτες» δραματικές εντάσεις.