Η επιστροφή ενός αγαπημένου φεστιβάλ. Με άλλο όνομα αυτή τη φορά, αλλά την ίδια τρέλα, την ίδια καψούρα για το Μέταλ, τους ίδιους – πάνω κάτω – συντελεστές και το ίδιο, ιερό μαγαζί, το καλύτερο λαϊβάδικο της Αττικής και όχι μόνο.
Η επιστροφή ενός αγαπημένου φεστιβάλ. Με άλλο όνομα αυτή τη φορά, αλλά την ίδια τρέλα, την ίδια καψούρα για το Μέταλ, τους ίδιους – πάνω κάτω – συντελεστές και το ίδιο, ιερό μαγαζί, το καλύτερο λαϊβάδικο της Αττικής και όχι μόνο.
Γυρισμένο σε κλειστούς χώρους, με χρονικό ορίζοντα ένα βράδυ, έντονα κλειστοφοβικό και σκοτεινό, το φιλμ φροντίζει εν τέλει να κατευθυνθεί προς μία happy end κατάσταση, αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη. Αν νόμισες ότι όλα αυτά που έζησες, ήταν όνειρο… Σκέψου καλύτερα.
Η κυρία Γαΐτη δημιουργεί κάτι καινούργιο εδώ. Φέρνει την πραγματικότητα μέσα από έναν σουρεάλ δοκιμαστικό σωλήνα και θερμαίνει τόσο όσο… Η πραγματικότητα τηγανίζεται μέσα στο ίδιο της το ζουμί και ο κόσμος παρακολουθεί κάτι, το οποίο του θυμίζει πολύ μια ιστορία από τα παλιά, η οποία ξέβαψε, ξεθώριασε, πέρασε στα υπόγεια του μυαλού και χάρηκε τόσο πολύ που δεν βρήκε υγρασία, που δεν θέλησε να παραπονεθεί για την ατελείωτη παραμονή της στον πάγκο των αναπληρωματικών.
Πέντε ηθοποιοί και χορευτές αναλαμβάνουν να μας ταξιδέψουν σε αυτή την αναζήτηση, σε αυτή την οδύσσεια. Οι κυρίες Ιώ Λατουσάκη και Ράνια Αθανασοπούλου και οι κύριοι Γιώργος Καφετζόπουλος, Μιχάλης Κουτσκουδής και Σάββας Σωτηρόπουλος. Προτέρημά τους η ατελείωτη δουλειά που έχουν ρίξει γι’ αυτό το δρώμενο. Δεν είναι μόνο η διαλεκτική ή ο τρόπος. Είναι η κίνηση, ο συγχρονισμός, η συνεχής επαφή, η αφήγηση μέσω της παλλόμενης «εικόνας» τους.
Το έργο κορυφώνεται σε μια έκρηξη οργής. Η Μαρία Μαλταμπέ ξεδιπλώνει όλο της το ταλέντο. Η έκφρασή της τσαλακώνεται, το σώμα της τινάζεται, σα να το μαστιγώνουν…
Καμιά ώρα μετά, «επιβιβάζονται» στη σκηνή του ΑΝ οι Spineless. Τρίο και εκείνοι – τύμπανα, κιθάρες και φωνή-με-πολλά-άλλα – και η Χρύσα Τσαλταμπάση αναλαμβάνει από νωρίς να φέρει το κοινό να ακολουθήσει αυτό το Doom, με τις ατμοσφαιρικές και ψυχεδελικές «απολήξεις».
To “Seeking Revenge” θα μπορούσε να βρίσκεται στο soundtrack του “Jesus Christ Superstar”! Τι πανικός είναι αυτός, μάγκα μου; Με τα sequencer και τις διάφορες ομορφιές, χάθηκα εντελώς. Αγαπητή Season Of Mist, πάρτο αλλιώς! Δεν είναι Melodic Black Metal αυτό εδώ. Είναι πολύ περισσότερα και πολλά υβρίδια, αναμεμιγμένα με το αποτύπωμα της μπάντας και δη του φυσικού ηγέτη της.
Βίντεο στον ορίζοντα! Το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ «Γρεναδίνη», του Δημήτρη Φάκου, ετοιμάζεται να κάνει δραματική εμφάνιση. Είδα το teaser και κατάπια τη γλώσσα μου! Και μετά σκέφτηκα να παίξω λίγο με την εικόνα και το εξώφυλλο.
Οι «Άγριοι» είναι η πιο ισχυρή παράσταση της νέας θεατρικής σεζόν. Με την ωμή δύναμη και την αλήθεια της, λειτουργεί σαν γροθιά στο στομάχι, αφυπνίζοντας μας από τον λήθαργο στον οποίο έχουμε, σχεδόν προγραμματισμένα, βυθιστεί.
Ο μονόλογος στα καλύτερά του. Ο μονόλογος έτσι όπως ΠΡΕΠΕΙ να διδάσκεται και να επιτελείται. Θέλετε κάτι λιγότερο; Για πάτε να δείτε την παράσταση. Προσοχή όμως. Ο πρωταγωνιστής, ο οποίος στην ουσία περνάει μέσα από επτά χαρακτήρες και έχετέ το αυτό κατά νου, βαράει μύτο και καραβολίδα.
