Στιβαρές ερμηνείες και υπέροχος λόγος θα δώσουν όσα η παράσταση χρειάζεται. Οι αρμονικές τους κινήσεις χορογραφούν την ιστορία και μεταφέρουν όμορφα τον θεατή στην εποχή του έργου. Φωτισμοί και κοστούμια συμπληρώνουν ολοκληρωτικά το σύνολο.
Στιβαρές ερμηνείες και υπέροχος λόγος θα δώσουν όσα η παράσταση χρειάζεται. Οι αρμονικές τους κινήσεις χορογραφούν την ιστορία και μεταφέρουν όμορφα τον θεατή στην εποχή του έργου. Φωτισμοί και κοστούμια συμπληρώνουν ολοκληρωτικά το σύνολο.
Ο Δημητρης Λιόλιος και η Αναστασία Χατζάρα είναι πραγματικά υπέροχοι, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους σε όλα τα σημεία της παράστασης, με τρομερή ενέργεια και υποκριτική ικανότητα, άψογη κινησιολογία και πολύ τρυφερή φιλοξενία στον χώρο τους.
Στο θέατρο Αργώ, η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου μιλούν για τον άνθρωπο που δεν χωρά σε κανένα κοινωνικό και ταξικό κουτάκι. Που προσπαθεί να βρει τη δική του ταυτότητα έξω από την αγέλη των ζωντανών νεκρών.
Δίπλα του, στον ρόλο του Λουκά, η ίδια η ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, της ελληνικής τηλεόρασης και ό,τι άλλο βάνει ο νους. Ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου, ο ηθοποιός, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο «Και εκείνος». Σαν Λουκάς είναι απλά εξαίρετος, είναι μοναδικός, είναι φαινόμενο φαινομένων.
Φεύγοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είχα ταξιδέψει. Ότι είχα βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, εκεί όπου η φαντασία συναντά την αλήθεια και το συναίσθημα γίνεται καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού. Αλλιώς, μια Κυριακή γεμάτη θέατρο, σκέψη και ψυχή. Τι συνέβη στη Ρούμπι; Ζει; Πού βρίσκεται; Θα βρεθεί ποτέ; Τελικά, υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια;
Η κυρία Υρώ Μανέ. Η γλυκιά μας Ραραού. Εκρηκτική, γεμάτη χιούμορ αλλά και ευαισθησία, ζωντανεύει υποδειγματικά την ηρωίδα που υποδύεται. Η πληθωρική και χειμαρρώδης ερμηνεία της κάνει το κοινό να γείρει πάνω της. Να ανοίξει τα χέρια και να την αγκαλιάσει. Είναι οικεία και άμεση.
Δεν θα περίμενα ποτέ κάτι λιγότερο από άψογο από την κυρία Θέμιδα Μαρσέλλου. Εδώ όμως… εδώ όμως μπορεί να έχει ξεπεράσει και τον ίδιο της τον εαυτό.
O Γιώργος Καραμίχος από την πλευρά του, ολοκληρώνει ακαταπόνητα τον άθλο της αναπαράστασης οκτώ διαφορετικών ηρώων. Ένας αυτός, ενσαρκώνει πολλούς μαζί, που συνομιλούν, ερωτοτροπούν , αντιπαρατίθενται και όλα αυτά μέσα από την ακρίβεια και τη συγκέντρωση του πρωταγωνιστή.
Στη σκηνή του Nous ο «γελοίος» ξαναζωντανεύει μέσα από τα μάτια του Δημήτρη Μαζιώτη. Ήδη, από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη γυμνή αλήθεια του γελοίου και τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή, αλλά τελικά βιώνει και ο ίδιος μια υπαρξιακή αναταραχή για το εγώ και τον κόσμο γύρω του.
Η παράσταση IRЯINA αποτελεί μια τολμηρή και βαθιά συγκινητική συνομιλία με το κλασικό έργο του Τσέχωφ «Οι Τρεις Αδελφές», φωτίζοντας ξανά την εμβληματική φιγούρα της Ιρίνας, μέσα από ένα σύγχρονο, φεμινιστικό και πολυεπίπεδο πρίσμα. Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές...
Το «Απόρρητο» σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι τέλους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι όχι μόνο για το πού φτάνει η τεχνολογία, αλλά και για το πού φτάνει ο άνθρωπος. Για το αν υπάρχει ακόμα χώρος για ευαισθησία, ειλικρίνεια και αποδοχή, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μετράει, αναλύει και καταγράφει.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι «μεγάλο». Είχα την αίσθηση ότι είδα κάτι αληθινό. Και αυτή είναι η ουσία. Η Δουλεία δεν ήρθε να αλλάξει τη ζωή μας. Ήρθε να μας τη δείξει, όπως ακριβώς είναι – γυμνή, σιωπηλή, γεμάτη οθόνες, αλλά και με μια μικρή φλόγα ανθρωπιάς που, ευτυχώς, ακόμη δεν έχει σβήσει.
Συμπερασματικά, η παράσταση «Ράφτης Κυριών» συνιστά μια εύστοχη επιλογή για όποιον επιθυμεί να περάσει ένα ευχάριστο και ανάλαφρο θεατρικό απόγευμα.
Στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Ντίνος Γκελαμέρης αποφασίζει να μην παραμείνει μόνο στον ρόλο του ηθοποιού, αλλά για πρώτη φορά υπογράφει και ως συγγραφέας και σκηνοθέτης την παράσταση «Ωριμότητα», η οποία έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου.
Ο κύριος Ζήσης Ρούμπος επιστρέφει στη σκηνή του TGI Fridays και μαζί του φέρνει πολλά πιάτα με το απόλυτο φαγητό για όλες τις ηλικίες, ανεξαρτήτως προέλευσης, θρησκεύματος (ίσως) και πολιτικών πεποιθήσεων. Τηγανητές πατάτες ή τσιπς – κατά Βρετανούς – ή φρεντς φράις – κατά ανιστόρητους δηλαδή Γιάνκηδες – και μην με βάλετε να μιλήσω για φρίντομ φράις, γιατί θα γελάμε μέχρι Δευτέρας Παρουσίας.
Ο κύριος Σταμάτης Πακάκης επιστρέφει με καινούργιο έργο και έναν εξαιρετικό προβληματισμό πάνω στη μοναξιά. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Μήπως η μοναξιά; Ίσως το γεγονός ότι μπορεί να γεράσετε έχοντας μηδέν άτομα γύρω σας; Ο «συντονιστής» του πειράματος και τα τέσσερα γενναία πειραματόζωα, σας καλωσορίζουν σε ένα παιχνίδι με τον άνθρωπο.
Πόση τόλμη χωράει άραγε στο ταξίδι της δημιουργίας; Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στον πειραματισμό, ο οποίος αιφνιδιάζει χωρίς να αυθαδιάζει, αυτοσχεδιάζει χωρίς να σοκάρει, παρόλο που το ρίσκο συνιστά την ιδιοσυστασία του. Μέσα από αυτήν την τόλμη, αναδεικνύεται το ανόθευτο ταλέντο αυτών των ανθρώπων.
Επιτρέψτε μου να κατατάξω αυτή την παράσταση στις πέντε καλύτερες που έχω δει ποτέ μου, όσον αφορά τέτοιους μονολόγους. Εννοείται ότι δεν χάνεται αυτό το θέαμα. Θα εισέλθετε σε ένα μαγικό σημείο του χωροχρόνου, το οποίο σπάνια θυμόσαστε αλλά ποτέ – ποτέ όμως – δεν ξεχάσατε.
Ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή να υποδύεται ο κύριος Κωνσταντίνος Τσονόπουλος. Ο κόσμος έμπαινε στον χώρο και εκείνος ήταν ήδη κουμπωμένος στον ρόλο του. Ο τρόπος που έξυνε το κεφάλι του σε συγκεκριμένο σημείο… Ένας “rainman” που δεν θα πήγαινε ποτέ στο Vegas…
Η παράσταση «Αυτοί που κοιτούν» αποτελεί για μένα ένα εξαιρετικό δείγμα θεάτρου, που συνδυάζει ψυχαγωγία και κοινωνική κριτική. Από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς μέχρι τη σκηνογραφική επιμέλεια, όλοι οι συντελεστές συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο και καθηλωτικό αποτέλεσμα.
Κάθε στιγμή σε αγγίζει, σε ανατρέπει λίγο, σε κάνει να σταθείς και να σκεφτείς τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος – να ζεις, να χάνεσαι, να ακούς και να εκφράζεις την αλήθεια σου.
Το «Φίλεμα» δεν είναι απλώς μια σύγχρονη ιστορία εμπνευσμένη από την κατοχή. Είναι μια αλληγορία για την εποχή μας, για τη στάση που επιλέγουμε απέναντι στον «άλλο», για τα όρια της φιλοξενίας, για την ευθύνη και το δίλλημα του ανθρώπου να παραμένει άνθρωπος, ακόμη και όταν οι συνθήκες σε δοκιμάζουν.
Ο τίτλος της παράστασης, που με έκανε να θέλω να πάω σε αυτήν, είναι δεδομένα ειρωνικός και σαρκαστικός, θέλοντας να δείξει τι θα γινόταν αν η αλήθεια και η αυθεντικότητα των παιδιών κυριαρχούσαν σε έναν κόσμο βασισμένο στην υποκρισία των ενηλίκων.
Στο «Δράμα της Δημοκρατίας» υπάρχει μια ανάδρομη στα αρχαία κείμενα που μιλούν για τις αρχές, τα ιδεώδη αλλά και τους κινδύνους και τις δυσλειτουργίες της αρχαίας δημοκρατίας. Απέναντί τους στέκονται σύγχρονες μαρτυρίες από διαφορετικές γενιές πολιτών και στοιχεία-ντοκουμέντα που αποτυπώνουν την τωρινή μας σχέση με τη δημοκρατία. Στόχος του έργου είναι όλο αυτό το υλικό να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε να ανοίξει στο τέλος διάλογος με το κοινό.
Πιτσάρει τη φωνή του. Η χροιά του, αυτή η γεμάτη γρέζι και μπράσσο, έρχεται να παίξει με την ακοή μας. Ο Καταλειφός αποδεικνύει σε κάθε παράστασή του πως δεν κλειδώνει απλά στον ρόλο. Τον κάνει ενδοσκελετό του.