Ο σκηνοθέτης Διονύσης (Ενδυμίωνας) Γιακουμής αναλαμβάνει το έργο του Σαίξπηρ με έναν πρωτότυπο και εμπνευσμένο τρόπο, μετατρέποντάς το σε έναν νέο θεατρικό καμβά γεμάτο φρέσκες και δημιουργικές πινελιές.
Ήλθε η ώρα για τους Nightrage. Ανεβαίνουν στη σκηνή, παίρνουν τις θέσεις τους, κανονίζουν backdrop και λοιπές λεπτομέρειες και… Και θα πρέπει να τραβήξουμε σαράντα φωτογραφίες τον κύριο Κωνσταντίνο Τόγκα, μπας και τον καδράρουμε, έστω και μία!
Δύο πρωταγωνιστές με δυναμική παρουσία, με άνεση και σύνεση, με βηματισμό που θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί καλπασμός. Το Γιν και το Γιανγκ σε νουάρ μοτίβο και περιβάλλον, με τους ηθοποιούς να κάνουν δικό τους ό,τι θα τολμούσε κάποιος τρίτος να χαρακτηρίσει σαν «ξένο» και ίσως ηλιθιωδώς. Το μπιζάρισμα κρατά για πάνω από δύο λεπτά, τα επιφωνήματα κυριαρχούν και οι δύο ηθοποιοί υποκλίνονται ξανά και ξανά.
Ειδικά στην περίπτωση που είσαι γυναίκα, μπορεί να γελούσες λίγο περισσότερο με τις «ετικέτες», τους στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς και τις «προδιαγραφές», τις οποίες πρέπει να πληροίς σαν ένα είδος προς κατανάλωση.
To “Parallels” δεν είναι απλά ένα καταπληκτικό άλμπουμ. Είναι μια όαση, είναι ένα απτό δείγμα ότι «όλα θα πάνε καλά» για τη μουσική που τόσο αγαπάμε.
Μπάσιμο με το «Πατρίδα». Ακούω το τραγούδι μία φορά. Το πάω ξανά στην αρχή του. Ακόμα κι αν τα υπόλοιπα τραγούδια είναι αναπαραγωγή λευκού θορύβου, πάλι εγώ δέκα με τόνο θα του βάλω του άλμπουμ.
Ένα εξαιρετικό κείμενο μας παραδίδει ο κύριος Μάνος Θηραίος – είναι μάλιστα το πρώτο του. Μία πραγματική ηθογραφία. Υπό εξέταση ο ανθρώπινος νους και μάλιστα σε μη κανονικές συνθήκες. Υπό εξέταση ένα θέμα. Καταστρέφεις τη ζωή του δίπλα σου, επειδή «έτσι»; Το κείμενο περνάει στη σκηνή ο κύριος Θοδωρής Βουρνάς. Και το κάνει σαν να δημιουργεί κινηματογραφική ταινία. Κι ας εξελίσσεται μέσα σε ένα δωμάτιο.
Γι’ αυτό, τα «Ζευγαρώματα» δεν είναι απλά μια κωμωδία ηθών, αλλά ένα “πανοπτικόν” της ανθρώπινης ύπαρξης. Το θέαμα όσο σκοτεινό ή δυσοίωνο είναι, δεν παύει να καταδεικνύει την αλήθεια μας. Μια αλήθεια γεμάτη αντιφάσεις.
Θέλω να γράψω δεκατόσες σελίδες Word, αλλά επειδή δεν είναι καλό πράγμα το σποϊλάρισμα, θα καταπιώ την επιθυμία, σαν το τσουρεκάκι που μας… Όχι, όχι, ΔΕΝ θα το κάνω. Α, μην το ξεχάσω… Αν σας ζητηθεί να εισπνεύσετε και να εκπνεύσετε, να το κάνετε. Και ρυθμικά ει δυνατόν.
Ούτε και θυμάμαι πόσοι φίλοι μου μου την έλεγαν και μάλιστα άγρια, για το συγκεκριμένο άλμπουμ. Μονίμως απαντούσα «Ρε, παιδιά, το ακούσατε ολόκληρο; Έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται; Μήπως απλά σας τύφλωσε η σκόνη απ’ το τρακτέρ»; Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, οι περισσότεροι από αυτούς τους φίλους έχουν αφήσει το Μέταλ (καιρό τώρα), δίνοντάς μου έτσι το χώρο και το πόντιουμ, άρα και το πάνω χέρι, όσον αφορά το μπλα-μπλα…
Το τριήμερο φεστιβάλ αποτέλεσε πόλο έλξης για όλη την οικογένεια, αφού ήταν γεμάτο εκδηλώσεις και δρώμενα, ενώ «πρόσφερε» και μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα.