Η “Τέλεση” δεν είναι μια εύκολη παράσταση. Είναι μια τολμηρή, βαθιά βουτιά στον κόσμο του ηθοποιού, ο οποίος, στην προσπάθειά του να φέρει σε πέρας έναν ρόλο, κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του. Το Studio Μαυρομιχάλη φιλοξενεί ένα έργο που θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την αλήθεια και το ψέμα…
Ήταν μια από εκείνες τις παραστάσεις που μπορούν να μεταμορφώσουν την πιο κουραστική μέρα της εβδομάδας σε μια βραδιά γεμάτη γέλιο και καλή διάθεση. Προσωπικά, γέλασα πολύ και θαύμασα το ταλέντο όλου του θιάσου.
Ο Γιώργης Κοντοπόδης δεν «παίζει» τον Χαλεπά. Γίνεται ο Χαλεπάς. Μπαίνει στη δίνη του νου του με τόση αφοσίωση, που ο θεατής σχεδόν φοβάται μήπως χαθεί κι ο ίδιος εκεί μέσα. Πώς δεν χάνεται πάνω στην ορμή των λόγων του; Πώς κατορθώνει να κρατήσει ζωντανό το νήμα της λογικής, την ώρα που το βλέμμα του βυθίζεται στην άβυσσο;
Η ματιά του Κιμούλη δεν χαρίζεται στον θεατή. Τον κοιτά κατάματα και τον προκαλεί να σταθεί απέναντι σε όσα προτιμά να ξεχνά. Δεν είναι εύκολη, δεν είναι “ευχάριστη”, είναι όμως αληθινή. Και αυτή η αλήθεια καίει, όσο και φωτίζει.
Για δύο ώρες ακριβώς, οι θεατές παρασύρονται σε μια αφήγηση που ορμά μπροστά, μα την ίδια στιγμή σκαλώνει σε λούπες. Παρόλο που δεν διαφαίνεται κάποια αίσθηση σχεδιασμού, τα γεγονότα κατατείνουν σχεδόν νομοτελειακά στο φινάλε. Η τραγικότητα του έργου έγκειται ακριβώς στην ανυπέρβλητη φύση του.
Μεταξύ μίας αγκαλιάς και οτιδήποτε άλλου, πάντα να επιλέγετε την αγκαλιά.
Αρθρωμένη γύρω από μια ραχοκοκαλιά διπολικών όρων (π.χ., σκοτάδι- φως), γύρω από τη μοναξιά και τη μοναχικότητα, η παράσταση μυεί τους θεατές σε μια πρωτόγνωρη συνθήκη, όπου οι άγνωστοι γίνονται συνομιλητές και η ατμόσφαιρα φορτίζεται από μια νοσταλγική αίσθηση οικειότητας.
Το έργο της Μάρτα Μπουτσάκα είναι ζωντανό, είναι θορυβώδες… Από την άλλη μεριά… ενώ εισχωρεί αθόρυβα στο μυαλό, κάνοντας τις σκέψεις μας να παίρνουν φωτιά, καταφέρνει να μας γυρίζει τη ματιά και τη θεώρηση προς τον θόρυβο του πράγματος. Το χιούμορ και η υπερβολή είναι απλώς ένα περιτύλιγμα. Δυο πινελιές αποσυμφόρησης.
Στο τέλος της παράστασης το χειροκρότημα ήταν ατελείωτο! Τα μπράβο ηχούσαν στην ακουστική του θεάτρου. Και κάπου εκεί κατεβαίνει ο μαέστρος από τη θέση του, πάει στο πλάι για να ανέβει στη σκηνή και μαζί με τους δύο πρωταγωνιστές ξεδιπλώνουν μια σημαία της Ουκρανίας!
Ο Γιώργος Κιμούλης, ο Γιώργος για όλο το κατάμεστο θέατρο, που ζητωκραύγασε «μπράβο» στο τέλος της παράστασης, που κατέχει τον κεντρικό ρόλο και τη σκηνοθετική ματιά, άρτια, ταπεινά με σεβασμό στο κοινό του. Κάθε φορά που βλέπω τον Κιμούλη στο θέατρο, νιώθω την ίδια έλξη για την υποκριτική του δεινότητα, τη λεπτότητα και την αφοσίωση με την οποία προσεγγίζει κάθε ρόλο.
Όλο το σκηνικό θυμίζει κάτι από “One” των Metallica ή από “Another Brick In The Wall, Pt. 2” των Floyd (και όχι του άθλιου Waters), ιδίως με εκείνον τον προβολέα που «υποδύεται» το ελικόπτερο. Τρομερό μπάσιμο, με την υπογραφή του κυρίου Θέμη Μαμουλίδη, ο οποίος σκηνοθέτησε το έργο με σαφή διάθεση να τιμήσει το θεόρατο κείμενο του ακόμα πιο θεόρατου Σοφοκλή.
Θα ήθελα να πάει σεζόν αυτή η παράσταση. Θα ήθελα να φιλοξενηθεί σε μία στέγη για τους μήνες που έπονται. Είναι ένα κείμενο που εξιτάρει και έχει γίνει μία παράσταση που προβληματίζει. Πόσο κακό κάνει η έπαρση στον άνθρωπο; Είναι όντως το μέτρο της βλακείας; Και τι κάνει τη διαφορά, όταν πρόκειται για την επιβίωση του ισχυρότερου, χωρίς καν να συντρέχει τέτοιος λόγος;
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι συγκλονιστικός, γεμίζει τον χώρο με το ταλέντο του. Σε κεντρίζει, σε παγώνει, σε ταλανίζει. Γίνεται η Οφηλία, η Γερτρούδη, ο Κλαύδιος, ο Πολώνιος και φυσικά γίνεται ο Άμλετ του τότε και του τώρα. Καταφέρνει να δώσει μια γερή μπουνιά στο στομάχι μας. Να αφυπνίσει, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του σήμερα, παίζοντας ένα έργο που γράφτηκε τετρακόσια χρόνια πριν. Πόσο δυσοίωνο ακούγεται… Πόσο θλιβερό…
Η Λένα Παπαληγούρα στο ρόλο της Αντιγόνης διαθέτει μια καταγγελτική ορμή που εντυπωσιάζει. Ο Μελέτης Ηλίας στον ρόλο του Κρέοντα σμιλεύει προσεχτικά την εικόνα μιας εξουσιαστικής φιγούρας που εργαλειοποιεί τον φόβο, για να διασώσει την αυθεντία της. Ο Μιχάλης Οικονόμου, στον νευραλγικό ρόλο του φύλακα, αποδίδει έξοχα την ηθική τρικυμία ανάμεσα στο σωστό και το άδικο, ενώ η Λίλα Μπακλέση ενσαρκώνει πιστά το εύθραυστο σθένος της Ισμήνης.
Μουσική, τραγούδι και θέαμα στα καλύτερά τους. Αποσπάσματα της καθημερινότητάς μας στην κόψη του ξυραφιού. Όσα αγαπάμε και όσα μισούμε, όσα μας απελπίζουν και όσα μας δίνουν ελπίδα, όλα σε μια θεατρική μονοδόση της τραγελαφικής ζωής μας.
Αν με ρωτούσε κανείς τι συγκράτησα πιο έντονα από τον «Φιλοκτήτη», θα απαντούσα την αλληλεγγύη που οφείλει να διατρέχει τον πυρήνα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως πολύ εύστοχα έθεσε ο Σοφοκλής, προτού καν εφεύρουμε την έννοια της ενσυναίσθησης, όταν η ευτυχία επισκέπτεται τους ανθρώπους, εκείνοι οφείλουν να θυμούνται τους δυστυχείς και τους πονεμένους. Μόνο έτσι έχει νόημα ο ανθρώπινος βίος. Μόνο έτσι αξίζουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.
«Γάμος», «Η αρκούδα», «Πρόταση γάμου», «Η επέτειος». Τέσσερα μονόπρακτα, τέσσερις προκλήσεις. Οι ηθοποιοί ανέλαβαν να μεταφέρουν τα αθάνατα κείμενα στο κοινό και τα κατάφεραν περίφημα. Καταρχάς, δεν σταματήσαμε να γελάμε. Κατά δεύτερον, δεν σταματήσαμε να γελάμε. Και κατά τρίτον… πολύ καλά το καταλάβατε!
Δίπλα της η κυρία Κατερίνα Χάσκα και ο κύριος Αγκ Απολλονί, ο συγγραφέας του βιβλίου που έγινε παράσταση και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Κοσόβου. «Ένα κλαδί ελπίδας, ένα κλαδί φλόγας». Η κυρία Γιώτα Κουνδουράκη πατά πάνω εκεί, γράφει ένα εκπληκτικό κείμενο και το σκηνοθετεί με οξύνοια, ψυχή και καλλιτεχνικό οίστρο.
Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους κυρίους Θανάση Τσαλταμπάση, Ζήση Ρούμπο, Αργύρη Αγγέλου (μας ξετρέλανε η δρακουλίστικη/ιρμαβέπικη χροιά του), Στράτο Λύκο, Γιώργο Χατζή, Βαγγέλη Πιτσιλό και τις κυρίες Κατερίνα Σούσουλα και Παρθένα Χοροζίδου. Οι οποίοι κύριοι και οι οποίες κυρίες θα πρέπει να είναι τα κορυφαία τρελοκομεία στον πλανήτη, όση ώρα κρατά η παράσταση.
Η Πωλίνα Μαρκάκη υποδύεται μια Ιοκάστη που είναι ταυτόχρονα και Εύα, δίχως να αφήνει καμία χαραμάδα αμφιβολίας για την ερμηνευτική της δεινότητα. Παίζει με τόση αυθεντικότητα, που σου έρχεται να σηκωθείς απ’ τη θέση σου και να την αγκαλιάσεις. Ο Ουσίκ Χανικιάν παραδίδει στο κοινό ψυχή τε και σώματι, μεταπηδώντας από τον ρόλο του πατέρα στου γιου δίχως να τον πιάνει ίλιγγος. Η χημεία μεταξύ των δύο είναι απίστευτη, ενώ η λιτότητα των σκηνικών τους επιτρέπει να γεμίζουν τον χώρο αποκλειστικά με τις ερμηνείες τους.
Η κυρία Αναστασία Ρεβή στέκεται απέναντί μας, ως Λασκαρίνα. Και μας σερβίρει τον απόλυτο μονόλογο για τούτη και για την επόμενη χρονιά! Γιατί θα πάει και την επόμενη, έτσι δεν είναι; Όχι, μην μου το χαλάτε. Να πάει! Είναι εκπληκτική, είναι συγκινητική, είναι υπέροχη, είναι φωτιά και ατσάλι, είναι η μάνα όλων όσων την παρακολουθούν.
Η κυρία Ιόλη Ανδρεάδη σκηνοθετεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα όλων των εποχών. Αθάνατο το κείμενο, εκπληκτική η διασκευή (δική της και του πανταχού παρόντα Άρη Ασπρούλη) και μερικά νοήματα που θα ήταν καλό να διδάσκονται στα σχολεία πέντε φορές την εβδομάδα και άλλες τόσες – και περισσότερες – στα σπίτια.