…για να επανέλθουν παίζοντας ολόκληρο το “Balls To The Wall”, αυτή την υπερ-δισκάρα που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές μεταλλάδων και θα συνεχίζει να μυεί κόσμο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
To “Out In The Fields” ένωσε τις φωνές και τα εσωτερικά των παλαμών, με το OUT να γίνεται, από λέξη, σύνθημα. Ένα ιστορικό LiVE περνά στην ιστορία. Είκοσι χρόνια Remember Lizzy, υπό τη σκέπη του μεγάλου Wharton. Δεν έχω ιδέα αν μπορεί να ξεπεραστεί κάτι τέτοιο. Αλλά πάλι…
Το έργο κορυφώνεται με έναν συγκινητικό μονόλογο που βυθίζει τον θεατή σε σκέψεις. Τι είναι εν τελεί η Ραραού; Μια πατρίδα με ξεφτισμένα ιδανικά; Μια καρδιά πρόχειρα μπαλωμένη, με αισθήματα και όνειρα σμιλεμένα μεταξύ αναγκαιότητας και τύχης;
Πρώτος δίσκος για τη μπάντα και όπως μαθαίνουμε, το κλίμα είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να υπάρχει. Η μελωδία διάχυτη και η αισθητική κοιτάει ευθεία στα μάτια την ογδονταΐλα. Τα καλά και άγια του Διονύση Χριστοδουλάτου και του CFN Recording Studio.
Κινητικό θέατρο, μαύρη κωμωδία, παράλογο… Αναμίξεις που σταθμίζουν υπόθεση και διδάγματα. Το σεξτέτο απλώνεται στις τέσσερις γωνίες, σαν ομάδα μπάσκετ που κερδίζει και θέλει μόνο δύο λεπτά για να λήξει ο τελικός.
Οι SoundtrucK ανεβαίνουν και… παίρνουν αμπάριζα! Take no prisoners, take no this, που λένε και στο χωριό και yeah πυρί μιχθήτω. Η πεντάδα βάζει μπρος τις μηχανές και σερβίρει από τα δύο άλμπουμ του, παίζει και ακυκλοφόρητο υλικό, ενώ μας σακατεύει με την όλη «διαχείριση» που έχει επιλέξει.
Δεν είναι μόνο η αρτιότητα και η τελειότητα σε αυτό που κάνουν. Είναι ότι έδειξαν ένα πλήρες επαγγελματικό προφίλ, έναν έρωτα για τη μουσική και μια απόλυτη αφοσίωση. Δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα και από κανέναν. Στέκονται ψηλά και κατάφεραν να γεμίσουν το Fuzz και να κάνουν τον κόσμο να παραμιλά.
Όπως και η ίδια η πρωταγωνίστρια είπε, αναφερόμενη στη δύναμη του κινηματογράφου, είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς μια απλή δέσμη φωτός μπορεί να δημιουργήσει τόσο μαγικές εικόνες. Και αυτό ακριβώς ένιωθες, παρακολουθώντας την παράσταση. Σαν να βρισκόσουν μέσα σε μια ταινία, με την Κάτια Γέρου να σε οδηγεί με μαεστρία μέσα σε εικόνες, στιγμές και συναισθήματα.
Οι τέσσερις ηθοποιοί λειτουργούν σαν μία ομάδα. Μία γροθιά. Μία και πολλές ταυτόχρονα. Είναι φυσικοί, είναι ανθρώπινοι, πατάνε με άνεση το κουμπάκι «Δεν είμαι ρομπότ». Είναι λειτουργοί και κοινωνοί μίας ιστορίας, γραμμένης με όλη τη μαεστρία και όλη την αγάπη της δημιουργού.
H κυρία Βαγενά συγκινεί. Και συγκινείται. Δεν θα κρύψει τίποτα. Το κοινό θα συναισθανθεί. Θα βιώσει την ενσυναίσθηση ενός σπουδαίου θεατράνθρωπου, μέσα από τα ματάκια και τα αυτάκια μίας χνουδωτής γλύκας. Η αγάπη τα γιατρεύει όλα. Αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα, αυτή είναι η κάθαρση. Η Λουλού είπε την ιστορία της και τώρα θα αναζητήσει θαλπωρή και χάδι στην αγκαλιά της δίποδης μαμάς της.
Η ομάδα νέων ηθοποιών – Αλίκη Αχνιώτου, Κώστας Γκόζιας, Θανάσης Κεφαλάς, Κατερίνα Κυπραίου, Νίκος Μαρνάς και Ελένη Νιωτάκη – επί σκηνής, χειρίζεται με μαεστρία, ένταση και σωματικότητα τις μεταβάσεις από ρεαλιστικούς σε συμβολικούς ρόλους.
Η σκηνική ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή και η ενεργοποίηση των πάντων, σε ό,τι αφορά το σώμα του και τη διάθεσή του, είναι το κλειδί και η κλειδαριά στο έργο που θα έλθετε να παρακολουθήσετε.