Μα πόσο ταλαντούχα πλάσματα εμφανίστηκαν στη σκηνή με τις κατάμαυρες κουρτίνες ολόγυρα και με συνοδεία μόνο των φώτων; Η Αλεξάνδρα Ζώη μας καλωσόρισε από την είσοδο του θεάτρου και μας χώρισε σε ομαδούλες να μάθουμε τη μοίρα μας και το ριζικό μας από τα…
Η παράσταση θα σας αρπάξει από τα μούτρα. Ίσως στην αρχή να έχετε πάρα πολλές απορίες για το τι πραγματικά συμβαίνει μπροστά σας. Όσο όμως το κουβάρι ξετυλίγεται, μπαίνετε σε μια δίνη που δεν έχει επιστροφή. Το κείμενο του Ανδρέα Κεντζού είναι πολύ δυνατό, η σκηνοθεσία του Δημήτρη Γεωργαλά το απογειώνει.
Δεν ξέρω ποιος είχε την ιδέα για αυτή την παράσταση. Θα πρέπει όμως να εξάρω το θάρρος και το θράσος του. Σίγουρα η Βαρντάλος έχει μεγάλο καλλιτεχνικό εκτόπισμα και ειδικό βάρος και είναι ιδιαίτερα αγαπητή στο ελληνικό κοινό, αλλά αυτό είναι κάτι πρωτότυπο και εμπεριέχει μεγάλο ποσοστό ρίσκου. Και αν κρίνω από την παρουσία του κόσμου στην πρεμιέρα… Το ρίσκο έπιασε τόπο!
Οι ερμηνείες των Τζωρτζίνας Δαλιάνη και Καλλιρόης Μυριαγκού είναι καθηλωτικές. Με μια εξαιρετική ισορροπία μεταξύ έντασης και εσωτερικότητας, οι δύο ηθοποιοί μάς οδηγούν σε μια βιωματική εμπειρία μοναξιάς και υπαρξιακής αγωνίας, κρατώντας μας σε μια σιωπή που τελικά γίνεται κραυγή.
Ο κύριος Γιώργης Κοντοπόδης… Τώρα τι να πω γι’ αυτόν τον καλλιτέχνη. Όπου τον έχω δει, είναι τουλάχιστον εξαιρετικός. Και σε αυτή την παράσταση φροντίζει να εμπεδώσουμε γιατί μας αρέσει τόσο πολύ ο τρόπος του. Γιατί παίζει σαν να ζει. Γιατί η τεχνική του είναι πάνω από την τέχνη του.
Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκέλλου ακολουθεί μια λιτή, σχεδόν τελετουργική γραμμή, με κεντρικό άξονα τον λόγο. Τρεις ηθοποιοί-αφηγητές, ανεβαίνουν ο καθένας τους σε ένα πόντιουμ και διηγούνται εναλλάξ την ιστορία της Αντζελίνα.
Συνολικά, η «Ταράτσα» είναι μια παράσταση που επιχειρεί να φέρει στο ελληνικό κοινό μια λιγότερο γνωστή πλευρά του Ζαν-Κλοντ Καρριέρ, εστιάζοντας σε σουρεαλιστικές καταστάσεις και διαλόγους που αγγίζουν το παράλογο.
Μάνα είναι μόνο μία. Και αυτή η μάνα είναι ο σούπερ ήρωάς μας, είναι ο τοίχος που δεν αφήνει τίποτα να τον διαβεί, είναι όμως και μία τρυφερή καρδιά, που θέλει ζεστασιά, που έχει ανάγκη και εμάς. Και η απίστευτη αυτή ηθοποιός, κατάφερε και τα πέρασε όλα τούτα στο κοινό της.
Έπαθα σοκ με τον κύριο Φίλιππο Σοφιανό. Τον έχω δει πολλές φορές, σε πολλές παραστάσεις, πολλά χρόνια τώρα. Και είναι πάντα εκπληκτικός. Αλλά αυτό εδώ… Κατάπια τη γλώσσα μου! Είναι απίστευτα ψαρωτικός, είναι απόλυτα επιβλητικός και κάνει μια μπουκιά όλη τη σκηνή, ως πάστορας Μάντερς. Οι κινήσεις του, η ομιλία του, ο τρόπος που κοιτά τον συνομιλητή του… Η χροιά του και η εκφορά του. Τρομερός, τρομερός!
Τρομερό κείμενο! Οι Γάλλοι έχουν μία απίστευτη ιδιαιτερότητα στον τρόπο γραφής, στο πόσο λεπτεπίλεπτα χειρίζονται τον λόγο και στο πόσο εντυπωσιακά αφηγούνται μία ιστορία. Το εκπληκτικό, λοιπόν, κείμενο του Georges de la Fouchardiere πήρε στα χέρια της η κυρία Ισμήνη Δούκα, το μετέφρασε εξίσου εκπληκτικά και από κει και πέρα ανέλαβε η ιδιοφυία που ακούσει στο όνομα Κερασία Σαμαρά. Το έστησε, το σκηνοθέτησε και έφερε μαζί της στη σκηνή μερικούς θαυμάσιους κατατερίστες ηθοποιούς, οι οποίοι έσπειραν, θέρισαν και τσάκισαν!
Ένας μαέστρος, σχεδόν μόνιμα εγκατεστημένος στη θέση του πιανίστα (Πέτρος Μπούρας), που πολλές φορές δεχόταν εντολές να παίξει, μία γυναίκα με υπέροχη φωνή (Μαρία Παπαγεωργίου) και ηλεκτρική κιθάρα και άλλες τρεις γυναίκες (Αναστασία Κατσιναβάκη, Ελεάνα Γεωργούλη, Francesca Diprima), που ακούστηκαν υπέροχα στα αυτιά μας, τραγουδώντας από άριες μέχρι ποπ, χρωματίστηκαν επί σκηνής (στην κυριολεξία), χόρεψαν, αγκαλιάστηκαν και φυσικά αυτοσαρκάστηκαν.
Ο κύριος Δημήτρης Μπούρας σκηνοθετεί μία παράσταση βασισμένη σε μία ιστορία που έχει συμβεί στην αδελφή του, την κυρία Βασιλική Μπούρα, η οποία μάλιστα υπογράφει το κείμενο. Και βγάζει μία παράσταση με καθρέφτη την πραγματικότητα, με εντάσεις και ενθουσιασμό, μία παράσταση που στηρίζεται κατά μεγάλο ποσοστό στον αυτοσχεδιασμό, που με τις πρόβες και το τάλαντο των δύο ηθοποιών, γίνεται μία ιστορία, η οποία κατ’ ουσίαν οδηγεί τους ηθοποιούς.
Η κυρία Γαΐτη δημιουργεί κάτι καινούργιο εδώ. Φέρνει την πραγματικότητα μέσα από έναν σουρεάλ δοκιμαστικό σωλήνα και θερμαίνει τόσο όσο… Η πραγματικότητα τηγανίζεται μέσα στο ίδιο της το ζουμί και ο κόσμος παρακολουθεί κάτι, το οποίο του θυμίζει πολύ μια ιστορία από τα παλιά, η οποία ξέβαψε, ξεθώριασε, πέρασε στα υπόγεια του μυαλού και χάρηκε τόσο πολύ που δεν βρήκε υγρασία, που δεν θέλησε να παραπονεθεί για την ατελείωτη παραμονή της στον πάγκο των αναπληρωματικών.
Πέντε ηθοποιοί και χορευτές αναλαμβάνουν να μας ταξιδέψουν σε αυτή την αναζήτηση, σε αυτή την οδύσσεια. Οι κυρίες Ιώ Λατουσάκη και Ράνια Αθανασοπούλου και οι κύριοι Γιώργος Καφετζόπουλος, Μιχάλης Κουτσκουδής και Σάββας Σωτηρόπουλος. Προτέρημά τους η ατελείωτη δουλειά που έχουν ρίξει γι’ αυτό το δρώμενο. Δεν είναι μόνο η διαλεκτική ή ο τρόπος. Είναι η κίνηση, ο συγχρονισμός, η συνεχής επαφή, η αφήγηση μέσω της παλλόμενης «εικόνας» τους.
Το έργο κορυφώνεται σε μια έκρηξη οργής. Η Μαρία Μαλταμπέ ξεδιπλώνει όλο της το ταλέντο. Η έκφρασή της τσαλακώνεται, το σώμα της τινάζεται, σα να το μαστιγώνουν…
Οι «Άγριοι» είναι η πιο ισχυρή παράσταση της νέας θεατρικής σεζόν. Με την ωμή δύναμη και την αλήθεια της, λειτουργεί σαν γροθιά στο στομάχι, αφυπνίζοντας μας από τον λήθαργο στον οποίο έχουμε, σχεδόν προγραμματισμένα, βυθιστεί.
Ο μονόλογος στα καλύτερά του. Ο μονόλογος έτσι όπως ΠΡΕΠΕΙ να διδάσκεται και να επιτελείται. Θέλετε κάτι λιγότερο; Για πάτε να δείτε την παράσταση. Προσοχή όμως. Ο πρωταγωνιστής, ο οποίος στην ουσία περνάει μέσα από επτά χαρακτήρες και έχετέ το αυτό κατά νου, βαράει μύτο και καραβολίδα.
Ο σκηνοθέτης Διονύσης (Ενδυμίωνας) Γιακουμής αναλαμβάνει το έργο του Σαίξπηρ με έναν πρωτότυπο και εμπνευσμένο τρόπο, μετατρέποντάς το σε έναν νέο θεατρικό καμβά γεμάτο φρέσκες και δημιουργικές πινελιές.
Δύο πρωταγωνιστές με δυναμική παρουσία, με άνεση και σύνεση, με βηματισμό που θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί καλπασμός. Το Γιν και το Γιανγκ σε νουάρ μοτίβο και περιβάλλον, με τους ηθοποιούς να κάνουν δικό τους ό,τι θα τολμούσε κάποιος τρίτος να χαρακτηρίσει σαν «ξένο» και ίσως ηλιθιωδώς. Το μπιζάρισμα κρατά για πάνω από δύο λεπτά, τα επιφωνήματα κυριαρχούν και οι δύο ηθοποιοί υποκλίνονται ξανά και ξανά.
Ειδικά στην περίπτωση που είσαι γυναίκα, μπορεί να γελούσες λίγο περισσότερο με τις «ετικέτες», τους στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς και τις «προδιαγραφές», τις οποίες πρέπει να πληροίς σαν ένα είδος προς κατανάλωση.