Αν και η Λένα Διβάνη έγραψε την “Ωραία Θυμωμένη” το 2002, είκοσι τρία χρόνια μετά, το θεατρικό έργο προφανέστατα παραμένει ακόμα άκρως επίκαιρο, καθώς η πατριαρχική οργάνωση της κοινωνίας εξακολουθεί να απασχολεί την τέχνη, τη διανόηση και την καθημερινότητά μας. Το ανέβασμά της από τους Ιντεάλς είναι μια εμπειρία με δυναμικές ερμηνείες, ευχάριστες μελωδίες και αλληλεπίδραση με το κοινό.
Εγώ θα πήγαινα εύκολα να το ξαναδώ. Όχι εύκολα, δεν το γράφω καλά. Θα πίεζα για να πάω ξανά. Και θα έπαιρνα και κόσμο μαζί μου. Γιατί αυτές οι κινήσεις είναι καλό να γίνονται γνωστές παντού. Γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη τέτοιες δουλειές.
Το ρολόι λέει εννιά και είκοσι ένα πρώτα λεπτά. Οι Silent Winter είναι πάνω στη σκηνή κα δοκιμάζουν κάποια πράγματα στον ήχο τους. Και ξαφνικά… σβήνουν τα φώτα! Τι, ξεκινάνε; Θα μας τρελάνουν; Μας τρέλαναν!
Η κυρία Δήμητρα Χατούπη είναι απίστευτη! Δεν είναι μόνο το ότι έχει κάνει το “Mamet speak” δικό της και μπορεί να το έχει κατοχυρώσει κιόλας… Είναι… Τι να πω και τι να γράψω τώρα… Είναι σαν η Loreena Mckennitt να θέλησε για μία στιγμή να σταματήσει να κάνει αυτό που κάνει και να αποφάσισε να παίξει στην παράσταση! Η κυρία Χατούπη είναι το τέλειο ξωτικό!
Ο Χρήστος Παρδάλης, ο Βαλίν της παράστασης, ακροβατεί με μαεστρία τον ήρωά του ανάμεσα στα δυσπρόσιτα σοκάκια της ψυχοσύνθεσής του. Θυμίζει μια τον Άγγελο και μια τον Σατανά. Η Δέσποινα Καραγιάννη, στον ρόλο της Γκερλήν, γίνεται ο ζωγράφος της παράστασης, βάζοντας χρώματα στον μονόχνοτο και αυστηρά ασπρόμαυρο καμβά.
Το κείμενο της Σαμ Χόλκροφτ – το οποίο μάλιστα είναι μόλις δύο και κάτι ετών – είναι από μόνο του μία εξτραβαγκάνζα, μία σάτιρα υψηλής ποιότητας, ένα ηχηρό χαστούκι στην κοινωνία μας, η οποία άγεται και φέρεται από πολιτικούς, ολιγάρχες και τα αφεντικά τους. Είναι μέρα επειδή εκείνοι το επιτρέπουν. Θα νυχτώσει όταν εκείνοι δώσουν το σινιάλο.
Η σκηνοθέτιδα Εύχαρις Παπαϊωάννου στήνει τον ιστό με διόραση, με απαράμιλλη τεχνική και δημιουργεί μια τρισδιάστατη γήινη ατμόσφαιρα. Οι ηθοποιοί βουτάνε βαθιά στους ρόλους τους, ενώ ο θεατής εστιάζει στις μικρές λεπτομέρειες, προσπαθώντας να φτιάξει το παζλ, ενώ συνεχώς ανακαλύπτει νέα κομμάτια του.
Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Ντάσκας, Γιώργος Τζαβάρας, Μιχάλης Ζαχαρίας, Γεωργία Σωτηριανάκου, Ιωάννα Σίσκου. Οι ηθοποιοί. Οι κύριοι και οι κυρίες που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας το πανδύσκολο έργο τους. Οι πρωταγωνιστές των οποίων οι φωνές ακούστηκαν πολύ λίγο ή καθόλου, εντούτοις πήραμε όλη την πληροφορία, όλο το πάθος, όλη την παιχτική μαεστρία.
Πρόκειται για ένα πάρα πολύ δυνατό κείμενο, με κοινωνικό πρόσημο και πολιτική ταυτότητα, που μεταφέρεται με σεβασμό και αγάπη επί σκηνής.
Ο Yoel Wulfhart σκηνοθετεί με πάθος μια σάτιρα που πικάρει, που αναστατώνει σε κάθε σκηνή. Βάζει πινελιές ώστε να δημιουργήσει έντονες κωμικές καταστάσεις, δηλώνοντας μέσα από το γέλιο τη σοβαρότητα των καταστάσεων.
Η ιστορία τους καταλήγει με την αποτυχία μιας κομπίνας. Δεν πέτυχε, αλλά αυτό που μένει είναι κάτι βαθύτερο. Η συνειδητοποίηση ότι κάθε επιλογή κουβαλά ευθύνη. Κάποιος γελάει, κάποιος νευριάζει, κάποιος νιώθει ανακούφιση. Η ζωή συνεχίζεται, όχι όπως τη φαντάζονταν, αλλά όπως πραγματικά είναι.