Ένα εξαιρετικό κείμενο μας παραδίδει ο κύριος Μάνος Θηραίος – είναι μάλιστα το πρώτο του. Μία πραγματική ηθογραφία. Υπό εξέταση ο ανθρώπινος νους και μάλιστα σε μη κανονικές συνθήκες. Υπό εξέταση ένα θέμα. Καταστρέφεις τη ζωή του δίπλα σου, επειδή «έτσι»; Το κείμενο περνάει στη σκηνή ο κύριος Θοδωρής Βουρνάς. Και το κάνει σαν να δημιουργεί κινηματογραφική ταινία. Κι ας εξελίσσεται μέσα σε ένα δωμάτιο.
Γι’ αυτό, τα «Ζευγαρώματα» δεν είναι απλά μια κωμωδία ηθών, αλλά ένα “πανοπτικόν” της ανθρώπινης ύπαρξης. Το θέαμα όσο σκοτεινό ή δυσοίωνο είναι, δεν παύει να καταδεικνύει την αλήθεια μας. Μια αλήθεια γεμάτη αντιφάσεις.
Θέλω να γράψω δεκατόσες σελίδες Word, αλλά επειδή δεν είναι καλό πράγμα το σποϊλάρισμα, θα καταπιώ την επιθυμία, σαν το τσουρεκάκι που μας… Όχι, όχι, ΔΕΝ θα το κάνω. Α, μην το ξεχάσω… Αν σας ζητηθεί να εισπνεύσετε και να εκπνεύσετε, να το κάνετε. Και ρυθμικά ει δυνατόν.
Το έργο κορυφώνεται με έναν συγκινητικό μονόλογο που βυθίζει τον θεατή σε σκέψεις. Τι είναι εν τελεί η Ραραού; Μια πατρίδα με ξεφτισμένα ιδανικά; Μια καρδιά πρόχειρα μπαλωμένη, με αισθήματα και όνειρα σμιλεμένα μεταξύ αναγκαιότητας και τύχης;
Κινητικό θέατρο, μαύρη κωμωδία, παράλογο… Αναμίξεις που σταθμίζουν υπόθεση και διδάγματα. Το σεξτέτο απλώνεται στις τέσσερις γωνίες, σαν ομάδα μπάσκετ που κερδίζει και θέλει μόνο δύο λεπτά για να λήξει ο τελικός.
Όπως και η ίδια η πρωταγωνίστρια είπε, αναφερόμενη στη δύναμη του κινηματογράφου, είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς μια απλή δέσμη φωτός μπορεί να δημιουργήσει τόσο μαγικές εικόνες. Και αυτό ακριβώς ένιωθες, παρακολουθώντας την παράσταση. Σαν να βρισκόσουν μέσα σε μια ταινία, με την Κάτια Γέρου να σε οδηγεί με μαεστρία μέσα σε εικόνες, στιγμές και συναισθήματα.
Οι τέσσερις ηθοποιοί λειτουργούν σαν μία ομάδα. Μία γροθιά. Μία και πολλές ταυτόχρονα. Είναι φυσικοί, είναι ανθρώπινοι, πατάνε με άνεση το κουμπάκι «Δεν είμαι ρομπότ». Είναι λειτουργοί και κοινωνοί μίας ιστορίας, γραμμένης με όλη τη μαεστρία και όλη την αγάπη της δημιουργού.
H κυρία Βαγενά συγκινεί. Και συγκινείται. Δεν θα κρύψει τίποτα. Το κοινό θα συναισθανθεί. Θα βιώσει την ενσυναίσθηση ενός σπουδαίου θεατράνθρωπου, μέσα από τα ματάκια και τα αυτάκια μίας χνουδωτής γλύκας. Η αγάπη τα γιατρεύει όλα. Αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα, αυτή είναι η κάθαρση. Η Λουλού είπε την ιστορία της και τώρα θα αναζητήσει θαλπωρή και χάδι στην αγκαλιά της δίποδης μαμάς της.
Η ομάδα νέων ηθοποιών – Αλίκη Αχνιώτου, Κώστας Γκόζιας, Θανάσης Κεφαλάς, Κατερίνα Κυπραίου, Νίκος Μαρνάς και Ελένη Νιωτάκη – επί σκηνής, χειρίζεται με μαεστρία, ένταση και σωματικότητα τις μεταβάσεις από ρεαλιστικούς σε συμβολικούς ρόλους.
Η σκηνική ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή και η ενεργοποίηση των πάντων, σε ό,τι αφορά το σώμα του και τη διάθεσή του, είναι το κλειδί και η κλειδαριά στο έργο που θα έλθετε να παρακολουθήσετε.
Αν και η Λένα Διβάνη έγραψε την “Ωραία Θυμωμένη” το 2002, είκοσι τρία χρόνια μετά, το θεατρικό έργο προφανέστατα παραμένει ακόμα άκρως επίκαιρο, καθώς η πατριαρχική οργάνωση της κοινωνίας εξακολουθεί να απασχολεί την τέχνη, τη διανόηση και την καθημερινότητά μας. Το ανέβασμά της από τους Ιντεάλς είναι μια εμπειρία με δυναμικές ερμηνείες, ευχάριστες μελωδίες και αλληλεπίδραση με το κοινό.
Εγώ θα πήγαινα εύκολα να το ξαναδώ. Όχι εύκολα, δεν το γράφω καλά. Θα πίεζα για να πάω ξανά. Και θα έπαιρνα και κόσμο μαζί μου. Γιατί αυτές οι κινήσεις είναι καλό να γίνονται γνωστές παντού. Γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη τέτοιες δουλειές.
Η κυρία Δήμητρα Χατούπη είναι απίστευτη! Δεν είναι μόνο το ότι έχει κάνει το “Mamet speak” δικό της και μπορεί να το έχει κατοχυρώσει κιόλας… Είναι… Τι να πω και τι να γράψω τώρα… Είναι σαν η Loreena Mckennitt να θέλησε για μία στιγμή να σταματήσει να κάνει αυτό που κάνει και να αποφάσισε να παίξει στην παράσταση! Η κυρία Χατούπη είναι το τέλειο ξωτικό!
Ο Χρήστος Παρδάλης, ο Βαλίν της παράστασης, ακροβατεί με μαεστρία τον ήρωά του ανάμεσα στα δυσπρόσιτα σοκάκια της ψυχοσύνθεσής του. Θυμίζει μια τον Άγγελο και μια τον Σατανά. Η Δέσποινα Καραγιάννη, στον ρόλο της Γκερλήν, γίνεται ο ζωγράφος της παράστασης, βάζοντας χρώματα στον μονόχνοτο και αυστηρά ασπρόμαυρο καμβά.
Το κείμενο της Σαμ Χόλκροφτ – το οποίο μάλιστα είναι μόλις δύο και κάτι ετών – είναι από μόνο του μία εξτραβαγκάνζα, μία σάτιρα υψηλής ποιότητας, ένα ηχηρό χαστούκι στην κοινωνία μας, η οποία άγεται και φέρεται από πολιτικούς, ολιγάρχες και τα αφεντικά τους. Είναι μέρα επειδή εκείνοι το επιτρέπουν. Θα νυχτώσει όταν εκείνοι δώσουν το σινιάλο.
Η σκηνοθέτιδα Εύχαρις Παπαϊωάννου στήνει τον ιστό με διόραση, με απαράμιλλη τεχνική και δημιουργεί μια τρισδιάστατη γήινη ατμόσφαιρα. Οι ηθοποιοί βουτάνε βαθιά στους ρόλους τους, ενώ ο θεατής εστιάζει στις μικρές λεπτομέρειες, προσπαθώντας να φτιάξει το παζλ, ενώ συνεχώς ανακαλύπτει νέα κομμάτια του.
Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Ντάσκας, Γιώργος Τζαβάρας, Μιχάλης Ζαχαρίας, Γεωργία Σωτηριανάκου, Ιωάννα Σίσκου. Οι ηθοποιοί. Οι κύριοι και οι κυρίες που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας το πανδύσκολο έργο τους. Οι πρωταγωνιστές των οποίων οι φωνές ακούστηκαν πολύ λίγο ή καθόλου, εντούτοις πήραμε όλη την πληροφορία, όλο το πάθος, όλη την παιχτική μαεστρία.
Πρόκειται για ένα πάρα πολύ δυνατό κείμενο, με κοινωνικό πρόσημο και πολιτική ταυτότητα, που μεταφέρεται με σεβασμό και αγάπη επί σκηνής.
Ο Yoel Wulfhart σκηνοθετεί με πάθος μια σάτιρα που πικάρει, που αναστατώνει σε κάθε σκηνή. Βάζει πινελιές ώστε να δημιουργήσει έντονες κωμικές καταστάσεις, δηλώνοντας μέσα από το γέλιο τη σοβαρότητα των καταστάσεων.
Η ιστορία τους καταλήγει με την αποτυχία μιας κομπίνας. Δεν πέτυχε, αλλά αυτό που μένει είναι κάτι βαθύτερο. Η συνειδητοποίηση ότι κάθε επιλογή κουβαλά ευθύνη. Κάποιος γελάει, κάποιος νευριάζει, κάποιος νιώθει ανακούφιση. Η ζωή συνεχίζεται, όχι όπως τη φαντάζονταν, αλλά όπως πραγματικά είναι.
Τα κοστούμια ξετρελαίνουν τους θεατές κάθε ηλικίας και οι ερμηνείες είναι τέτοιες, που το παραμύθι γίνεται ό,τι θα θέλαμε να μας συμβεί εκείνο το μεσημέρι και μόνο αυτό. Συμπάσχουμε, χαμογελάμε, γελάμε και χειροκροτούμε ένα θέαμα λίγο καλύτερο από άριστο. Η Κάρμεν της καρδιάς μας έχει τη συνταγή. Και την κάνει κάθε φορά καλύτερη. Η τέρψη των ψυχών με απλά βήματα και σταθερές κινήσεις.
Οι τρεις πρωταγωνιστές, ο κύριος Δημήτρης Καπετάνιος και οι κυρίες Πένη Μπουκουβάλα και Αιμιλία Σιαφαρίκα, μεταφέρουν το κείμενο του κυρίου Γιάννη Ασκάρογλου, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Είναι και οι τρεις τους κουμπωμένοι σε ένα δίπολο. Αυτό του ρόλου τους και εκείνο του «εξωτερικού παρατηρητή». Θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν στην παράσταση στοιχεία που παραπέμπουν ακόμα και στους Monty Python.
Η ερμηνεία του Τάκη Χρυσικάκου είναι συγκλονιστική. Βαθιά συγκινητική, γεμάτη ένταση και συναισθηματική φόρτιση, άξια του μεγάλου αυτού χαρακτήρα.