Ο κύριος Hartwig Schierbaum, άλλως Marian Gold, θα γιορτάσει σε λίγους μήνες τα εβδομηκοστά πρώτα του γενέθλια. Αυτό βέβαια σε τίποτα δεν τον εμπόδισε να βγάλει κέφι, συναίσθημα, ενθουσιασμό και δάκρυ στο κοινό του, πηγαίνοντας πάνω-κάτω τη σκηνή και δίνοντας το σύνθημα για συνεχή χορό για μιάμιση ώρα.
Τα κοστούμια ξετρελαίνουν τους θεατές κάθε ηλικίας και οι ερμηνείες είναι τέτοιες, που το παραμύθι γίνεται ό,τι θα θέλαμε να μας συμβεί εκείνο το μεσημέρι και μόνο αυτό. Συμπάσχουμε, χαμογελάμε, γελάμε και χειροκροτούμε ένα θέαμα λίγο καλύτερο από άριστο. Η Κάρμεν της καρδιάς μας έχει τη συνταγή. Και την κάνει κάθε φορά καλύτερη. Η τέρψη των ψυχών με απλά βήματα και σταθερές κινήσεις.
Οι τρεις πρωταγωνιστές, ο κύριος Δημήτρης Καπετάνιος και οι κυρίες Πένη Μπουκουβάλα και Αιμιλία Σιαφαρίκα, μεταφέρουν το κείμενο του κυρίου Γιάννη Ασκάρογλου, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Είναι και οι τρεις τους κουμπωμένοι σε ένα δίπολο. Αυτό του ρόλου τους και εκείνο του «εξωτερικού παρατηρητή». Θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν στην παράσταση στοιχεία που παραπέμπουν ακόμα και στους Monty Python.
Η ερμηνεία του Τάκη Χρυσικάκου είναι συγκλονιστική. Βαθιά συγκινητική, γεμάτη ένταση και συναισθηματική φόρτιση, άξια του μεγάλου αυτού χαρακτήρα.
Τι ιστορία είναι πάλι τούτη; Πώς είναι δυνατό να κατεβάζει τέτοιες ιδέες το ανθρώπινο μυαλό; Ένα εκπληκτικό αφήγημα με την υπογραφή του υπέρ-θεόρατου Νικολάι Γκόγκολ, το οποίο πήρε η κυρία Σοφία Καραγιάννη, του έκανε μία τρομερή απόδοση, το σκηνοθέτησε ακόμα πιο τρομερά και μετά ήλθε η απίστευτη ομάδα GAFF, την οποία έχουμε λατρέψει με το συγκλονιστικό «Καλά, εσύ πέθανες νωρίς» και η οποία έκανε πάλι το θαύμα της.
H ιστορία του Στράτου Διονυσίου. Του κορυφαίου Έλληνα λαϊκού ερμηνευτή. Του ανθρώπου που τραγούδησε με τέτοιο τρόπο, που τρέλανε τον κόσμο!
Το «ΥΠΕΡΒΑΡΟ, ασήμαντο: ΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΟ» προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ματιά στην ανθρώπινη ύπαρξη, γεμάτη από σιωπηλές εντάσεις και αδιέξοδες στιγμές. Καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή με την αυθεντικότητα και τη δύναμη των χαρακτήρων της.
Πολύ έξυπνο το στήσιμο για φωτογραφίες, κάθε φορά. Όποτε το έκαναν, το χαιρόμουν και το καμάρωνα. Θα ήθελα μάλιστα να ακουγόταν, κάθε φορά και το κλικ της κάμερας και να άστραφτε. Είναι στιγμές ζωής, δοσμένες μέσα από μία σκηνοθεσία που έρχεται να δείξει πως το θέατρο είναι τελικά η τέχνη των ηθοποιών. Εκείνοι αναλαμβάνουν να βγάλουν φως από το σκοτάδι, πολλά από το τίποτα και τον κουβά με το χρυσάφι από ένα ουράνιο τόξο που δεν εμφανίστηκε ποτέ.
Οι δύο χορεύτριες, Μαρία Βούρου και Σάνια Στριμπάκου, με άρτια τεχνική κινούνται και αντιπαραβάλλονται ρυθμικά, σε μια διαρκή συνομιλία δίχως λόγια. Ωστόσο, τα βλέμματα, τα αγγίγματα και οι παύσεις φέρουν νοήματα που μεταφέρονται μέσω της σωματικότητας. Αγάπη, πόθος, φθορά, απογοήτευση, οργή, συμφιλίωση…
Με τον συμπαθή και κλασικό «κομπιουτεράκια» που υποδύεται ο κύριος Παπακώστας, δεν θα τολμούσες να φανταστείς το τέρας στο οποίο μεταμορφώνεται. Αλλά τελικά, σκέφτεσαι πως τα χειρότερα τέρατα δεν προειδοποιούν με την εμφάνισή τους. Η σταδιακή του μετάβαση, από το φαινομενικά άκακο στο απόλυτα τρομακτικό, είναι καθηλωτική, ένα μάθημα ερμηνευτικής ακρίβειας. Η κυρία Σπύρου είναι υπέροχη. Θαρραλέα, εύθραυστη και δυναμική ταυτόχρονα, παλεύει να κρατήσει την ανθρωπιά της σε έναν κόσμο που καταρρέει.
Είναι ένας μονόλογος που θα έπρεπε όλοι μας να παρακολουθήσουμε, γιατί μέσα από εκείνον θα ακούσουμε και τον εαυτό μας.
Η ιστορία για τον Ταμεία του σωματείου «Πυθαγόρας» είναι τουλάχιστον προφητική. Ο μεγάλος ποιητής έβαλε τις βάσεις και αυτή η ομάδα έδωσε το ύψος για να γίνει εικόνες εκείνη η σειρά φράσεων. Η σκέψη και μόνο, καθώς αντικρύζεις και παρακολουθείς και αφομοιώνεις, είναι γροθιά στο στομάχι.
Rest assured that BOA 2026 is already in the making! Check out the official BOA website for details regarding next year’s edition.
Η Λητώ Τριανταφυλλίδου και ο Πάνος Βλάχος πήραν την ιστορία του Δον Ζουάν και τη μετέφεραν στο τώρα, σκιαγραφώντας με ζωντανά χρώματα τη θέση του άνδρα αλλά και τις συνέπειες όλων αυτών των γαλουχιών που έχει υποστεί το φύλο ανά τους αιώνες.
Η κυρία Λίλη Τσεσματζόγλου εμφανίζεται σαν χαμίνι που ξέμεινε από το «Πυγμαλίων». Πλένει το πρόσωπό της ή ενισχύει την ήδη εγκατεστημένη μουτζούρα πάνω του; Μήπως η ίδια πασχίζει να γίνει μία τεράστια μουτζαλιά και να γλυτώσει από τις κακοτοπιές, βλέπε διάφορα είδη εστέτ;
PIGALLE. Μία μαύρη κωμωδία που θίγει βαθιά κοινωνικά ζητήματα. Με κεντρικούς άξονες την έμφυλη βία, την κοινωνική αδιαφορία και την αναζήτηση νοήματος, σε μια κοινωνία που μοιάζει ευημερούσα, αλλά είναι εσωτερικά κενή.
Το πιο ενδιαφέρον όμως, κατ’ εμέ, είναι η σύγκρουση που δημιουργείται ανάμεσα στους τρεις απαγωγείς, μέσα από την οποία σκιαγραφείται η ευκολία της διχοτόμησης της κοινωνίας, τόσο ως δημιούργημα των «ανωτέρων», για λόγους κατευνασμού της οργής, όσο και ως αποτέλεσμα «εκ των έσω», λόγω ατομικών συμφερόντων.
Η Ελεγεία της Μνήμης είναι ένα έργο που, παρά τον επιστημονικό του φαντασιακό χαρακτήρα, αγγίζει τις πιο βαθιές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, φέρνοντας στο προσκήνιο ερωτήματα για τη ζωή, την αγάπη και το παρελθόν, που δεν μπορούμε να κρατήσουμε.
Η Κύνθια χορεύει, προτρέπει, αραδιάζει διάφορα προϊόντα πάνω στο λευκό «κάτι» και ρωτά ευθέως. Απαντά η ίδια στην ερώτησή της και μας κοιτά τόσο διαπεραστικά. Είναι το βλέμμα του Ian Gillan, όταν έλεγε πως κοιτά τον κάθε θεατή του με ένα ύφος «Απόψε θα παίξω μόνο για σένα».
Μία σύγχρονη Αλίκη πέφτει στη μεταμοντέρνα κουνελότρυπα και στην άλλη άκρη του δοκιμαστικού σωλήνα συναντιέται με ένα ον που μπορεί να της «δώσει» ιστορίες. Αρκεί να διαλέξει εκείνη ποια επιθυμεί. Μπορεί, καθώς φαίνεται, να έχει όποιον ρόλο της αρέσει.
Η κυρία Σκλάβου είναι άμεση, είναι ένας αφοπλιστικός χείμαρρος που σε σαρώνει. Καταφέρνει να μας συγκινήσει, να μας κάνει να δούμε ποια ήταν πραγματικά αυτή η ερμηνεύτρια. Βλέπουμε τον άνθρωπο πίσω από το όνομα και αναλογιζόμαστε πόση ψυχική δύναμη, πείσμα και πάθος είχε, ώστε να υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια, να νοιώσει ελεύθερη και να κυνηγήσει το όνειρό της.
Μοναδική και η φωνή της ερμηνεύτριας, όπως και το στήσιμό της επί σκηνής καθώς και η σύνθεση του Κονταξάκη. Με τον τρόπο που παίζει, δημιουργεί μια ταξιδιάρικη διάθεση στους θεατές. Από κοντά και οι υπόλοιποι συντελεστές, με το ακορντεόν να ακολουθεί πιστά την ηρωίδα, δίνοντας ένα τόνο μελαγχολίας στη διήγησή της.
Γιατί – και αυτό έχει όλη τη σημασία του κόσμου – το βασικό είναι να περνάει καλά η μπάντα. Φυσικό συνεπακόλουθο είναι να περνάει καλά και ο κόσμος. Και αυτό ακριβώς έγινε στην εν λόγω συναυλία. Το κουιντέτο έκανε την καλύτερη δυνατή ζημιά. Και ήταν μία ζημιά που ευχαρίστως θα θέλαμε να επαναληφθεί. Και σύντομα μάλιστα.
Ο κύριος Παναγιώτης Μαρίνος, ο οποίος υποδύεται τον στρατηγό, είναι επιβλητικός, λάμπει στον ρόλο του και ακτινοβολεί καλοσύνη. Ένας στρατιώτης που τιμά την πατρίδα του. Είναι φυσικός στις κινήσεις και τις εκφάνσεις του και τραβά όλο τον θίασο μαζί του.
Έβλεπα τον Κώστα Βασαρδάνη στον ρόλο αυτού του ανθρώπου και σκεφτόμουν πόσο δίκιο έχει, πόσο μάταια είναι όλα. Πόσο εύστοχα μιλά και πόσο δύσκολο είναι να εισχωρήσουν τα λόγια του στην πληκτική και δήθεν παρέα του. Ο τρόπος που υποδύεται τον ήρωά του έχει μια ζωντάνια, μια αμεσότητα.
Τρίτο επεισόδιο για τους φοβερούς και τρομερούς Παπ-Αντώνηδες. Ο Γιώργος Παπαντώνης και ο Αντώνης Γιακουμάκης, μας καλώς ορίζουν στην υπέροχα και χιουμοριστικά ΔΕ.ΠΥ.ραγμένη πραγματικότητά τους. Καλεσμένος τους ο πιο κοντός που θα μπορούσαν να βρουν, ο Κώστας Κούλης.
H Αρβανιτάκη γελάει, ο Φραγκούλης χαμογελά. Οι δύο τους δένουν, τραγουδούν παράλληλα, μας ταΐζουν στο στόμα και μας κοιτούν στα μάτια. Η μία επιτυχία διαδέχεται την άλλη, το ένα εκπληκτικό μουσικό κομμάτι αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου και τον ιδανικό πρόλογο για το επόμενο.
Όταν περπατώ σε ένα σκοτεινό δρομάκι, είμαι ένας άνθρωπος που περπατά μόνος του… Και σιγοτραγουδά μόνος του… Έχω μια υπέροχη φοβία, βλέπετε…
Ενθουσιάστηκα με το σκηνοθετικό εύρημα, όπου οι χαρακτήρες κουβαλάνε στα βαλιτσάκια τους τα ρούχα που θα βάλουν, κάνοντας ξεκάθαρο ότι θα παρακολουθήσεις μία καινούρια «υπόθεση» και έναν επιπλέον τύπο ανθρώπου και όλο αυτό επί τέσσερα κάθε φορά.
Η σκηνοθεσία, σε συνδυασμό με τον φωτισμό και τη μουσική, ενισχύει την ατμόσφαιρα του έργου, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο θεατρικό αποτέλεσμα. Το Λέμονγκρας δεν είναι απλώς μια παράσταση, αλλά μια εμπειρία που προσκαλεί το κοινό να αισθανθεί, να σκεφτεί και να δει τον κόσμο από μια νέα οπτική.
Είδαμε μία παράσταση που στέκει και μένει σαν ύμνος στην ανθρώπινη φιλία, ιδίως ανάμεσα σε ανθρώπους που ξεδιάντροπα περιθωριοποιεί η κοινωνία μας, λόγω του ότι «είναι μεγάλοι». Είδαμε ένα έργο που δείχνει την αγάπη ανάμεσα σε δύο πλάσματα και πώς αυτή πλάθει ένα ονειρικό σκηνικό, γεμάτο συγκίνηση.
Η απλότητα των σκηνικών και της ενδυμασίας των ηθοποιών, σε συνδυασμό με τη ρεαλιστικότητα του παιξίματος των δύο έμπειρων αυτών ηθοποιών (Μαριτίνα Πάσσαρη, Μαρία Μακρή), καθιστά την παράσταση ένα θεατρικό έργο, που έχει σκοπό να αγγίξει με διακριτικό τρόπο τις ψυχές των θεατών.
Ο Θωμάς Βούλγαρης, στον ρόλο του κυρίου Λαν, είναι εξαιρετικός. Πολυεπίπεδος και μοναδικά κωμικός. Λάτρεψα την Αγγελική Καρυστινού στον ρόλο της κυρίας Τζούνο. Λάτρεψα το πληθωρικό της ταπεραμέντο και τον τρόπο που ζωντάνεψε την ηρωίδα που υποδυόταν.
Ο κόσμος που πλημμύρισε το θέατρο Παλλάς έφυγε έχοντας γελάσει πολύ. Πηγαίνοντας από το ένα θέμα στο άλλο, οι δυο υπερταλαντούχοι ηθοποιοί έδωσαν το δικό τους στίγμα αλλά και τις δικές τους ερμηνείες σε πολλά θέματα.
Στον ρόλο της κυρίας του κυρίου, της συζύγου του γιατρού Γκίβινγκς, ένα πραγματικό μαργαριτάρι! Η κυρία Γαλήνη Χατζηπασχάλη, είναι μάλλον η αιχμή του δόρατος, ελέω ρόλου και λόγω της εκπληκτικής υποκριτικής της ικανότητας. Ατάκες τύπου «Πού να ξέρω εγώ» και «Πω-πω κακό που μας βρήκε» όχι μόνο απέκτησαν νέα διάσταση… Ήταν απλά καταιγιστικές!
Ο Schmier σε ρόλο ηγέτη / μπασίστα /τραγουδιστή, ευχαρίστησε τους οπαδούς που έδωσαν το παρών και έταξε για να επισκεφθούν την Ελλάδα ξανά στο προσεχές μέλλον, σε αναμονή του νέου δίσκου τους, “Birth Of Malice”, ο οποίος θα βγει τον προσεχή Μάρτιο.
Τραγούδια που είχαμε να ακούσουμε καιρό, δουλειές που αγαπήσαμε και θέλουμε πολύ να τις ερωτευθούμε ξανά. Σε τρομερά κέφια όλη η μπάντα, άψογα δεμένη, όπως πάντα άλλωστε, με ένα κάρο μελωδίες και την επιβεβαίωση ότι ο πεσιμισμός είναι ο νέος οπτιμισμός στη μουσική.
Ο Πάνος Σκουρολιάκος κέντισε μια παράσταση με χρυσοκλωστές. Σκηνοθέτησε γεμίζοντας την παλέτα του με χρώματα, ώστε ο κάθε θεατής να «διαλέξει» το δικό του. Έστησε μια παράσταση που μπορεί να δει όλη η οικογένεια, να γελάσει, να θυμηθεί, να φύγει με ένα διάπλατο χαμόγελο στα χείλη.
H σκηνοθεσία του ευφυέστατου κυρίου Γιώργη Κοντοπόδη βοήθησε στο να φανεί το τάλαντο των πέντε ηθοποιών, αφήνοντάς τους να παίξουν με το κείμενο και να κοιτάξουν «λίγο πιο κει», βάζοντας τις δικές τους πινελιές. Ακόμα και παίζοντας με το κοινό, όπως στην υπέροχη σκηνή με το σβήσιμο της τούρτας γενεθλίων.
Ακόμα τολμώ να πω ότι δεν έχω ηρεμήσει από τη συγκλονιστική παράσταση που παρακολούθησα. Περπατάω και σκέφτομαι σκηνές, λόγια και ειλικρινά απορώ με την κατάντια της ανθρωπότητας, που δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει την αυτοκαταστροφικότητά της.
Αναμφισβήτητα, η Χρύσα αποτελεί μία μοναδική παρουσία στον χώρο της ελληνικής σκηνής, που με το χιούμορ και την αυθεντικότητά της καταφέρνει να συνδέεται άμεσα με το κοινό της.
Οι δύο παρουσιαστές, ο κύριος Hλίας Βογιατζηδάκης και η κυρία Νατάσα Παπανδρέου – η οποία υπογράφει τη σκηνοθεσία και η οποία είχε την ιδέα να γίνει όλο αυτό παράσταση – έχουν ποτίσει και εμποτιστεί από τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν.
Δεύτερο επεισόδιο για τους φοβερούς και τρομερούς Παπ-Αντώνηδες. Ο Γιώργος Παπαντώνης και ο Αντώνης Γιακουμάκης, μας καλώς ορίζουν στην υπέροχα και χιουμοριστικά ΔΕ.ΠΥ.ραγμένη πραγματικότητά τους, αυτή τη φορά με έναν ξεχωριστό καλεσμένο. Τον κωμικό Δημήτρη Χριστοδούλου.
Ένα πανέμορφο σκηνικό μας περίμενε στο θέατρο Αλκμήνη. Με το που κάθεσαι στη θέση σου και αντικρύζεις τη σκηνή… Όχι απλά εντυπωσιάζεσαι… Μένεις με το στόμα ανοιχτό.
Thank you, Marko Hietala, for creating something so profound and unforgettable. Your talent shine brighter than ever. This album isn’t just music; it’s an experience we’ll treasure forever.
Τώρα που γράφω αυτό εδώ το κείμενο, είναι η έκτη φορά που ακούω το “Aella”, η τρίτη συνεχόμενη. Δεν έχω καταλάβει πως πέρασαν ήδη οι δύο πρώτες σημερινές ακροάσεις, πότε κύλισαν αυτές οι δύο και κάτι ώρες και πώς θα περάσει και η τρίτη, λογικά και η τέταρτη. Αυτή είναι η μαγεία της μουσικής αυτού του δίσκου.